Προσφώνηση για τον Δημήτρη Μαρωνίτη

0
354

Ευριπίδης Γαραντούδης.

 

 

 

Αναμετρώντας το παρελθόν αναπόδραστα από τη στιγμή του παρόντος, αθροίζοντας κέρδη και απώλειες, αλλά κυρίως συνεχίζοντας, σκέφτομαι ότι είναι ευτυχής μα και συνάμα παράδοξη η περίσταση να προλογίσω την απονομή ενός βραβείου για το σύνολο της προσφοράς του στη νεοελληνική φιλολογία σ’ έναν άνθρωπο που τον ονομάζω δάσκαλό μου (ανάμεσα σε πόσους άραγε;). Ο χρόνος έχει κυλήσει ανεπιστρεπτί στην κοίτη του από τα κατάμεστα αμφιθέατρα της Φιλοσοφικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη του 1984 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σήμερα. Η αφορμή δόθηκε από την έκδοση μέσα στο 2013 του τομιδίου Γιάννης Ρίτσος. Μελετήματα, ενός βιβλίου που περιλαμβάνεται στη σειρά όπου συγκεντρώνονται, χρονολογικώς ταξινομημένες, οι μελέτες του Δημήτρη Μαρωνίτη για επτά σημαντικούς Έλληνες ποιητές: Σολωμός, Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Σαχτούρης και Σινόπουλος. Με αυτήν την αφορμή, η ομάδα φίλων του ηλεκτρονικού περιοδικού «Αναγνώστης» τιμά απόψε τον αναγνώστη Μαρωνίτη, τον άνθρωπο που, με γνωστικό αντικείμενο της ακαδημαϊκής του θέσης την κλασική φιλολογία, μας έμαθε παράλληλα να διαβάζουμε με τον δικό του, ανεπανάληπτο, τρόπο τη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, ιδίως την ποίησή της. Για όσες και όσους εδώ απόψε είμαστε στοιχειωδώς συστηματικοί αναγνώστες της, η μνεία συγκεκριμένων μελετών του Μαρωνίτη κρίνω ότι περιττεύει εντελώς. Ποια και ποιος άραγε δεν ανακαλεί αμέσως στη μνήμη του τις μελέτες για τις εποχές του σολωμικού «Κρητικού» ή τη σχέση ποίησης και ιστορίας στον καβαφικό «Δαρείο», ή την υποδειγματική διάλεξη πρόταση διδασκαλίας ενός ποιήματος για το πρώτο μέρος «Σοφία και άλλα» από τον Νεκρόδειπνο του Σινόπουλου;

Οι αναφορές αυτές έγιναν λιγότερο για να δηλωθεί ένα δικό μου προσωπικό ανθολόγιο από τις μελέτες του Μαρωνίτη για νεοέλληνες ποιητές και περισσότερο για να επισημανθεί, στη βάση των παραδειγμάτων, ότι αν ο φιλολογικός-κριτικός λόγος του Μαρωνίτη έχει μείνει εντυπωμένος στη μνήμη μας, αυτό οφείλεται όχι μόνο σε ό,τι κόμισε στο επίπεδο της ερμηνείας των κειμένων, αλλά και ως κριτική γραφή αυτή καθεαυτή, αναγνωρίσιμη για την ανεπανάληπτη ιδιοσυστασία της. Ίσως οι καταβολές του κριτικού λόγου του Μαρωνίτη μπορούν να ανιχνευτούν στις Δοκιμές του Σεφέρη. Αν αυτή η επισήμανση ευσταθεί, αυτό συμβαίνει επειδή ο πυκνός, οικονομικά αναλυτικός, και ποτέ σχολαστικός, εμπράγματος λόγος του Μαρωνίτη (ο λόγος της φιλολογικής κριτικής) συνενώνεται οργανικά με τον μεταφορικό λόγο, μόνον εκεί όπου αυτό απαιτείται, εκεί, δηλαδή, όπου ο μεταφορικός λόγος προσπαθεί να εκφράσει δραστικότερα το νόημα, αυτό για το οποίο η κυριολεξία είναι λίγη και φτωχή.

Η δική μου γενιά φιλόλογων νεοελληνιστών οφείλει πολλά στον «ερασιτέχνη» (όπως ο ίδιος προσδιορίζει τον εαυτό του) νεοελληνιστή, τον φιλόλογο και τον κριτικό, Μαρωνίτη, είτε οι οφειλές αυτές ομολογήθηκαν είτε για κάποιους μένουν ακόμα κρυφές. Ο «ερασιτεχνισμός» του Μαρωνίτη στάθηκε η πηγή της αντισυμβατικότητας και της τόλμης της ερμηνευτικής σκοπιάς του. Οι μελέτες του όχι μόνον συνεισέφεραν σημαντικά στον ερμηνευτικό φωτισμό πολλών αξιόλογων νεοελληνικών ποιητικών κειμένων και έργων, αλλά και μας προτείνουν μιαν αναγνωστική διδαχή. Η διδαχή αυτή έγκειται σε έναν ειδικό «τύπο ανάγνωσης» των ποιητικών κειμένων. Συγκεκριμένα ο «τύπος ανάγνωσης» που υπερασπίζεται και προτείνει ο Μαρωνίτης, όπως έγραψε το μακρινό 1970, είναι αυτός που «τείνει να μεταθέσει το κέντρο βάρους από τη φιλολογική ενημέρωση στην εμπειρική αντίδραση». Αυτόν τον, εκ του αποτελέσματος κρινόμενο, επιτυχημένο «τύπο ανάγνωσης», που έκτοτε ακολούθησε με συνέπεια, ο Μαρωνίτης τον εφαρμόζει από τότε μέχρι σήμερα, σε μια μακρά περίοδο κατά την οποία οι «επαγγελματίες» ακαδημαϊκοί νεοελληνιστές έδρασαν, ενίοτε με «υπεροψία και μέθη», μέσα στον αστερισμό της εισαγόμενης λογοτεχνικής θεωρίας, δοκιμάζοντας τις αντοχές και των ιδίων και της θεωρίας σε πλείστες όσες ερμηνευτικές εφαρμογές, άλλοτε με επιτυχημένα κι άλλοτε με αποθαρρυντικά αποτελέσματα. Ο Μαρωνίτης ούτε χρειάστηκε τα δεκανίκια της θεωρίας (καθώς την αφομοίωσε επιλεκτικά), ούτε προσέκρουσε στους σκοπέλους της.

Αλλά η διδαχή που οφείλουμε στον Μαρωνίτη συμπληρώνεται διττά (ή και πολλαπλάσια) και από ένα άλλο, κρισιμότερο χαρακτηριστικό των μελετών του. Αν στην επιφάνειά τους διαπιστώνονται η κριτική οξύνοια, θεμελιωμένη στο στέρεο έδαφος της φιλολογίας, και η ακονισμένη μέσα στις πολλαπλές αναγνώσεις των ποιημάτων ευαισθησία του, στο βάθος τους φωλιάζει η συγκίνηση. Η συγκίνηση αυτή κρυσταλλώνεται στα μελετήματά του με το εξωτερικό, ψυχρό, στοχαστικό και εκλεπτυσμένο περίβλημά της, επειδή θερμαίνεται από την, καλά κρυμμένη και μαζί διακριτή, παθιασμένη αναγνωστική σχέση του με την ποίηση. Καθώς η παθιασμένη αυτή σχέση ενίοτε διαφαίνεται, δεν μπορεί παρά να υποκρύπτει την παθιασμένη σχέση με τη ζωή, μέσα και έξω από την ποίηση, την ανάγνωση και την ερμηνεία της.

Σε μια υποθετική συζήτηση που θα έκανα κάποτε με αυτόν τον εμπαθή αναγνώστη, θα τον ρωτούσα γιατί δεν έγραψε λογοτεχνία. Εικάζω την απάντησή του, ή έστω την επινοώ: Δεν χρειάστηκε, γιατί ό,τι κατά συνθήκη ονομάζεις λογοτεχνία ως εμπειρία ζωής και γραφής το αφομοίωσα και το μπόλιασα στα δικά μου γραπτά ως αναγνώστης των άλλων. Εξάλλου, –θα συμπλήρωνε ειρωνικά–, κι εσείς που γράφετε λογοτεχνία τι άλλο κάνετε, όποτε το κάνετε καλά, από το να διαβάζετε τους άλλους; Και, τέλος, οι μεταφράσεις μου δεν είναι λογοτεχνία; Τερματίζω απότομα αυτή την υποθετική απάντηση, επιστρέφοντας στην αρχή αυτού του σύντομου κειμένου και στη σχέση δασκάλου-μαθητή, για να ομολογήσω δημόσια ότι μετά από είκοσι πλέον χρόνια δικής μου πανεπιστημιακής διδασκαλίας, όταν εγκαταλείπω το αμφιθέατρο και τα βλέμματα των φοιτητών μου και μένω μόνος, αρκετές φορές αναλογίζομαι αν έχω αντιγράψει –ανεπιγνώστως;– τους τρόπους και τα λόγια του Δημήτρη Μαρωνίτη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here