Παλαμάκια

0
340

 Κώστας Καβανόζης.

 

Είναι ένα κορίτσι μες στο δωμάτιο, κάθεται. Γυμνό το δωμάτιο, ταβάνι ψηλό, ένα τραπέζι μονάχα και μια καρέκλα καταμεσής, πάνω σύννεφα. Στην καρέκλα κάθεται με τους αγκώνες της στο τραπέζι, στις παλάμες το κεφάλι της στηριγμένο, βουβή. Απέναντί της τον τοίχο κοιτάει. Τον αδειανό, γκρίζα είναι τα σύννεφα και βαριά. Και έρχονται κι άλλα, θα βρέξει. Σύννεφα κι άλλα στο ταβάνι από πάνω της απ’ άκρη σε άκρη θα μαζευτούν και χαμηλά θα κατέβουν και αστραπές και βροντές θα ξεσπάσουν και κεραυνοί, βροχή μεγάλη θα βρέξει. Βροχή ραγδαία ασταμάτητη, και το κορίτσι ως το κόκαλο θα βραχεί. Ως το μεδούλι της μέσα, κολλημένα στον άδειο τοίχο τα μάτια της. Ορθάνοιχτα, τι κοιτάνε. Στον άδειο τοίχο στυλωμένα τι περιμένουν, ιιιιιιιιιιιιιι, ιιιιιιιιιιιιιι, ιιιιιιιιιιιιιι, γύρω ο ρόγχος μου σαν σφυρίχτρα εμένα. Ιιιιιιιιιιιιιι, ιιιιιιιιιιιιιι, ιιιιιιιιιιιιιι, γύρω ο ρόγχος μου σαν ντουντούκα βραχνή και τον λαιμό μου με τα δυο χέρια μου πιάνω. Σκυφτός ανάσα να βρω, και θα έρθει, έρχεται όπου να ’ναι η βροχή και το κορίτσι ούτε φεύγει. Και τις αστραπές πρώτα μες στο δωμάτιο που θα αστράψουν θα δει και τα μπουμπουνητά που θα μπουμπουνίσουν θα ακούσει και τη μυρωδιά θα μυρίσει. Της βροχής, πρώτη πάντα έρχεται η μυρωδιά της βροχής. Και οι σταγόνες ξοπίσω της, με δάκρυα στα μάτια μου εγώ και μπλαβής να ανασάνω γυρεύω. Με δάκρυα ποτάμι στα μάτια μου και σαν μελιτζάνα μπλαβής από την πλάτη εγώ πίσω του κοριτσιού ανάσα ψάχνω να βρω. Σκυφτός, διπλωμένος, και μαζεύονται τώρα και πυκνώνουν τα σύννεφα και πιάνουν λίγο λίγο και κατεβαίνουν και σκοτείνια μες στο δωμάτιο γίνεται. Μουντάδα μαύρη της καταιγίδας και υγρή πρώτη έρχεται και γύρω γύρω απλώνεται τώρα παντού η μυρωδιά κι ούτε γυρίζει όμως εκείνη να με δει. Και αμίλητη μόνο τον τοίχο με το κεφάλι της στα χέρια της κοιτάει και ιιιιιιιιιιιιιι, ιιιιιιιιιιιιιι, ιιιιιιιιιιιιιι από την πλάτη της από πίσω εγώ, ιιιιιιιιιιιιιι, ιιιιιιιιιιιιιι, ιιιιιιιιιιιιιι σαν ντουντούκα που βράχνιασε και σαν βούκινο και σαν σφυρίχτρα κι αν κάνω, στον τοίχο μόνο πάνω τα μάτια της. Τον αδειανό, ορθάνοιχτα να αντικρίσουν τι ετοιμάζονται.

Και πιάνουν όμως τώρα κι αστράφτουν μια εδώ μια εκεί οι αστραπές και πιάνουν από γύρω και μπουμπουνίζουν σιγά σιγά τα μπουμπουνητά και πιάνω με τα δυο χέρια μου και τον γδέρνω τον λαιμό μου εγώ. Και σαν το ψάρι στη στεριά ολόκληρος σπαρταράω και σαν τον ανθό στην αμμουδιά απ’ την κορφή μου μαραίνομαι και σαν φλας μηχανής στο δωμάτιο ανάβουν μέσα οι λάμψεις και σβήνουν. Και μια φωτίζεται λοιπόν η σκοτείνια και χάνεται και μια ξανά φανερώνεται και πλακώνει. Και βουβό το κορίτσι στην καρέκλα του κάθεται και στον τοίχο τα μάτια της στυλωμένα κοιτάνε και κόρνα από την πλάτη της από πίσω μπουκωμένη εγώ τον κόσμο κορνάροντας χαιρετάω. Τον κόσμο ετούτο με τα βουνά και με τις ραχούλες του, έχε γεια από μέσα μου με δίχως φωνή τραγουδώντας. Από βαθιά μου, από τον πάτο της σκέψης μου τον πηχτό και τη σκιά μου τότε απέναντι μια στιγμή στον τοίχο να πέφτει αντικρίζω. Με του ματιού μου του γουρλωμένου την άκρη στης αστραπής της τελευταίας το φως και να, ξανά από μέσα μου λέω, τι περίμενε το κορίτσι να δει. Να, από της σκέψης μου ξανά τα μαύρα κατάβαθα λέω, στον άδειο τοίχο ορθάνοιχτα γιατί τα μάτια της στύλωνε: Εμένα, που πάω πια, χάνομαι, σκιά σαν σε καραγκιοζμπερντέ στον τοίχο πάνω να με αντικρίσει. Σαν σε καραγκιόζη έργο αστείο για παιδιά, με την γκαντεμιά του που γελάνε και με τις γκάφες του και με την κακομοιριά του που ξεκαρδίζονται λιγωμένα.

Και σαν φλας μηχανής λοιπόν ανάβουν μες στο δωμάτιο και σβήνουν οι αστραπές και τη σκιά μου τα μάτια της στον τοίχο πάνω αντικρίζουν και είναι όμως και η δικιά της μαζί η σκιά. Και εκείνης μαζί η σκιά με τη δικιά μου τη σπαρταριστή πάνω πέφτει στον τοίχο, αλλά ακίνητη όμως. Και σαν να βγαίνει η δικιά μου από μέσα της φαίνεται. Απ’ του δικού της του ίσκιου τα έγκατα σαν να πετάγεται φαίνεται και σαν να χορεύει μετά. Γυροβολιές χορευταρού σαν να φέρνει, από την πλάτη της γιατί πίσω εγώ βόλτες σφυρίζοντας φέρνω. Ξανά και ξανά, γύρω γύρω, και πια κοντεύω, τελειώνω, ιιιι, μόνο ξέψυχα πια, ιιιι, ιιιι, πάει, φράκαρε, βούλωσε πια η μπουκωμένη για τα καλά η σφυρίχτρα μου. Και σκασμένος κάτω στο πάτωμα γονατίζω κι έχουν φτάσει τα σύννεφα χαμηλά και ξεσπάει τότε μες στο δωμάτιο η βροχή. Ορμητική, ασταμάτητη και μας βρέχει. Ως το κόκαλο κι ως βαθιά στο μεδούλι μας μέσα, εμένα, γονατισμένος που είμαι, και το κορίτσι. Και έχουν πάει παρακάτω τώρα οι αστραπές και από πέρα ακούγονται τα μπουμπουνητά και άδειος ο τοίχος ξανά με δίχως σκιές τώρα είναι και όρθιο σηκώνεται το κορίτσι. Και ακίνητη με στυλωμένα ακόμα στον τοίχο τα μάτια της στο τραπέζι μπρος στέκεται και τη μία κοντά με την άλλη τις παλάμες της φέρνει και δυναμώνει η βροχή. Και μαζεύεται, γρήγορα μαζεύεται το νερό και λίμνη κάτω στο πάτωμα γίνεται και πέφτω πια εγώ. Μέσα στη λίμνη εγώ βουλιάζω, στον πάτο της, και να με πάρει λες η λίμνη ανεβαίνει. Να με σκεπάσει, και μαζεύεται, όλο και μαζεύεται το νερό κι εγώ πέφτω, βουλιάζω κι ούτε που στρέφει όμως εκείνη να με δει. Ούτε ένα βλέμμα εκείνη από τη γυρισμένη την πλάτη της δεν μου ρίχνει. Και πια σταμάτησε η κόρνα μου, έσβησε και πια ως τη μύτη μου με σκέπασε το νερό και κλαπ κλαπ τότε ακούω. Κλαπ κλαπ, κλαπ κλαπ, παλαμάκια, μπλαβής στο νερό καθώς χάνομαι, παλαμάκια. Απ’ τη μεριά της, απ’ τις φερμένες κοντά τις παλάμες της, κλαπ κλαπ, κλαπ κλαπ, με στυλωμένα ακόμα στον τοίχο τα μάτια της, κλαπ κλαπ, κλαπ κλαπ, τη σκιά μου χειροκροτάει, κλαπ κλαπ, κλαπ κλαπ, τη σκιά μου στον καραγκιοζμπερντέ χορευταρού που κοιτούσε, στον ήχο μέσα τον τελευταίο μου να σκεφτώ προλαβαίνω.

Και χαμηλώνουν, κι άλλο χαμηλώνουν τα σύννεφα και μαζεύεται, κι άλλο μαζεύεται το νερό και πια η λίμνη με παίρνει και στην καρέκλα της τότε εκείνη σκαρφαλώνει απάνω. Στην καρέκλα της τότε μεμιάς σκαρφαλώνει και στέκεται και το ξέρω κι ας μην τη βλέπω εγώ. Και τα σύννεφα τότε φτάνει. Τα σύννεφα τότε ίσα με το κεφάλι της ακουμπάει και τα χέρια της πάνω σηκώνει και βαθιά τους τα βάζει. Και από τα σύννεφα από μέσα κλαπ κλαπ, κλαπ κλαπ, με τις παλάμες της υψωμένες τη σκιά μου ξανά –χορευταρού στον καραγκιοζμπερντέ που κοιτούσε– χειροκροτάει. Κλαπ κλαπ, κλαπ κλαπ, αλλά αυτό δεν το ακούω το χειροκρότημα εγώ. Κλαπ κλαπ, κλαπ κλαπ, και πιο βαθιά εκείνη όμως θέλει μέσα στα σύννεφα να χωθεί και στο τραπέζι ανεβαίνει. Στο τραπέζι πρώτα ακίνητη που καθόταν κι από τους ώμους της τότε και πάνω μέσα στα σύννεφα χώνεται. Από τους ώμους της και πάνω στα σύννεφα εκείνη και στης λίμνης τον πάτο εγώ. Που ίδιος πηχτός με της σκέψης μου είναι. Σαν κατακάθι και σαν ζαλάδα πηχτός. Κι άμα κι άλλο κι άλλο τη σκιά μου χειροκροτάει, πού να ξέρω.

 

 

Προηγούμενο άρθροΈνα κουβάρι ιστορίες
Επόμενο άρθρο«Λογοτεχνικές αναγνώσεις στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ