Πικρή Θάλασσα

0
302

Του Σωτήρη Δημητρίου. (*)

Πλωτά νησιάΣυγγραφέας: Δημήτρης Μίγγας

Πλωτά νησιά

Εκδόσεις: Μεταίχμιο

 

 

 

 

Το μυθιστόρημα του Δημήτρη Μίγγα Πλωτά Νησιά είναι ένα καλόηχο ταξίδι στη γλώσσα. Ήδη ο τίτλος εισάγει τον αναγνώστη στα θέματα του βιβλίου αλλά και στον φίνο γλωσσικό του τρόπο. Οι λέξεις του, οι φράσεις του, η ροή τους δημιουργούν ακουστική ευφροσύνη. Η άνω τελεία –το πιο σκεπτόμενο σημείο στίξης· πολύτιμο εργαλείο για τον συγγραφέα– είναι πανταχού παρούσα. Μάλιστα μια φορά είδα δύο άνω τελείες σε μία φράση.

Η οικονομία του βιβλίου είναι εξαιρετική χωρίς ποτέ να οδηγεί στην ξηρότητα ή στο δυσνόητο. Σαν να διαβάζεις ένα πυκνό διήγημα απλωμένο σε πολλές σελίδες. Εν τούτοις υπονοούνται συνεχώς περισσότερα από όσα λέγονται χωρίς η ιστορία να γίνεται ασαφής. Πάλι όμως εν τούτοις απ’ το βιβλίο εκλύεται μια σχεδόν αρχετυπική νοσταλγία για κάτι που ζήσαμε αλλά δεν μπορούμε να το ονομάσουμε. Η αδρή γραφή συνδυάζει αθωότητα, καλοήθη αδιαφορία και ενήλικη βαθύτητα.

Οι τέσσερις φίλοι είναι έξοχα σκιαγραφημένοι και όχι τόσο με εξωτερικά σουσούμια όσο με τις εσωτερικές ιδιομορφίες τους. Προβάλλονται στην οθόνη του νου απτοί, ένσαρκοι. Ο απών ήρωας, ο Στρατής, με έναν μυστήριο τρόπο εγγράφεται αχνά στην συνείδηση του αναγνώστη εντείνοντας έτσι την απουσία του. Προσωπικά πιο πολύ με έθελξε ο τύποις κυνικός αλλά και πιο ανοχύρωτος Θεμιστοκλής.

Όταν κανενός προβάλλει αθέλητα στην σωματική εκφορά κάποια παιδική γκριμάτσα, καταβυθιζόμαστε στην παιδική ηλικία. Εκεί όπου θα έπρεπε κατά τον Νίτσε να περαιούται η ζωή. Αυτήν την γκριμάτσα την αναμένει με λαχτάρα ο ήρωας συγγραφέας. Αυτός ο ήρωας φαντάζει ταπεινότερος απ’ τους άλλους και έτσι συντονίζεται η συγγραφική του ιδιότητα στην λαϊκή αίσθηση του μυθιστορήματος.

Οι άνδρες αυτοί μιλάνε όπως μιλάνε γιατί παλεύουν συνεχώς με τα αισθήματά τους, με τις αρχές τους. Σκολιαρόπαιδα τότε και όμως τα καλοκαίρια δούλευαν στα γρι-γρι, απ’ τις σκληρότερες θαλασσινές δουλειές. Ίσως γι’ αυτό η εφηβική εκφορά τους μετέχει στην ανδρική ωριμότητα. Είναι αξιοθαύμαστα το μέτρο και το κράτημα στους διαλόγους τους ακόμα κι εκεί που φαίνεται ότι εκτραχηλίζονται. Θα τους έλεγα μάγκες με την καλή έννοια αν δεν ήταν κατά κάποιον τρόπο ο αντίποδάς τους.

Οι δεύτεροι ήρωες είναι επίσης έξοχες μονοκονδυλιές· ο καθηγητής, ο αστυνομικός, ο λιμενάρχης. Ο πρωτοδεύτερος ήρωας, ο καλόγερος, δεν οικειούται εύκολα απ’ τον αναγνώστη ίσως γιατί είναι στις παρυφές αυτού του έντονα κοινωνικού μυθιστορήματος. Με την στάση του όμως αυτός ο ήρωας προτείνει τον δικό του δρόμο, δεδομένου ότι ο φούρνος της ζωής δεν χορταίνει ποτέ κάρβουνο.

Και για το φόντο της εποχής –πολιτικό, κοινωνικό, της καθημερινότητας– ο συγγραφέας αποκρύβει λόγια. Μας μεταφέρει γρήγορα και εναργώς στην ουσία της με λίγους ευρηματικούς οδοδείκτες όπως τα ψηφία της λέξης ελευθερία στην ταράτσα της νομικής.

Είναι ένα ταξίδι στη ζωή. Ο αναγνώστης διαρκώς αναγάγει αβίαστα απ’ τα λόγια των ηρώων αλλά και του συγγραφέα στην δική του ζωή, στην καθολική ζωή. Η απόγευση είναι πικρή αλλά περιέργως δεν καταθλίβει, το αντίθετο. Όπως δεν καταθλίβει και η παροιμία –λόγω του τρόπου της φαντάζομαι– παντού αλμυρή είν’ η θάλασσα μα τόπους- τόπους λύσσα. Έτσι ακριβώς είναι και η θάλασσα του βιβλίου.

Σ’ όλο το βιβλίο ανάβονται διαρκώς τσιγάρα πολλές φορές άφιλτρα. Έχεις συνεχώς την αίσθηση ότι οι ήρωες θα κάπνιζαν και την στάχτη τους, όπως λέει κάποιος στίχος του Τάσου Καπερνάρου.

«– Ποτά, τσιγάρα κι ασωτίες θα σε γονατίσουν, ανέλαβε να τον νουθετήσει ο Νίκος: Φρόντισε λίγο και τον εαυτό σου. Μεγαλώνουμε, Θεμιστοκλή. Έρχονται χρόνια δύσκολα.

– Γι’ αυτό παλεύω, αδερφέ. Μήπως καταφέρω να μη φτάσω εκεί και να γλυτώσω απ’ το στραπάτσο»

Υπόρρητα υπάρχει παντού στο βιβλίο το τάξιμο της ζωής για φιλία, αγάπη, ασφάλεια, εκπλήρωση αλλά και η συστηματική εκ μέρους της υπονόμευση. Η ενοχή επίσης διαποτίζει το κείμενο, οι ερωτικές και άλλες προδοσίες, η μνήμη. Ακόμα και ο Θεμιστοκλής που συνεχώς την κλωτσά στο τέλος είναι γερά πιασμένος στο δόκανό της.

Δεσπόζει επίσης η εγκατάλειψη. Βέβαια αυτές οι ψυχικές καταστάσεις είναι διαχρονικές – τουλάχιστον όσο βλέπει τους ανθρώπους ο ίδιος ήλιος. Έτσι είναι ευφυής και αποτελεσματική η αντίστιξη που κάνει ο συγγραφέας με τον ομηρικό Ελπήνορα. Η απώλεια, η απουσία, ο θάνατος επίσης διατρέχουν το βιβλίο. Οι ακροτελεύτιες φράσεις του αυτήν την απώλεια υπογραμμίζουν: «Ύστερα από εφτά ημέρες εγκατέλειψαν τις έρευνες. Τους κήρυξαν αγνοούμενους».

Είναι ένα ταξίδι στην θάλασσα, στην απεραντοσύνη. Κάποια στιγμή ο καλόγερος αφαιρείται κοιτάζοντάς την.

«– Τι βλέπει; έσκυψε και ρώτησε σιγά ο Νίκος.

– Αγναντεύει τη θάλασσα, ξεδιάλυνε το μυστήριο ο Θεμιστοκλής.

– Μα τόσα χρόνια δε βαρέθηκε; απόρησε ο άλλος.

– Χορταίνεται η θάλασσα ποτέ; σχολίασε ο Θέμης δυνατά.»

Η μαγγανεία της θάλασσας από άλλη μια μεριά πλευροκοπεί τον αναγνώστη και με την συνεχή χρήση εξαίσιων ναυτικών λέξεων: Γρι – γρι, καβατζάραμε, πορεία βορειοδυτικά, απόνερα, φρεσκαδούρα, μποτζάρισε, πουντέλεια, παραπέτα, πρυμάτσες, μόλος, φουνταρισμένος, στρωμάτσες, φώτα πορείας, καλάρω, μπουλμέδες, αργάτης, μηχανότρατα, μπότζι, σεντίνα, ρότα. Όλο αυτό το κουβάρι των ανθρώπινων σχέσεων του βιβλίου διαλύεται και αφομοιώνεται απ’ την απέραντη, την μυστική θάλασσα.

«– Γιατί γράφεις, ρε;

– Δε σε καταλαβαίνω.

– Θα στο κάνω εγώ λιανά, Τασούλη. Λεφτά να βγάζεις, δεν το βλέπω· κι αν ήθελες να πλουτίσεις θα έκανες άλλη δουλειά. Τη δόξα δε σε έχω ικανό να την προλάβεις.»

Το άσφαλτο αποτύπωμα της γραφίδας στο εν λόγω βιβλίο δεν δείχνει άνθρωπο που τον κινεί η δόξα και τα χρήματα. Αλλά και η ερώτηση του Θεμιστοκλή είναι ρητορική γιατί είναι άνθρωπος έξυπνος. Ποιος εχέφρων θα χαράμιζε την μικρότατη ζωή του γι’ αυτά τα πράγματα αν είχε μάλιστα την δυνατότητα να την εκπληρώσει με άλλο τρόπο; Τα Πλωτά Νησιά –ο άλλος τρόπος στην περίπτωσή μας– είναι ένα καλάρμενο ταξίδι του αναγνώστη στην θαλπωρή των λέξεών του, στο απαλό, ευγενές άγγιγμά τους και μέσω αυτών σε απόμακρες κώχες της ψυχής. Ένα ταξίδι στα κλιμακούμενα συναισθήματα που κάποια στιγμή προκαλούν λυτρωτικά δάκρυα, όπως όταν ο Θεμιστοκλής ψαύει, χαϊδεύει το πρόσωπο του χαμένου φίλου τους.

 

(*) Το κείμενο διαβάστηκε από τον συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου στις 19/11/12 κατά τη διάρκεια της παρουσίασης στην Αθήνα του μυθιστορήματος Πλωτά Νησιά του Δημήτρη Μίγγα.)

Προηγούμενο άρθροΣαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας
Επόμενο άρθροΑφιέρωμα στον Ρώσικο Φουτουρισμό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here