« Πεζή Οχούμενη» (της Άννας Ρωμανού)

0
731
Chelsea Shorts walks along the railroad tracks near her home in East Austin.

 

 της Άννας Ρωμανού

Τραγουδώντας ρώσικα

      θα διαπλεύσω

      τον μαύρο Βόλγα

      μια και τα μάτια σου

      τα σκοτεινά

      είναι βαθιά

      πολύ βαθιά για μένα

 

    Η ποίηση είναι ένας τρόπος να διαβάζει κανείς τη ζωή. Είναι ένας τρόπος να αγαπά χωρίς να  πεθαίνει . Eίναι το αναλγητικό βάλσαμο στον πόνο των πιο βαθιών συναισθημάτων , των ελλείψεων, των εκπληρώσεων, των επιθυμιών .  Η πεζο-ποιητική συλλογή με τον ευφάνταστο τίτλο « Πεζή Οχούμενη» της   Αγγελικής Πεχλιβάνη στην αριστουργηματική έκδοση της Κίχλης που την καθιστά ένα αισθητικό κομψοτέχνημα, είναι μια ποίηση πρωτεϊκή που σε λυτρώνει  μεταμορφώνοντας το σαρκίο σου πότε  σε σύννεφο, πότε σε θάλασσα, πότε σε πάγο και πότε σε καιόμενη βάτο. Στο τέλος η μνήμη σου απομένει άγλωσση , σαν το έμβρυο στην μήτρα. 

    Από τις πρώτες σελίδες το μικροσκόπιο εστιάζει σε στιγμιότυπα της ιστορίας , η Αχμάτοβα , ο Τσέχωφ , ο Μαγιακόφσκι , τα φαντάσματα των ¨πατερούληδων¨ της ιστορίας στοιχειώνουν το ομιχλώδες τοπίο της ρώσικης στέπας.  Ο Αναγνωστάκης βγαίνει στους δρόμους ψιθυρίζοντας στίχους – μέσα από το βλέμμα της Πεχλιβάνη σαν σε camera obscura –  και οι νεκροί ποιητές,  πουλιά του Κάτω Κόσμου, μεταμορφώνονται σε άγγελοι με πύρινη ρομφαία που καθαίρει τα πάντα δεν αφήνει τίποτε όρθιο. Ταρκοφσκικές εικόνες , κοφτερές σαν ξυράφι : Ο Τζόυς στο κοιμητήριο κι ο ανώνυμος Ιρλανδός με το κοντομάνικο που βγάζει φωτογραφίες στη βροχή. Ποιος θα πληρώσει το βαρκάρη που σ΄αυτήν την ανομολόγητη Νέκυια φωτίζει με κλεφτοφάναρο την τραχιά μορφή του Έζρα Πάουντ; το σαλεμένο ανικανοποίητο βλέμμα του Βιζυηνού που πιπιλάει με γλύκα την ανάρμοστη γλώσσα του πόθου στους στίχους του εγκλεισμού του;  Τον Μίμη Σουλιώτη που γίνεται όραμα κι εκπνέει στίχους σε ακατάληπτα λατινοσλαβικά , μιλώντας  για την αγάπη που ναι βαθύτερη από το συναίσθημα και έπειτα η μορφή του χάνεται για πάντα στο βορειοδυτικό τοπίο της ομίχλης;  Ποιος μπορεί να μην στοιχειώσει  από την ψύχρα του ορεινού Ηπειρώτικου τοπίου , περικυκλωμένος από βουνά θεόρατα  , πώς να μην οξειδωθεί η θύμηση στα  γυάλινα Γιάννενα του Γκανά , στους στίχους τούτης της συλλογής που κόβουν τα χέρια  σαν σπασμένο ποτήρι στον κυκλωτικό χορό των κλαρίνων; Πώς να γλυτώσεις , πώς να μείνεις στεγνός από όλη αυτή τη νοσταλγία που στάζει αργά στο υγρό χώμα; 

   Κι έπειτα η εξομολόγηση . Όχι της αυτοβιογραφίας μα η άλλη. Του ποιητή που γράφει με πένα τα ίδια του τα σπλάχνα. Εκείνη που κρατάει το μικρό μαχαιράκι το κοφτερό και ξεχωρίζει καρδιές και σπλήνες , ξεντεριάζει το υποσυνείδητο, τους πόθους, την αγωνία της γραφής. Η γλώσσα που γδέρνει με μια κίνηση , αφήνει το κορμί γυμνό σε μια λιμνούλα αίματος και κρεμάει το τομάρι στο τσιγκέλι. Ανατέμνει τα όνειρα σαν να ΄ναι  σάρκινα κι ας είναι άϋλα. Αυτοσαρκάζεται για να λυτρωθεί από τη ματαιότητα .

   Στην ποίηση της Πεχλιβάνη η σχολική τάξη  μυρίζει καμένο δέρμα , δροσιά μυρωδάτη από νεανική ορμή , η μυρωδιά  σε χτυπάει στα ρουθούνια σαν πιπέρι . Ξάφνου αεράκι , ο ήχος του ξεφυλλίσματος της κόλας , κι η νεότητα πάλλεται στους στίχους ολοζώντανη σαν φτερά πουλιού εγκλωβισμένου. Λαλούν οι εικόνες  σαν  πουλί σε ποίημα του Πρεβέρ. Δε θα μπορούσε να ναι αλλιώς. Η Πεχλιβάνη είναι το αντίδοτο στη στείρα εκπαίδευση, οργώνει , σπέρνει, ποτίζει την εύφορη ψυχή των νέων ανθρώπων κι έπειτα σαν τον καλό σπορέα φροντίζει το βλαστάρι να γίνει δέντρο. Πολλά δέντρα, δάση φτιάχτηκαν από κείνη.  Δρυμοί ολόκληροι που σκάφτηκαν, φυτεύτηκαν , θέριεψαν με τον ιδρώτα και το αίμα της ψυχής της , τόσα χρόνια.

   Κι έπειτα σα διαμάντι που κόβει χειρουργικά το λίπος όπως κάνει ο καλός χασάπης, οι  στίχοι της με ακρίβεια ,  καίρια λιτοί , μεταφυσικοί, αγωνιώδεις,  ζωγραφίζουν σαν πίνακες του Χόππερ ιστορίες ανθρώπων μοναχικών. Τα πεζογραφήματα της συλλογής , αποτελούν μνημειώδη κομψοτεχνήματα μικρού μυθιστορήματος,  κομψά και ντελικάτα σαν  βιβλίο – μπονσάϊ η κάθε ιστορία.

    Κι η μουσική δε θα μπορούσε να λείπει από την ποίηση ενός ανθρώπου που δεν ακούει  τη μουσική. Την αναπνέει . Η μουσική, όχι μόνο ως αίσθηση του μέτρου στις αράδες του βιβλίου που ούτως ή άλλως αποπνέουν ήχους  από δοξάρι βιολιού , από νέγρικο μπλουζ από γρατζουνισμένο  σαρανταπεντάρη δίσκο, από καλοκουρδισμένο  πιάνο με ουρά σε βιεννέζικο σαλόνι , λυγμός από σαξόφωνο σε  μπαράκι του Μανχάτταν. Η ίδια η μουσική είναι το θέμα ενίοτε , ο Μότσαρτ, τα μπλουζ , τα παθιασμένα bel cantos, τα πολυφωνικά της Ηπείρου. Ο Γιόχαν Σεβαστιανός , ο Μάλερ κι ο έρωτας. Πάντα ο έρωτας, σφοδρός σαν τυφώνας, απαλός σαν αεράκι . Σκληρός και τρυφερός ταυτόχρονα όσο  το άγγιγμα στο δέρμα των εραστών.  Κατάρα κι ευλογία μαζί. Una “furtiva lagrima”, το ελιξίριο του Έρωτα αυτοπροσώπως.

    O Έρωτας κι ο Θάνατος. Χορεύουν αγκαλιά καταραμένα και λυτρωτικά όπως στους Ελεύθερους Πολιορκημένους.  Οι στίχοι αν ήταν μουσική θα ήταν το Adagietto του Μάλερ, ή «Ο θάνατος και η κόρη», το Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.14 του Σούμπερτ. Ή το Αντάτζιο του Αλμπινιόνι. Ο έρωτας κι ο θάνατος, το κόκκινο και το μαύρο , αιωνίως. Κι αενάως. Το άλας της γης. Η αθανασία κι η θνητότητα σε ένα κορμί. Αυτό του ερωτευμένου.

    Οι στίχοι φυσούν ένα δροσερό αεράκι , φέρνουν μυρωδιές, εικόνες. Εικόνες που γίνονται μνήμες του καθενός , κι ας μην τις γευτήκαμε ποτέ. Είναι εδώ τα μελτέμια του Αυγούστου. Οι σπηλιές των Άνδεων. Η απέραντη έρημος . Το λιτό στην πέτρινη τραχύτητα, Παλέρμο. Η τέφρα της Πομπηίας που σκέπασε στο ¨για πάντα¨ τις θνητές στιγμές των ανθρώπων. Το φαρμάκι του έρωτα, το πιο ακριβό,  γίνεται βροχούλα να σε ποτίσει ως το μεδούλι. Οι εξημμένες νύχτες, τα στόματα , τα αγγίγματα , οι Κολχίδες – οι αμέτρητες. 

Τα κοκκαλάκια σου

Θα μπλέκονται

Στα χέρια μου

Ντέφια χρωματιστά

Κρουστά με ζίλια

Και θ΄αντηχούν

Όλες τις μουσικές του Κάτω Κόσμου.

 

Δε θα πω άλλα. Δε θέλω να αποκαλύψω άλλα. Τα πεζά μικρά αριστουργήματα κι οι υγροί στίχοι της Αγγελικής Πεχλιβάνη , χτυπούν μ΄έναν  απόλυτο ξερό κρότο στο έδαφος , κοφτά , προστακτικά , σαν το ραβδί του μύστη , την έναρξη μιας τελετής, μιας μύησης. Στο πυκνό τροπικό δάσος της ποίησης που έχουν οι λέξεις της ακούγονται αρχαία τύμπανα. Θες δε θες αφήνεσαι, παραλύεις. Στην αρχέγονη ανάγκη της κάθαρσης. Μιας κάθαρσης

 που μόνο η αληθινή Τέχνη μπορεί.

 

Από όλες τις πράξεις

είν΄η αφαίρεση σημαντική .

Στο τέλος όλο αφαιρείς

  • Πες το απόσταγμα,

πές το απλώς δεν προλαβαίνεις-

και να τι μένει:

εκείνο το ασύρτικο που βάραινε τα μάτια μας

μέσα στον ήλιο στο νησί

αυτό που σου πε κάποτε

« έδωσα πολλές μάχες και εσύ εγκαταλείπεις»

και οι κλασσικοί:

ο Κάλβος

ο Καβάφης

ο Μέγας Ανατολικός

και φυσικά οι νεότεροι

πολλών εξαιρουμένων.

 

 

info: Αγγελική Πεχλιβάνη, « Πεζή Οχούμενη», Κίχλη

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ αιτία της απουσίας ( της Σωτηρίας Καλασαρίδου)
Επόμενο άρθροΒιβλία γνώσεων υψηλής αισθητικής (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here