Πιπέρι στο στόμα (χριστουγεννιάτικο 7, της Κωνσταντίας Σωτηρίου)

0
251

Σωτηρίου Κωνσταντία (*) 

 

Το σπίτι το αγόρασαν όταν μετακόμισαν, πριν πέντε χρόνια και αν είχε κάτι να πει για αυτό, ήταν πως είχε την πιο όμορφη κουζίνα του κόσμου. Όλοι το έλεγαν για την κουζίνα της και εκείνη το ήξερε πώς ήταν απίθανη, με την βαριά σιδερένια στόφα που δέσποζε στο δωμάτιο, τα μεγάλα ντουλάπια από ξύλο πεύκου, και τις βιτρίνες από γυαλί που της επέτρεπαν να βάζει σε κοινή θέα το σετ τσαγιού από λευκή πορσελάνη.

Αλήθεια, έχεις  σετ τσαγιού; Την είχε ρωτήσει κοροϊδευτικά η αδελφή της όταν είχε έρθει τον πρώτο χρόνο να τους επισκεφθεί.  Οι γονείς της το ξεκαθάρισαν από την αρχή, δεν θα άντεχαν ποτέ τόσες ώρες ταξίδι.

Σετ τσαγιού;

Στην πραγματικότητα το λένε σερβίτσιο, την διόρθωσε. Σερβίτσιο τσαγιού, 12 φλιτζάνια με τα ασορτί πιατάκια τους, τσαγέρα, κανατάκι για το γάλα, ένα μικρό μπολ για ζάχαρη και 10 μικρά πιατάκια του γλυκού. Τα άλλα δύο; Να μην σε νοιάζει. Κοίτα! Έχουνε γύρω γύρω ένα κλαδάκι τριανταφυλλιάς, απαλό πράσινο τα κλαδάκια, τα λουλούδια τρεις αποχρώσεις του ροζ και στο στόμα τα φλιτζάνια χρυσίζουν. Κοίτα!

Και πότε πίνετε τσάι;

Ποτέ δεν έπιναν τσάι. Στο σπίτι με την ωραία κουζίνα, στο χωριό που τώρα ζούσαν, σε αυτή την νέα παράξενη χώρα που τώρα βολεύτηκαν, έκανε απίστευτη ζέστη. Ακόμα και τα Χριστούγεννα. Ειδικά τα Χριστούγεννα,  έκανε τόση ζέστη που σου ερχόταν να βάλεις τα κλάματα. Στο σπίτι φέτος είχαν πιάσει να στολίσουνε το δέντρο αρχές Νοεμβρίου επειδή το ήθελε το παιδί, και ας την πείραζε ο Νίκος πως έκανε πάντα ότι ήθελε ο Σαββάκης,  «στα δάχτυλα σε παίζει ο γιος σου» , και είχαν φτιάξει τα πάντα πανέμορφα, με χρυσές μπαλίτσες και καμπανάκια και τα παλιά ξύλινα στολίδια σε εκείνο το κουτί που είχαν φέρει από το σπίτι, θυμάσαι Σάββα; Ο Σάββας δεν θυμόταν, αλλά το δέντρο είχε γίνει πανέμορφο με όλα εκείνα τα στολίδια και τα χρυσάφια στα κλαδιά του και έμεναν να το κοιτάζουν τελικά και οι τρεις έκθαμβοι, γεμάτοι χαρά, γεμάτοι προσμονή για τις γιορτές που θα έρχονταν, για τα φώτα και τα δώρα και τα γλυκά ενώ ο ιδρώτας έσταζε από πάνω τους κύματα, έγιναν μούσκεμα μέχρι να στολίσουν το δέντρο και τελικά δεν άναψαν καθόλου τα φωτάκια, είχε τόσο φως εκείνη την μέρα έξω, ο ήλιος έκαιγε, τους τσουρούφλιζε, τα άλλα δέντρα έξω φάνταζαν ξερά και κίτρινα, σχεδόν ντράπηκαν για το όμορφο πράσινο δέντρο στο σαλόνι τους. Έκανε τόση ζέστη που σου ερχόταν να βάλεις τα κλάματα.

Όχι, δεν έπιναν καθόλου τσάι. Ποιος πίνει σήμερα τσάι; Ωστόσο, είχε μάθει τουλάχιστον να φτιάχνει μπισκότα, μπισκότα μαλακά βουτύρου, ότι πρέπει για το τσάι, με μια εσάνς τζίντζερ, λίγη κανέλα και ξύσμα από ένα και μισό πορτοκάλι, που τα έπαιρνε στα παζαράκια και τις γιορτές στο σχολείο του Σάββα, μαζί με τις νέες της φίλες, τις άλλες μαμάδες . Ένα και μισό πορτοκάλι; Έλεγαν με θαυμασμό οι κυρίες, ποιος θα το σκεφτόταν το ένα και μισό ξύσμα από πορτοκάλι! Βάζετε μέσα και τον χυμό; Βεβαίως, έλεγε, βεβαίως και βάζουμε μέσα και τον χυμό από πορτοκάλι. Τι μπισκοτάκια βουτύρου θα γίνονταν χωρίς τον χυμό πορτοκάλι; Έτσι την είχε μάθει από μικρή η γιαγιά. Τα μπισκότα ήταν παλιά οικογενειακή συνταγή, έλεγε στις νέες τις φίλες, πήγαινε από κόρη σε κόρη, τα παιδιά μάθαιναν από μικρά να πλάθουν την ωραία ζύμη, να κόβουν με τα ωραία φορμάκια τα μπισκοτάκια, να φτιάχνουν Χριστουγεννιάτικα δέντρα και ελαφάκια και άγιους Βασίληδες από μπισκότο, με βούτυρο και γεύση πορτοκάλι. Θέλετε άλλο ένα μπισκότο, θέλετε άλλο ένα άγιο Βασίλη με γεύση βούτυρο και πορτοκάλι;

Της είχε κάνει και εκείνης εντύπωση τότε που είχε δει την συνταγή. «Τα καλύτερα Χριστουγεννιάτικα μπισκότα, δεν θα χρειαστείτε στη ζωή σας άλλη συνταγή», φώναζε η Αργυρώ στην τηλεόραση και εκείνη είχε αφήσει τις κούτες  που μάζευε τότε για την μετακόμιση και έγραψε την συνταγή πίσω από έναν παλιό φάκελο λογαριασμού που βρήκε πρόχειρο στο συρτάρι. Ένα και μισό ξύσμα από πορτοκάλι, δεν θα πικρίζει; σκέφτηκε. «Καλέ, όχι!», της απάντησε δυνατά η μαγείρισσα στην τηλεόραση, είναι μεγάλη η δόση και η γεύση θα απλώσει! Τα θέλουμε για το άρωμα. Είναι μεγάλη η δόση και το άρωμα απλώνει, έλεγε τώρα στις καινούργιες τις φίλες, έτσι μας έλεγε η γιαγιά μου, αν θέλετε σας γράφω την συνταγή, την φέραμε μαζί μας από την πατρίδα. Δεν θα πικρίζει, τα μπισκότα βγαίνουν ωραία.

Τα πάντα έβγαιναν ωραία στη νέα πατρίδα, τα μπισκότα δεν πίκριζαν, το δέντρο στο σπίτι έλαμπε ολόλαμπρο, φορούσαν κοντό μανίκι τα Χριστούγεννα, έκαναν τα ψώνια τους ακούγοντας κάλαντα χωρίς να φοβούνται ότι θα βρέξει. Το μόνο χιόνι ήταν στις βιτρίνες, το μόνο κρύο στον φασκιωμένο Χριστούλη που στόλιζε τις φάτνες και που την ρωτούσε στις αρχές ο Σάββας πώς γίνεται με τόσο ήλιο να κρυώνει. Στις αρχές. Μετά ο Σαββάκης συνήθισε, για εκείνον  και τον Νίκο τα Χριστούγεννα ήταν ηλιόλουστα, δεν θυμόνταν καν πως στο παλιό το σπίτι τους τις γιορτές χιόνιζε, ούτε πόσο της άρεσε να πίνει τσάι.

Τουλάχιστον, είχε τη συνταγή με τα μπισκότα της, έφτιαχνε κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα τα ωραία μπισκότα της, με το πορτοκάλι και το βούτυρο, με το ξύσμα που γινόταν άρωμα και άπλωνε, έφτιαχνε δύο και τρία, μερικές φορές και τέσσερα ταψιά και τα ετοίμαζε για τις Χριστουγεννιάτικες  γιορτές του σχολείου, για τα φιλανθρωπικά παζάρ με τις νέες τις φίλες της, έκανε και μια έξτρα δόση να μασουλάνε μαζί στο διάλειμμα, στα ωραία παζάρ με τα κάλαντα και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στους 40 βαθμούς. Κάθε χρόνο, εδώ και πέντε χρόνια, δύο και τρία ίσως και τέσσερα ταψιά μπισκότα και τα έπαιρνε στα παζάρ και σε επισκέψεις. Επειδή όσο και να έδινε την συνταγή, καμία δεν πετυχαίνανε τα μπισκότα όσο τα δικά της. Καμία δεν τα έκανε τόσο καλά. Αργυρώ την λένε την γιαγιά σας; Κι όλες της ζητήσουνε να τα φτιάξει, κάθε χρόνο και περισσότερα και κοίτα φέτος που είχε να ψήσει πέντε ταψιά. Πέντε ολόκληρα ταψιά με μπισκότα. Και η αδελφή της είπε πως δεν θα ερχόταν. Οι γονείς της, το ξεκαθάρισαν από την αρχή, δεν θα άντεχαν ποτέ τόσες ώρες ταξίδι.

Έβαλε να φτιάξει τα μπισκότα, κοσκίνισε το αλεύρι, έβαλε το τζίντζερ και τα πορτοκάλια, πάνω που πήρε να κοιτάξει στο ντουλάπι για την κανέλα πήρε στα χέρια της κατά λάθος το μαύρο πιπέρι. Κοντοστάθηκε μόνο για μια στιγμή και ύστερα άρχισε να πασπαλίζει τη ζύμη. Μαύρα συννεφάκια  πιπέρι για τα μπισκοτένια δεντράκια, τα ελαφάκια και τον άγιο Βασίλη.  Χριστούγεννα δέντρα και ελαφάκια και άγιοι Βασίληδες από μπισκότο, με βούτυρο και γεύση πιπέρι.

Να να και να και να και να και να.

Μα τι κάνατε φέτος; Την ρώτησαν οι κυρίες στο Χριστουγεννιάτικο παζάρ,  τί αλλαγές  μας έχετε επιφυλάξει, αυτή η ευχάριστη κάψα στο στόμα, η αρμονία της αψάδας με το γλυκό, νομίζαμε πως δεν πειράζατε καθόλου την συνταγή της γιαγιάς Αργυρώς, βάλατε μέσα πιπέρι; Ποιος θα το σκεφτόταν έλεγαν με θαυμασμό οι κυρίες. Το πιπέρι. Ήταν μεγάλη η δόση και η γεύση είχε απλώσει. Το πιπέρι είχε δώσει υπέροχο άρωμα. Τα μπισκότα, της είπαν οι καινούργιες τις φίλες, είχαν γίνει ακόμα πιο γευστικά.

Μετά που ξεπούλησε όλα τα μπισκότα στο παζαράκι,  έβαλε στην τσάντα τα άδεια ταψιά, πήρε από το χέρι τον Σαββάκη και ξεκίνησαν για το σπίτι. Ο μικρός δεν τράβηξε το χέρι του όπως έκανε τελευταία αλλά την έσφιξε πιο πολύ στο δικό του.

Στο σπίτι το δέντρο ολόλαμπρο. Έξω τόση ζέστη όση να βάλεις τα κλάματα. Πάνω που πήρε να πλύνει τα ταψιά ο Σάββας της άφησε στο τραπέζι της κουζίνας ένα πακέτο. Είπα να το αφήσω για τα Χριστούγεννα, της είπε. Αλλά, να, έλα. Το βρήκαμε χθες, κάτω στην πόλη με τον μπαμπά.

Τα πιατάκια ήταν παράταιρα, τα κλαδάκια δεν ήταν τριανταφυλλένια και τα λουλούδια άλλες αποχρώσεις του ροζ. Αλλά τα πήρε αμέσως και τα έβαλε στην βιτρίνα της κουζίνας, δίπλα στα άλλα. Επειδή στα αλήθεια είχε την πιο όμορφη κουζίνα του κόσμου, την καλύτερη στόφα και το πιο όμορφο σερβίτσιο τσαγιού που μπορούσε ποτέ να φανταστεί.

(*) Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε στη Λευκωσία. Η νουβέλα της «Η Αϊσέ πάει διακοπές», βραβεύτηκε με το “Athens Prize for Literature”. Η δεύτερη της νουβέλα «Φωνές από Χώμα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here