Ποίηση για μια καλή χρονιά (Ρίτσος, Μέσκος, Βενέτης, Μαυρουδης)

0
6346

Ο ποιητής Θανάσης Χατζόπουλος ανθολογεί Γ.Ρίτσο, Μ.Μέσκο, Θ.Βενέτη και Κ.Μαυρουδή στην δική του “Ανθρωπογεωγραφία”.

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

(1909-1990)

 

ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ

 

Θολά τ’ αστέρια μες στη στέρνα,

η στέρνα μες στη μέση της παλιάς αυλής,

σαν τον καθρέφτη της κλεισμένης κάμαρας.

 

Γύρω στη στέρνα κάθονται τα περιστέρια,

άκρη άκρη στο φεγγάρι οι ασβεστωμένες γλάστρες,

γύρω γύρω στην πληγή μας τα τραγούδια μας.

(ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, 1938-1941)

 

 

ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ

 

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να ’ναι κι από αίμα

–όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα –

μπορεί να ’ναι κι απ’ το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.

 

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν

κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ’ τα κάγκελα

είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τραίνου.

 

Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά

και πρέπει να σκεφτείς το φως σ’ έναν κάμπο με στάχυα

και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών

και τις μητέρας να χαμογελάνε στα παράθυρα

για να βρεις λίγο χώρο ν’ απλώσεις τα πόδια σου.

 

Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,

γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα

το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα

όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος – βρίσκουμε τη φλέβα

που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε.

(απόσπασμα, ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ, 1949)

 

ΣΤΙΧΟΣ

 

Γεύση βαθιά του τέλους προηγείται του ποιήματος. Αρχή.

(ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ, σειρά πρώτη, 1957-1963)

 

ΠΡΩΤΗ ΗΔΟΝΗ

 

Περήφανα βουνά, Καλλίδρομον, Οίτη, Όρθρυς,

κυρίαρχα βράχια, αμπέλια, στάχυα κι ελαιώνες ˙

εδώ έχουν στήσει λατομεία, η θάλασσα τραβήχτηκε ˙

δυνατό μύρο ηλιοκαμένων σκίνων

και το ρετσίνι στάζοντας θρόμβους. Μεγάλο,

κατερχόμενο βράδυ. Εκεί, στην όχθη, ο Αχιλλέας,

ούτε έφηβος σχεδόν ακόμη, δένοντας τα σανδάλια του,

ένιωσε εκείνη την ξέχωρη ηδονή, καθώς κράτησε

μέσα στη φούχτα του τη φτέρνα του. Για λίγο αφαιρέθηκε

κι έμεινε να κοιτάζει τις ανταύγειες των νερών. Ύστερα

μπήκε στο σιδεράδικο και παράγγειλε την ασπίδα του, –

ήξερε τώρα επακριβώς το σχήμα, τις σκηνές, το μέγεθος.

(ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ, σειρά δεύτερη, 1964-1965)

 

ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

 

ΙΙ

Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους

τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους

την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει

σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί –

 

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα

σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή

καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.

Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι

κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο

και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο

που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ’ τη στέρηση

μα από την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους

είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

(ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ, 1958)

 

ΑΥΤΟ, ΝΑΙ

 

Ήσυχη θάλασσα. Η σκιά του ψαριού

πέρασε πάνω απ’ τ’ άλλο ψάρι. Μεσημέρι.

Εκείνο που είδες, εκείνο που μίλησες,

εκείνο που δε μίλησες, αυτό που κατόρθωσες

μες στο βαθύ, στο διάφανο ακατόρθωτο.

(Ο ΤΟΙΧΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ, 1967-1968)

 

ΝΥΧΤΑ

 

Ψηλός ευκάλυπτος μ’ ένα φαρδύ φεγγάρι.

Ένα άστρο τρέμει στο νερό.

Ουρανός άσπρος, ασημένιος.

Πέτρες, γδαρμένες πέτρες ώς επάνω.

Ακούστηκε πλάι στα ρηχά

δεύτερο, τρίτο πήδημα ψαριού.

Εκστατική, μεγάλη ορφάνια – ελευθερία.

(ΠΕΤΡΕΣ, 1968)

 

ΚΟΥΒΕΝΤΑ Μ’ ΕΝΑ ΛΟΥΟΥΔΙ

 

– Κυκλάμινο, κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα,

πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσχο και σαλεύεις;

– Μέσα στο βράχο σύναζα το γαίμα στάλα στάλα,

μαντίλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα.

 

ΤΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ

 

Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις, – εκεί που πάει να σκύψει

με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

 

Να τη, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.

(ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ ΤΗΣ ΠΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ, 1968-1970)

 

ΥΑΛΟΓΡΑΦΙΑ ΛΟΥΤΡΟΥ

 

Πώς είχε πυκνώσει ο αέρας απ’ τις μυρωδιές των μύρτων

κι απ’ τους πρησμένους ατμούς. Κι αυτός, κλεισμένος κιόλας

μέσα στο δίχτυ, βλέποντας ψηλά το παράθυρο. Στο θαμπό τζάμι

σχεδιασμένο το λευκό καμπαναριό. Το σκοινί της καμπάνας,

πιθανόν κρατημένο απ’ το μεγάλο αόρατο χέρι,

δονήθηκε άξαφνα κι αντήχησε δοξαστικός ο άτμητος ήχος

ανάμεσα στις λάμψεις των σπαθιών και στα σπασμένα κατάρτια

απ’ τα καράβια της επιστροφής. Το ξέρεις –ψιθύρισε– εκείνο

που επιζεί του θανάτου σου είναι αυτό που στερήθηκες στη ζωή σου.

(ΓΡΑΦΗ ΤΥΦΛΟΥ, 1972-1973)

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ

 

Κάθετος βράχος, – όλη μέρα να πίνει το λιοπύρι,

να το κρατάει στα σπλάχνα του κατάντικρυ στο πέλαγο,

κι εσύ με την πλάτη ακουμπισμένη στο βράχο, με το στήθος

ολάνοιχτο στη θάλασσα, – μισός φωτιά, μισός δροσιά,

κομμένος εγκάρσια, διπλός, σ’ έναν αγώνα μόνο

να σμίξεις το νερό με την πέτρα.

Στα μαλλιά σου κιόλας

η φτέρη φυτρωμένη, καμένη απ’ τον ήλιο. Ένα πουλί

στάθηκε εκεί – κάτι είπε διφορούμενο. Στις θηλές σου

το μέγα δροσερό χέρι της θάλασσας. Α, ηδονή

του δύο και του ένα, ανεπαρκής αυτάρκεια. Στις τσουκνίδες

βρήκα την παιδική σφεντόνα και το κουπί του αργοναύτη.

 

Κι ύστερα η νύχτα, η πιο μεγάλη, αγιασμένη απ’ τ’ άστρα.

(ΜΟΝΟΒΑΣΙΑ, 1974-1976)

 

 

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ

 

Γήινο βάθος σκοτεινό ώς το τέλος. Ένα μόνο

παράθυρο αναμμένο – ένα μεγάλο

κλεμμένο πράσινο διαμάντι. Ο ουρανός

ολόλευκος, ολόγυμνος. Ω, μυστικό ξημέρωμα –είπε–

δέρμα λευκό κατάστικτο με κόκκινους πόρους ˙όνειρο,

όνειρο επουλωμένο, η ουλή σου πιο λευκή στον κρόταφό μας.

(ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ, 1975)

 

ΤΟ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟ

 

Τα πράγματα –είπε– γνωρίζονται βαθύτερα απ’ τη στάση τους

παρά απ’ τ’ όνομά τους ˙έτσι μπορούν να διατηρήσουν

ταυτόχρονα τη σημασία τους και την ύλη τους, μέσα

στον ορισμένο χώρο τους κι έξω απ’ το χώρο,

μέσα στον πάγιο φωτισμό τους και στην ώρα τους, όπως

ετούτο το τραπέζι π.χ. όπου η αμίλητη γυναίκα

ακούμπησε μαλακά τους αγκώνες της κρύβοντας

το πρόσωπό της στα χέρια της, χωρίς δαχτυλίδια,

για να περάσει ωραία, ανώνυμη μέσα στο ποίημα.

(ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ, 1976)

 

ΜΙΚΡΟΠΡΑΓΜΑΤΑ

 

Τσατσάρες, ζώνες, ξυραφάκια –

αχ, μικροπωλητή μου, πού να ’ξερες

μ’ αυτή σου τη φτωχή πραμάτεια

πόσα μπαλκόνια μού ανοίχτηκαν

κατάντικρυ στη θάλασσα,

πόσα δάση μού χάρισαν τον ίσκιο τους,

πόσα αγάλματα μ’ ερωτεύτηκαν

κι αυτό το μικρό σαλιγκάρι

με δυο κεραίες από ζελατίνα

σεργιανάει ευτυχισμένο σ’ ένα φύλλο

κι ονειρεύεται μαζί μου.

(ΑΡΓΑ, ΠΟΛΎ ΑΡΓΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ, 1988)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ

(1935)

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ

 

Μέτρησα τα χνάρια του αγριμιού πάνω στο χιόνι

Οχτώ ματωμένα πέλματα στην μπάντα που φυτρώνει το

φεγγάρι στον ουρανό,

οχτώ ματωμένα πέλματα στη μεριά που ξεψυχάει ο ήλιος –

οχτώ βήματα αγριμιού Βοριά, οχτώ βήματα αγριμιού Δύση

 

(Όμως οχτώ βήματα αγριμιού

είναι ένας τάφος στρατιώτη πάνω στο άνθος του

χωμένου εδώ με την φροντίδα των συντρόφων του –

σ’ αυτά τα οχτώ ματωμένα πέλματα του αγριμιού όπου βημάτιζε

τυφλά το αιμοβόρο ένστιχτό του…)

(ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ, 1958)

 

ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ

 

Μόνον εσύ τρυγόνα ξέρεις πόσον ωραίο είναι

τ’ άσπρο φεγγάρι πάνω στο βουνό, θολώνεις το νερό

και πίνεις θάνατο όταν χαθεί η χαρά σου ˙

πάρε λοιπόν και την αγάπη μου και κρύψε την

καθώς εσύ γνωρίζεις

στη ρίζα της αγριογκορτσιάς ή σ’ ένα ρωμαλέο καραγάτσι.

 

ΜΟΥΓΚΟ

 

Η μάνα μου δεν ξέρει ελληνικά, καμιά

γλώσσα του κόσμου δεν μιλεί – όταν βροντάω

το καριοφύλι χαίρεται, όταν παίρνω

θλιβερό σκοπό μοιρολογάει ξεριζώνοντας

τρίχα τρίχα τ’ άσπρα της μαλλιά…

(ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ, 1963)

 

ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

 

Το σούρουπο γυρίζουν σπίτι τα νερά

αέρι δρόμοι σπαθί – στο σπίτι. Ο σκύλος

παίρνει το πόστο. Η άσπρη χαρακιά του Γαλαξία

στον ουρανό. Ώρα να φυλάξουμε καλά τα’ όνειρο

μην κρυώσει, μην λογιστεί ακόμη τα ξέφωτα.

 

… Καμιά φορά

πώς ξεπηδάει η σύμπτωση! Εκεί λοιπόν

στο ξέφωτο η βαλανιδιά. Τα φύλλα

της βαλανιδιάς με τα κλωνιά

κι αέρι και σκιά και μοιρολόι και μάνα –

κανείς, κανείς μην πει πως είναι μόνος.

 

ΜΑΚΡΙΝΗ ΧΩΡΑ

 

Όταν πεθάνω δεν θα τ’ ακούσεις.

Οι δρόμοι κλειστοί και το νερό αμίλητο στο ποτάμι.

 

Όταν πεθάνω δεν θα τ’ ακούσεις – θα το μάθεις αργά

εγώ θα κρατώ συντροφιά στους νεκρούς κι εσύ

κι εσύ θα καρτερείς φιλιά και κάστανα από

τη χώρα της Ασετιλίνης!

 

ΕΛΠΙΔΑ ΕΛΠΙΔΑ ΕΛΠΙ

 

Κι όμως στο τέλος πάντα κάτι μένει

έστω ξερά χορτάρια στην αυλή των κρεμασμένων

(στο διάβολο κι εσύ και το σχοινί σου)

ρίζα χλωρή λοιπόν και φωνή από μακριά που θυμάται

και ξαναγεννιέται

ένα πουκάμισο λευκό

εκεί κάτω στους μεταλλικούς αιώνες

θροΐζει πάντα σαν τελευταία ελπίδα.

(ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ, 1973)

 

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΙΣΤΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ

(Μικρό διάλειμμα στους άλλους καβγάδες).

 

Φίλος είναι μα νευριάζει απερίσκεπτα καθώς

δηλώνω συγγενής των Απάτσι, των Τσερόκι, των Σαγιέν.

Από την Τσικαντότσκα στο Μπάφαλο περπάτησα και δεν

γνωρίζω αν γυρίσω πίσω (ανω τελεία) λίγα τα ψωμιά μου, άλλο φως

 

δεν υπάρχει πάρεξ των παιδικών χρόνων εκείνο

που μιλούσε με τη σελήνη με τους γρύλους με τη σιγή,

σταυροπόδι ο καπνός χάιδευε τον ήλιο και των σπαρτών τη γη

για λίγο μόνο κόκκινα μπαϊράκια, παιχνίδι πες, στον αχινό

 

του βάθους μας έριξαν. Α, φίλε, πόσο φαρμάκι έχει το Ουράνιο

του χώματός μας που σκεπάζει όσια κόκαλα, βακούφια ιερά

κι ανώνυμα – για να κομπάζεις τώρα εσύ πατριώτης φανερά

 

επαγγελματίας μα τίποτε άλλο ωραίο δίκαιο ή σπάνιο.

(Τώρα του κόσμου οι άποικοι ανελέητα μας ντουφεκίζουν ˙

θαρρείς στα ξένα οι μάνες φοβισμένα πίτσκα νανουρίζουν).

(ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ, 1995)

 

ΑΦΗΓΗΜΑ

 

Μικρό παιδί πότε μεγάλωσε πότε αντρειώθηκε πότε

γκριζάρισαν τα μαλλιά του ˙και καλοκαίρια και χει-

μώνες χελιδονίσματα ανθών και πρωτοβρόχια ˙να ’ταν

για πάντα κόκκινη η στέγη του σπιτιού η ροδιά να ’ταν

στον παράδεισο της αυλής – πώς όμως πέρασαν τα χρόνια

αφού το μαύρο κλάμα νύχτωνε διαρκώς τη ζωή του;

 

ΠΕΝΤΕ ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ

IV

Ελένη Χ.

Είπες η αγάπη το μέγεθός σου ορίζει ˙

κάποια χέρια εδώ μεσολαβούν

τη νύχτα που πλαγιάζαμε μαγεμένοι

τη μέρα που οι φωνές δεν σκότωναν τη ζωή ˙

 

(τα χέρια σου ήταν πάλι

τώρα δεν γέρνουν στο κενό φωλιάζουν στα δικά μου χέρια).

(ΕΛΕΓΕΙΕΣ, 2004)

 

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ

 

Πόσο ουρανό θέλουν τα φτερά του σπουργιτιού;

Δυο ραμφίσματα στο μέσα του καρπού

και αναχωρεί ευγνωμονώντας!

 

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ

Του Κώστα Θ. Ριζάκη

Τρελαίνονται τα δέντρα όταν ανθίζουν

στον λόφο στον έρημο δρόμο στην καρδιά –

 

Μαύρε μου στόλισε με τ’ άνθη τη ζωή σου

στη λήθη στείλε τα δακρυσμένα σου κλαδιά!

 

ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ

 

Κάτω απ’ το προσκέφαλο υπάρχει ο θάνατος (λένε)

μην τα πιστεύεις με τα όνειρα σαλπάρισε εσύ ˙

 

να θυμάσαι τ’ ανθισμένα κλώνια των δέντρων

την οργισμένη βουή του δάσους και τη βροχή

που αστέρια γεννάει φιλώντας το ποτάμι

 

εσύ

μη λησμονήσεις το πάλλευκο χιόνι στο μέτωπο

του σκοτωμένου τη χαραμάδα που ονόμασαν ελπίδα

 

εσύ

ξένος εξόριστος στη χώρα πρόσεχε

τον ανώνυμο βυθό της μνήμης

το συχνό ψέμα της αλήθειας

τις στάχτες που τραβούν τη φλόγα σβήνοντάς την.

(Άλφα Βήτα, 2015)

 

 

 

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΝΕΤΗΣ

(1936-2014)

 

ΝΟΜΟΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ

 

Θα σου δείξω πως μεγάλωσα

με φως κλεμμένο από αστροφεγγιές

ένα ήμερο ποτάμι που πότιζε όνειρα

τα βουνά που με δίδαξαν τι θα πει

ενατένιση

 

Θα σε πάρω δίπλα στα βουρκόνερα

κοντά στις καλαμιές και τα χαλίκια.

Τζιτζίκια θα τρυπάνε τα σεντόνια

της σιωπής, ένας αναστεναγμός θα βόσκει

στο άπειρο.

(ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ, 1985)

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ

 

Καθημερινά ανακαλύπτω ρωγμές

στο σώμα μου.

Ο πατέρας που επέστρεψε

χωρίς ποτέ να εμφανιστεί.

Η μάνα που χάθηκε

χωρίς ποτέ να λείψει.

Η αδερφή που καπνός ήταν και καπνός

παρέμεινε.

 

Πέφτουν σοβάδες στα όνειρα

και υγρασία στα θεμέλια.

 

Το χάος στους αρμούς μου αυξάνεται

καθώς οι θάλασσες που πέρασα ξεράθηκαν

καθώς τα σύννεφα που ήπια

ξαναφάνηκαν.

 

Μένει η αγάπη

χαμογελά – κι εκεί αρχίζει ο κόσμος

εκεί τελειώνει.

 

Ένας κόσμος μικρός – σαν το σώμα μου.

Αόρατος – σαν τα δάκρυά μου.

(ΚΥΡΙΩΣ ΜΕ ΦΩΣ 1989)

 

ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ

 

Τι με νοιάζει

με ποιανού τα μάτια βλέπω

με τίνος πόδια περπατάω

στο σκοτάδι.

Άλλος

τα χέρια μου

κατευθύνει στο κενό

το αρχαίο τομάρι μου

το γδέρνουν

τοκογλύφοι.

 

Εκείνο

που με καίει

είναι

η άγνωστη

ψυχή μου.

 

(ΣΥΝΕΡΓΑ ΑΠΑΤΕΩΝΟΣ, 1993)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ

(1948)

 

Η ΛΕΞΙΣ «ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ»

 

Η λέξις «στρατιώτης»

αν δεν σε σπρώξει να σκεφθείς

ευθυνό χαμαιτυπείο του Κολωνού

ή συνάθροιση φαντάρων

έξωθεν του «Κοτοπούλη»

δυνατόν να οδηγήσει τη σκέψη

εις το ρήμα «σουρουπώνει»

ή εις τη σκηνή εκείνη

εντός του «Μεγάλου Αλεξάνδρου»

όπου τον μελαψό στρατιώτη

τον εκ νομού Πιερίας ή Πέλλης

–καπνοκαλλιεργητή πιθανώς–

σκύβοντας να πιάσει το τσιγάρο του

εφαντάσθηκες κόπτοντα φύλλα καπνού

εις το χωράφι του

απόγευμα Απριλίου.

(ΠΟΙΗΣΗ 1971-1972, 1979)

 

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ

 

Της φώναξε δυνατά απ’ τ’ άλογο.

Κάπνιζαν ακόμη τα δυο ερείπια.

Τον άκουσε.

Μυζήθρα κι ελιές

σ’ εφημερίδα παλιά.

 

ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ

 

Στάθηκαν στα δέντρα λαχανιασμένοι.

Αφουγκράστηκαν.

Μακρινές στη νύχτα οι φωνές των

χωροφυλάκων.

 

Ο γρύλος στο πεύκο

ουδέτερος.

 

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

 

Κάθισαν στις ελιές.

Άνοιξαν τα παγούρια. Οι άλλοι πιάσαν

το τραγούδι. Κάτι παλιό τον άγγιξε.

Αδιευκρίνιστο, διαχυτικό. Σαν Μάιος του

’32. «Αι γενεαί πάσαι», ασετιλίνες.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (1)

 

Μετά σαράντα χρόνια δεν είναι ίδιος. Τίποτε δεν θυμίζει εκείνον που γνωρίσατε. Ξεχνάει, λέει τα λόγια άλλου ρόλου. Αν πρέπει να είμαι σαφέστερος γι’ αυτόν, θυμηθείτε μια λέξη, όταν πριν να την περικόψει, μένει για λίγο αναποφάσιστος, ο ποιητής.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (2)

 

Εξοφλεί το δάνειο του χρόνου: Θυμάται. Όμως όλα χαμηλόφωνα πια. Αθόρυβα. Σαν τον ημίπληκτο κύριο (καλοκαίρι του 57) που μας ψιθύριζε κάτι απέραντα ευγενικό, χωρίς ν’ ακούγεται.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ (10)

 

Παίζω μαζί σου τον πρόσκοπο, μπαμπά. Βάζω το καθρεφτάκι του ποιήματος στο πρόσωπό σου, να δω αν θαμπώνει.

 

ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ, 1979

 

Μάρμαρο χλιαρό απέναντι στη δύση. Απόγευμα που υπήρξε πάλι πριν, κι αμφέβαλε το φως του όπως τώρα. Πράξεις απ’ την ίδια διάρκεια: ξεχασμένο τζιτζίκι από τότε. Μακρινό σκυλί σαν επανάληψη. Δυο τρεις Αργείοι που καθυστέρησαν.

Είναι εννιά. Δεν έχουν σώμα πια οι λόφοι. Σκουραίνει η ταξιθέτρια στο τελευταίο φως.

(ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, 1989)

 

ΑΝΟΙΞΗ

 

Σας παρακολουθούμε τοπία με προσοχή

τις διαθέσει τις μεταβολές σας

τοπία αιχμάλωτα της ώρας και των εποχών

εδώ για παράδειγμα

η παλιά ημέρα με τη φωτογραφία της

φράση απ’ το μεγάλο κείμενο της εκδρομής:

παραταγμένοι σε άρτια σύνθεση

(το χτένισμα

τα ρούχα)

τους βλέπετε ευτυχείς

μετά απ’ τις θεατρικές κινήσεις του ταγκό ˙

να γίνω πιο συγκεκριμένος:

τοπίο με δέντρα και καλάμια (ακμαία, ενός έτους η ΕΡΕ) Blue Tango είχε μόλις προτείνει ο σχεδόν ακέραιος αριστερά, ζήτησαν ύστερα επίμονα την  Cumparsita (La Cumparsita, φώναζε ο μεθυσμένος έχοντας πάνω του σαν αφοσίωση το βλέμμα εκείνης). Η άγραφη λεζάντα λέει Πρωτομαγιά. Τίποτε δεν υπάρχει πλέον (μπορείς κι εσύ να πεις με στόμφο «I had not thought death had undone so many»), όμως εδώ όλοι επιμένουν, το βράδυ θα επιστρέψουν με κουρασμένη ζάλη, ο κήπος (το μεταλλικό γρύλισμα της πόρτας), οι ομιλίες τους, ο σκύλος που δεν σταματά μετά την άφιξη ˙

δεν τέλειωσα με τη φωτογραφία:

στην επιφάνεια του τραπεζιού

άγνωστο πώς ανάμεσα στα πιάτα

ο άσπρος σκούφος της κουζίνας

«Εγώ κι εσείς είμαστε Τώρα»

ισχυρίζεται η εικόνα

λέει ακόμα «αίθριος βαθύς ουρανός

χωρίς σύννεφα»

ανύποπτη πώς είναι η αναδρομή στον εαυτό της

κάτι ας πούμε όπως η ποίηση

που εγκαθιστά αφηγήσεις

σ’ έναν τόπο χωρίς γεγονότα

(ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ, 2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΓνώριζε λοιπόν ο Ζαμπέτας τον κυρ – Αλέξανδρο;
Επόμενο άρθροΕξορία και γλώσσα (του Μπερνάρ Γκολς)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ