Σάντρο Πέννα, Δέκα ποιήματα (Εισαγωγικό σημείωμα – μετάφραση ποιημάτων: Ευριπίδης Γαραντούδης)

0
428

 

Εισαγωγικό σημείωμα – μετάφραση ποιημάτων: Ευριπίδης Γαραντούδης)

 

Ο Σάντρο Πέννα (1906-1977) θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους ιταλούς ποιητές του 20ού αιώνα και δίκαια η ποίησή του έχει χαρακτηριστεί από ιταλό κριτικό της το πιο φωτεινό και καθαρό τραγούδι της ιταλικής ποίησης αυτής της εποχής. Με δεδομένο ότι η πολύ μεγάλη πλειονότητα των συνολικώς 550 ποιημάτων του Πέννα είναι πολύ μικρά (εκτείνονται από έναν μέχρι μερικούς στίχους), κριτήριο της παρούσας ανθολόγησης-μετάφρασης εδώ δέκα ποιημάτων του είναι ότι προέρχονται από τα σχετικώς μεγάλα σε έκταση ποιήματά του. Αυτά τα δέκα ποιήματα προέρχονται από διάφορες συλλογές του και είναι γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Μετέφρασα στην ελληνική γλώσσα το σύνολο των 550 ποιημάτων του Πέννα, με βάση την πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοσή τους στην Ιταλία, με τη φιλολογική επιμέλεια του ιταλιστή Ρομπέρτο Ντεϊντιέ (Sandro Penna, Poesie, prose e diari, a cura e con un saggio introduttivo di Roberto Deidier, Cronologia a cura di Elio Pecora, Milano, Mondadori, I Meridiani 2017). Η ελληνική έκδοση των Ποιημάτων του Πέννα θα εκδοθεί προς το τέλος του 2018 από τις εκδόσεις Gutenberg. Επειδή τα περισσότερα ποιήματα του Πέννα όχι μόνο αποτελούνται από πολύ λίγους στίχους αλλά επίσης είναι άτιτλα, μπήκε ένας αστερίσκος ανάμεσα στα ποιήματα για να διακρίνονται μεταξύ τους.

 

 

 

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

 

Σ’ ένα γλυκό χωριό συνέβη – εκστατική και πράσινη

ήταν η πλήξη του μεσημεριού στον ήλιο.

Φύσηξε ξάφνου. Και ξεπρόβαλε απ’ το πράσινο

ο άξεστος καλοκαιρινός γλυκός μου φίλος,

μα ήδη ζεματιστός, κι όλος ντυμένος

– με μυρωδιά από στάβλο, κάτω απ’ τα πυκνά

τα παγωμένα αστέρια τ’ ουρανού.

Μιλήσαμε για τη μαμά, και για τη νέα φωτιά.

Μ’ ένα ζεστό κρεβάτι παίξαμε ωραία κι απλά.

Μα μες στον ύπνο τις σπηλιές ξαναγαπήσαμε.

Μετά κατάλευκο στον άνεμο μοναχικό

ένα μαντίλι έλαμπε στη νύχτα.

 

*

Μήπως ποτέ τολμήσατε, σε μια γαλήνια ατμόσφαιρα,

σε μια καθαρή χώρα, –μα δώστε στον εαυτό σας

μία στιγμή χαλάρωσης,– να δείτε σταθερά

και ξαφνικά έν’ αγόρι; Η αθωότητα

ίσως ξανανεβεί με το ποδήλατό του

τον αργό δρόμο, και κατόπιν ξαφνικά

η σκόνη ενός λεωφορείου θα σας την πάρει.

Μετά σαν ξεθολώσει, ξαναψάξτε

στον δρόμο, ή στην καρδιά, το αδειανό θαύμα.

Θα επινοήσει η φύση ένα βασίλεμά του.

Κι όλα θα σας φανούν –μα δώστε στον εαυτό σας

μία στιγμή χαλάρωσης– αληθινά και ψεύτικα.

 

Μόνο σ’ εσάς συμφέρει η φαντασία. Κοντά κοντά

σ’ ένα αίσθημα θλιμμένο και γνωστό. Μα τι να φανταστείτε;

Η αθωότητα είναι μια σημαία,

και σβήνουν οι ντροπές μέσα στη μελαγχολική

έξοδο στη σκηνή του Αυγερινού το βράδυ.

 

Ο έρωτας φαντάζεται και παίρνει ρίσκα. Η φαντασία

μόνο σ’ εσάς συμφέρει. Ένα μόνο λάβαρο

τον πόλεμο μπορεί να τον κερδίσει. Και σ’ εσάς ανάβει

για τους εαυτούς σας ο έρωτας, σαν μία γλυκιά μάχη.

 

*

Κάποιος σας εξηγούσε κι εσείς του αποκρινόσασταν

για το περίεργο θέμα της πώλησης με δόσεις.

Και ξάφνου –είχατε κλείσει για μια στιγμή τα μάτια

σαν για να ξαναδείτε– μια κίνηση: ποιος ήταν

γύρω από μία κρήνη, μοναχικός, το βράδυ;

Ήτανε τότε ο πόλεμος κι είχε συσκότιση, όντως,

μα να το σκάσει κι έντρομος γι’ ένα άγνωστο φαντάρο!

Ίσως εκείνος ο άνθρωπος δεν ήταν σκιά, μα αγόρι

και η φυγή του μόνο ένα σκόπιμο παιχνίδι.

Και ξαναεπιστρέψατε στον διάλογο που κόπηκε.

Μα ξάφνου βυθιστήκατε σ’ ένα ατελείωτο θρήνο.

Μες στις αγνές δουλειές η ωμή μελαγχολία

ντυμένη ξεπροβάλλει με σκούρα νοσταλγία.

 

*

Η ΡΙΜΑ ΕΥΚΟΛΗ,

Η ΖΩΗ ΔΥΣΚΟΛΗ

 

Θαμπώνεται η ζωή μου, κι αφού βρέχει

πάω κι εγώ κάτω απ’ το τούνελ εκεί που

είν’ όλα υγρά, χωρίς όμως να βρέχει.

Εδώ μες στ’ άγνωστο το πλήθος, που όλο τρέχει

και πάει να κάνει πράγματα γνωστά

πάω κι εγώ να κάνω πράγματα κοινά.

Από τους άλλους πιο κοινός, δεν ξέρω πού

να πάω με το νωθρό μου βήμα, που δεν θέλει

κοινό να φαίνεται σ’ εμένα μα κι αλλού.

Ξάφνου όταν μια ματιά που ξέρει πού

στο σώμα μου να πάει και δεν το θέλει

με ξυπνά αστράφτοντας – κι είν’ ήδη αλλού.

Μάταια την ψάχνω εγώ σ’ ένα παλιό

σύμπαν που ’χα άλλοτε φίλο καλό.

 

Κι όταν δεν την σκεφτόμουν πλέον άλλο

αντήχησε κάτω απ’ το τούνελ μια όλο μπρίο

φωνή που σκέπασε οτιδήποτε άλλο.

Ήταν μεταθανάτιο, μακρινό αντίο

μεταθανάτιο στην καρδιά μου, όχι μακριά

απ’ ό,τι φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά.

 

*

ΣΟΛΦΕΖ

 

Η νιότη είν’ ακόμα το έμβλημά μου;

Μου φαίνεται πως είναι τώρα που ο άνεμος

τις σκέψεις μου με γλύκα αναστατώνει

κι είναι ανοιχτό το παραθύρι, καθαρό και τίμιο,

και πέθανε στους στίχους μου η πλήξη μου.

Η πλήξη μου διάρκεσε δυο μέρες,

θλιμμένη πλήξη που ’φτιαξαν οι λέξεις

κι οι μεταμφιεσμένες και σπασμωδικές μου πράξεις

η απουσία ενός έρωτα, η πρώτη μου

ανακωχή στον κόσμο του εξευτελισμού μου.

Έμεινα δύο μέρες δίχως έρωτα:

είδα το πιο ωραίο από τ’ αγόρια

μες στην καρδιά μου να πεθαίνει δίχως τρέμισμα

όπως ένα κερί χωρίς καρδιά.

Είδα μετά ένα τρυφερό κι αρχάριο

κοκκίνισμα σ’ ένα ζεστό και μόνο μάγουλο

και μόνο τ’ άφησα να ψυχρανθεί

σαν δάσκαλος παλιός δημοτικού.

Και τέλος ξάφνιασα αναπάντεχα το φύλο

ενός ναύτη ξανθού ανοιχτού και τίμιου

(μη με ρωτάτε, συμπολίτες, πού)

και δεν του είπα πως δεν ήταν μόνος.

Μην με ρωτάτε, φίλοι μου, γιατί σιωπά

και το ξανθό βαρκάκι κάτω από τον ήλιο∙

πάνω στην πίσσα του είναι όλες του οι λέξεις

αλλά η σιωπή μου τον στερήθηκε τον ήλιο.

Η νιότη είν’ ακόμα το έμβλημά μου;

Μου φαίνεται πως είναι τώρα που ο άνεμος

τις σκέψεις μου με γλύκα αναστατώνει

κι είναι ανοιχτό το παραθύρι, καθαρό και τίμιο,

και πέθανε στους στίχους μου η πλήξη μου.

Η πλήξη μου διάρκεσε δυο μέρες

……………………………………

 

*

 

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ

 

«Μα τι ομορφιά υπάρχει μες στην ποίηση;»

Άκου, σαν βλέπεις έναν στενό φίλο

μ’ όλο γυναίκες γύρω του, όταν η ορχήστρα

σε συνεπαίρνει, και στο φως του προβολέα

λάμπουν ξανά τα χρώματα μιας ντίβας

που ημίγυμνη πηγαίνει κάτω στην πλατεία,

όπου εσύ ανατρίχιασες, κι είσαι κρυμμένος

απ’ όλο αυτό τον κόσμο!, όταν σε μια γαλήνια

και σκοτεινή νυχτιά σε μια πλατεία φίλοι

χορεύουν δίχως γυναίκες ακούγοντας

ακορντεόν κι εσύ δεν είσαι εκεί∙ κι όμως αυτό

δεν είναι ωραίο για σένα; Κι είναι ωραίο

και για έναν γέρο κύριο που ονομάζεται

κριτικός∙ βρίσκει ωραία πράγματα πολλά,

κι έφτασε στο σημείο να βρίσκει πάντα

στον κόσμο και παραέξω, ωραία, και πιο ωραία

πράγματα∙ λέει μάλιστα μ’ αγάπη: «πόσο

όμορφο είν’ το ποίημα αυτό». Κι εσύ με βλέπεις

και δεν μου δίνεις ούτε καν ένα φιλί;

 

*

Χάνομαι μες στο λαϊκό προάστιο

που ’χει τόση ζωντάνια σαν βραδιάζει.

Πλάι σ’ ανθρώπους είμαι που μου είναι τόσο

μακρινοί: θαυμαστοί στα μάτια μου άνθρωποι:

καθάριοι, ζωντανοί, κι όχι αξίες

φανερές. Κι όλοι ίσοι κι άγνωστοι και νέοι.

 

Σε κάποια σκοτεινή γωνιά πιάνω τη θέση

που ένας εργάτης μου άφησε όταν έτρεξε

(μόλις που πρόλαβε) στο λεωφορείο που ’φευγε.

Το πρόσωπό του δεν το είδα μα έχω τώρα

μες στην καρδιά μου τη σβελτάδα του. Μου μένει

(απ’ τον ανώνυμο, που μου τον άρπαξε η ζωή)

σε κείνη εκεί τη σκοτεινή γωνιά μια τίμια

ζωική δική του οσμή, σαν τη δική μου.

 

*

Η ΜΑΧΗ

 

«Η μητέρα σου πέθανε,» μου έλεγε γαλήνια

μια χορωδία χαμηλόφωνη αλησμόνητη.

«Πέθανε,» έλεγα κι εγώ κι ένα γέλιο γαλήνιο

από αλησμόνητους καιρούς ανάλαφρο

έβαφε την ξινή αγωνία στο φως. «Κι αυτός

που ήταν στους σκοτεινούς καιρούς ο πιο μεγάλος

φίλος πέθανε μήπως;» «Ω, εκείνος,»

έλεγαν πιο προσεκτικοί, «στα δυο κομμένος

από ένα μόνο χτύπημα, και δεν τον είδαμε

ποτέ έτσι διπλωμένο.» Και φιλούσα

κλαίγοντας ό,τι απέμεινε απ’ το λατρεμένο ρούχο

που είχε σκεπάσει κάτω από τον ήλιο

κάτι που δεν το άγγιξε ποτέ κανείς.

 

*

Ο πατέρας μου πέθανε.

Δεν ήταν γέρος όμως κιόλας

τραβούσε κατά κει.

Ήταν ο ηλικιωμένος

φίλος μου, ναι, από τότε,

που εγώ, πολύ νεαρός,

έβρισκα δίπλα του έναν σύντροφο

το βράδυ, σαν τελείωνε η δουλειά.

 

Τώρα, στη χαμηλή σκιά

μέσα στα δέντρα, κάτω από τ’ αστέρια

νιώθω να γίνεται η ζωή

πιο αργή και μελαγχολική.

Κι όμως εδώ είναι η ίδια

των φλογισμένων μου βραδιών η ζωή.

Η ίδια είναι που τρέχει

γυρνώντας στα όμορφα τ’ αγόρια.

 

*

Χλωμοί κινούνται με τ’ αστραφτερά δοχεία

οι ήρεμοι άντρες μες στα περιβόλια.

Των ντοματιών το κόκκινο είν’ κρυμμένο σαν φωτιά

μέσα στο πράσινο σαν μια καρδιά. Αλλά μακριά

η θάλασσα με τ’ ασημένια φώτα της,

που ’ναι οι καμπάνες του πρωινού, φωνάζει

για ψάρεμα τους άντρες που τον οίνο

του γυρισμού ονειρεύονταν καθώς αργά

λικνίζονται οι βάρκες που ξυπνούνε,

σαν τα πουλιά επάνω στα κλαδιά. Η ακίνητη

κούνια στη σκοτεινιά της βίλλας περιμένει

τη μέρα. Η μέρα θα κουρδίσει τα ποικίλα

και τα ηχηρά προγεύματα. Εγώ μένω

μέσα σε τόσο φως και χτύπους σεντονιών.

Τρία γογγύλια μισό μήλο μια θλιμμένη

παλιά απ’ τα χρόνια μηχανή κουζίνας

μισοκοιμούνται ξεχασμένα σ’ ένα πάγκο.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here