Πέρασμα από τη Φεζ

0
533

 

 

Του Αναστάση Βιστωνίτη.

1.

Οι λόγοι για τους οποίους επισκεπτόμαστε έναν τόπο είναι κατά κανόνα αστάθμητοι. Αλλά το ερέθισμα που τους προκαλεί οφείλεται τις πιο πολλές φορές στις συμπτώσεις. Αυτονόητο ότι εξαιρώ εδώ τα επαγγελματικά ταξίδια. Είναι άλλο το να πηγαίνεις κάπου γιατί πρέπει και άλλο γιατί το θέλεις. Το ιδεώδες βεβαίως θα ήταν να ισχύουν και τα δύο, αυτό όμως συμβαίνει όσο πάει και πιο σπάνια.

Ήθελα εδώ και μερικά χρόνια να επισκεφθώ τη Φεζ, όχι για να γνωρίσω  την πιο αντιπροσωπευτική, καθώς λένε, από τις τέσσερις αυτοκρατορικές πρωτεύουσες του Μαρόκου, ούτε να δοκιμάσω το κους κους ή να δω αυτά που έμειναν από τον πάλαι ποτέ ανθηρό πολιτισμό των Αράβων στη νοτιοδυτική πλευρά της λεκάνης της Μεσογείου. Ανταποκρινόμουν σε ένα ερέθισμα που ερχόταν από αλλού. Στις Βρυξέλλες –το 2003, αν δεν με απατά η μνήμη–, σε μια σύνοδο για την ευρωπαϊκή κουλτούρα που παρακολούθησα, το πρόγραμμα περιελάμβανε μουσική από το φεστιβάλ θρησκευτικής μουσικής το οποίο διοργανώνεται στη Φεζ κάθε χρόνο.

Βρισκόμουν σε ένα από εκείνα τα μισοσκότεινα παλιά κτήρια της βελγικής πρωτεύουσας, που μυρίζουν μούχλα, μαζί με μια στρατιά από συγγραφείς, ζωγράφους, μουσικούς και στελέχη της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας τα οποία περικύκλωναν βαρυεστημένους πολιτικούς, τραπεζίτες και πρεσβευτές. Ήμασταν υποχρεωμένοι να βρισκόμαστε εκεί, οι πιο πολλοί για να παρακολουθήσουμε και οι ατυχείς για να αναπτύξουν σε άπταιστα ευρωαγγλικά σχέδια και προγράμματα που δεν επρόκειτο να εφαρμοστούν.

Μετά το τέλος των εργασιών θα ακούγαμε δύο τραγουδίστριες, μια από το Ισραήλ που θα τραγουδούσε παραδοσιακά αραβικά τραγούδια και μια από το Μαρόκο που αντίστοιχα θα τραγουδούσε εβραϊκά. Η εμπειρία, κατά την κοινοτοπία, ήταν αλησμόνητη, από εκείνες όπου αισθάνεσαι ότι η μουσική επιδρά πάνω σου σωματικά, ότι σε βυθίζει στο άχρονο τοπίο της νοσταλγίας και της απώλειας.

Βγήκα από το κτήριο συγκλονισμένος και είπα στον εαυτό μου πως αν στο φεστιβάλ της Φεζ ακούγεται τέτοια μουσική, τότε δεν μπορεί παρά να είναι μια πόλη που θα πρέπει να την επισκεφθώ το ταχύτερο. Έτσι, όταν το πανεπιστήμιο της Άιοβα μου ζήτησε να συμμετάσχω στη συνάντηση συγγραφέων που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2009 στη Φεζ, ήταν σαν να έπαιρνα μια πρόσκληση να ξαναβρώ εκείνη την εξαίσια αίσθηση του μουσικού κυματισμού στις Βρυξέλλες, πολλαπλασιασμένη τώρα  μέσα σε μια πόλη που τη φανταζόμουν σαν να ήταν το αντηχείο της. Την είχα δημιουργήσει μέσα μου χωρίς να τη δω, χωρίς να θελήσω να τη δω σε φωτογραφίες. Γιατί  ό,τι φανταζόμουν  ήταν μια πόλη όχι των κτισμάτων αλλά των ήχων, μια διαπασών της αιωνιότητας.

 

2

Τι μπορεί να προσφέρει κανείς από τον εαυτό του προκειμένου να ζήσει μια πελώρια μεταφορά; Δεν γνωρίζουμε πόσες και ποιες πτυχές τού εσωτερικού μας κόσμου κρύβονται στις μεταθέσεις, γι’ αυτό και βάζουμε κάτι στη θέση κάποιου άλλου πράγματος σε ένα ατελεύτητο παιχνίδι με το επέκεινα. Το λέμε επίσης μεταφορά, όμως το ερέθισμα πολύ σπάνια   γνωρίζουμε από πού έρχεται, τι είναι εκείνο που οι ρομαντικοί αποκάλεσαν άλλο και πώς ξαναζωντανεύει τις νεκρές ουτοπίες του βίου μας.

Η Φεζ είναι βέβαια μια πόλη με τις ιδιοτυπίες, τις διαστρωματώσεις, τα σημεία εισόδου και εξόδου, τον  προσανατολισμό της κι όλα τα στοιχεία της απόχρωσης που διαθέτουν τα ιστορικά μέρη.  Αυτά είναι αδύνατον να τα συνθέσεις σε μια σύντομη παραμονή, με άλλα λόγια να εντάξεις τις λεπτομέρειες στο σύνολο. Η διαίσθηση και η επιθυμία σου να συγκρίνεις είναι ό,τι διαθέτεις εν πάση περιπτώσει. Αλλά πάλι, καμιά πόλη δεν είναι πραγματική σε κανένα κείμενο, αφού είναι εκείνη που γεννά τα κείμενα, απλούστατα επειδή τα περιέχει. Απόδειξη τα δοκίμια τα οποία είχαμε γράψει πιο μπροστά για τη συνάντησή μας, που το θέμα της ήταν Γράφοντας μέσα στην πόλη και πέρα από την πόλη,  και οι συζητήσεις μας. Όλα μαζί συνέθεταν μια εικονική –και οικουμενική–  πόλη που λειτουργούσε με διαφορετικό τρόπο μέσα στον καθένα.  Όμως ακόμη και σήμερα δεν μπορώ να πω αν η Φεζ είναι ακριβώς πόλη, τουλάχιστον όπως την προσλαμβάνω εγώ. Δεν είναι βέβαια ένα υπερμέγεθες χωριό ούτε άθροισμα χωριών, όπως χαρακτήριζε ο Έντμουντ Oυάιτ το Λος Άντζελες.

Η Φεζ του 1.000.000 ψυχών εκφράζει σημειακά ένα τμήμα της μεσαιωνικής και νεώτερης ιστορίας που ενώ στη βόρεια πλευρά της μεσογειακής λεκάνης έχει πάψει να υφίσταται, εδώ διατηρείται στο κύμα των φωνών, καθώς το ανεβάζει ψηλά η φωνή του μουεζίνη τα απογεύματα από τους μιναρέδες, διάσπαρτους στον πολεοδομικό της ιστό σαν ραντάρ που δεν παίρνουν παρά στέλνουν μηνύματα – και όχι στο μέλλον αλλά στο παρελθόν της, στο νεκρό υπερπέραν, σ’ έναν άχρονο και θολό Παράδεισο, μακρινό, ίσως και κάπως βλοσυρό. Η Φεζ είναι αυστηρή, δεν είναι Μαρακές. Δεν έχει χρώματα, έχει αποχρώσεις. Όμως κι εδώ και στο Μαρακές οι φωνές είναι εκείνες που πάλλουν στο στερέωμα.

Είχα δίκιο, η διαπασών υπήρχε, ωστόσο αυτή δεν ήταν η πόλη αλλά ο ουρανός από πάνω, το προαύλιο του Προφήτη. Για τούτο, έχω την εντύπωση, επί μέρες δεν έλεγε να μου φύγει από τη σκέψη το βιβλίο του Ελίας Κανέτι Οι φωνές του Μαρακές. Όμως οι φωνές της Φεζ ήταν φωνές των απόντων, μια σύνοδος των ψυχών που τα πρωινά βρίσκονται  φυλακισμένες στη μεγάλη μεντίνα, για την οποία είχαμε προειδοποιηθεί ότι αν προχωρούσαμε μόνοι στα έγκατά της υπήρχε κίνδυνος να χαθούμε.

Τον κίνδυνο αυτόν δεν τον ένιωσα ούτε εδώ ούτε σε οποιαδήποτε άλλη πόλη του Ισλάμ. Δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια. Αν  χάσεις τον προσανατολισμό σου, απλούστατα σηκώνεις τα μάτια, κοιτάς πού βρίσκεται ο μιναρές και πας να τον συναντήσεις. Κι αν για κάποιο λόγο δεν τον βλέπεις, η φωνή του μουεζίνη, που έρχεται από ψηλά, ή η λάμψη τού ήλιου στην κορυφή του μιναρέ θα σου δείξει το σημείο εξόδου. Έτσι περιπλανήθηκα, όταν ήμουν μόνος, στη μεντίνα. Σημειώνεις δυο τρια χαρακτηριστικά κτίσματα και το κοντινότερο τζαμί. Δεν χάνεσαι ποτέ. Στη χειρότερη περίπτωση, όταν το ένστικτό σου σε ξεγελά, κάθεσαι στο κοντινότερο καφενείο και περιμένεις τον μουεζίνη να βγει στον μιναρέ, αν πλησιάζει η ώρα της προσευχής. Η φωνή του σε κατευθύνει προς την έξοδο. Όσο για τον χρόνο, στην Ανατολή ακόμη τον υπολογίζεις όχι με τα δικά μας ρολόγια αλλά με το μεγάλο ρολόι της φύσης που λέγεται ήλιος και δεν κάνει λάθος ούτε χαλάει.

 

3

Δεν ανήκω σε όσους πιστεύουν πως το παρελθόν θα πρέπει να παραμένει αναλλοίωτο. Κι ούτε πιστεύω πως αναπαλαιώνοντας το παρόν ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος διότι έτσι –υποτίθεται– διατηρείται χωρίς διακοπή η ιστορική συνέχεια. Τέτοιες εμμονές γεννούν τους φανατισμούς, προκαλούν και συντηρούν τους αναχρονισμούς και κάνουν τον κόσμο απάνθρωπο.

Συχνά θυμούμαι τον στίχο του Σεφέρη από τα Τρία κρυφά ποιήματα, που μοιάζει σαν να μιλάει απευθείας στο πεπρωμένο: «Ο,τι πέρασε, πέρασε σωστά». Η παραδοχή της απώλειας είναι αυτή που μας βοηθά να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες, έστω κι αν αγανακτούμε για όσα έχουν χαθεί, κυρίως γιατί η αίσθηση του ανεπανάληπτου μπορεί κι εκείνη να αλλοιωθεί μέσα στον χρόνο, ακόμη και στα περιορισμένα όρια μιας δεκαετίας. Επομένως, την αιωνιότητα τη βλέπουμε πάντοτε από απόσταση, για τούτο και η ανάγκη της αυτογνωσίας, που δεν υπάρχει συγγραφέας ο οποίος να την έχει επιτύχει εντελώς, μας οδηγεί στην περιπέτεια των συγκρίσεων, που σημαίνει πολύ απλά ότι η εμπειρία δεν αρκεί, ότι πάντοτε κάτι περισσότερο υπάρχει στα πράγματα από τα όσα προσλαμβάνουμε.

Έτσι, δεν είναι ό,τι  δεν καταλαβαίνουμε που μας παρακινεί να καταφύγουμε στα κρυμμένα αποθέματα του εσωτερικού μας κόσμου αλλά το αίσθημα πως ήρθαμε πολύ αργά, πως φθάσαμε μετά τα συμβάντα, μετά από την ίδια τη ζωή. Τότε, για να καταλάβουμε, αρχίζουμε να συγκρίνουμε. Να βρίσκουμε ομοιότητες και διαφορές, επιδράσεις και σύνθετα σχήματα, αυθαίρετα πολλές φορές, να δημιουργούμε τη δική μας περιοχή αναπλάθωντας τους κοινούς τόπους των άλλων, που τους οικειοποιούμαστε και στη συνέχεια τους μοιραζόμαστε. Γι’ αυτό επαναλαμβάνουμε μονότονα πως η συγγραφική πράξη είναι ένα ξόδεμα, για να μην πω μια παράφραση της αλήθειας.

Οι πόλεις είναι απτές, όμως άυλος ο εσωτερικός μας κόσμος, και το αφήγημα που λέγεται ζωή, γεμάτο διακοπές και ξεστρατίσματα, δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αν στην καρδιά του Λαβυρίνθου, στο κέντρο μιας πόλης, στον πυρήνα του νου ενεδρεύει και σήμερα ο Μινώταυρος, η Μέδουσα ή κάποιο άλλο τέρας, αυτό δεν πρόκειται να το μάθουμε ποτέ. Γιατί τώρα το τέρας είναι πολυπρόσωπο κι αλλάζει ονόματα συνεχώς.

 

4

Όσοι συμμετείχαμε στη συνάντηση διατηρούσαμε μέσα μας την κρυφή ελπίδα πως αυτά που συνιστούν ατομικά για τον καθένα σημαδιακές εμπειρίες θα μπορούσαμε να τα μοιραστούμε με τους άλλους. Ο τόπος ευνοούσε την προσπάθεια, τη διάθεση καλύτερα. Το περιβάλλον εδώ, που λειτουργούσε ως γοητευτικός αναχρονισμός, όριζε την περιοχή των σκέψεων πολύ πιο έκτυπα από όσο φανταζόμουν. Ήταν σαν να δημιουργούσε μια δεύτερη γλώσσα που την επίδρασή της τη διαπίστωσα αργότερα, όταν είχα επιστρέψει στην Αθήνα, όχι αναδρομικά ή απολογιστικά αλλά αποσπασματικά στην αρχή και πιο σύνθετα στη συνέχεια.

Μόνον έτσι, έχω την εντύπωση, ανακαλούμε από τον τόπο εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που τον καθιστούν τμήμα της τοπογραφίας μας, μέρος της ιδεατής πόλης την οποίαν αναπτύσσουμε συνεχώς ώσπου να πεθάνουμε. Δεν είναι η καβαφική «πόλη των ιδεών», δεν είναι μια μητρόπολη των αισθημάτων αλλά το υλικό του απτού χρόνου που μας ακολουθεί και που το μεταφέρει η αύρα της μνήμης, δηλαδή η αίσθηση του πρόσκαιρου και του παντοτινού ταυτοχρόνως, ο μετεωρισμός πάνω από τις εικόνες, ο ρεμβασμός μπροστά σε ένα οίκημα, η ανάκληση άλλων παραστάσεων καθώς ανεβαίνουν από τον βυθό, λες και το φαινόμενο της άνωσης είναι αναπόσπαστο με τη λειτουργία της μνήμης.

 

5

Aς γυρίσω σελίδα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στη Φεζ έχουμε τη μεγαλύτερη παγκοσμίως πόλη ή τμήμα πόλης όπου απαγορεύονται τα αυτοκίνητα. Στοιχείο μοναδικότητας, λένε οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Ποια όμως είναι τα στοιχεία μοναδικότητας μιας πόλης; Λ.χ. για μένα όχι το ότι στο ιστορικό κέντρο της Φεζ απαγορεύονται τα αυτοκίνητα. Υπάρχουν κι άλλα τέτοια μέρη. Η Βενετία λ.χ. ή ακόμη και η Ύδρα. Το να απουσιάζει από μια πόλη ένα από τα σήματα-κατατεθέντα του νεώτερου πολιτισμού είναι βεβαίως στοιχείο σπανιότητας και συχνά μας κάνει να σκεφτόμαστε πόσο πιο κοντά στην ανθρώπινη κλίμακα βρίσκεται ένα περιβάλλον όπου αυτά που ο άνθρωπος ανέπτυξε καθ’ υπερβολήν των φυσικών περιορισμών απουσιάζουν ή έχουν εξοστρακιστεί.

Εμένα όμως άλλα μου έκαναν εντύπωση. Τα ατελείωτα, για παράδειγμα,  καταστήματα όπου πουλούν παπούτσια, το ένα δίπλα στο άλλο πολλές φορές. Άρα οι άνθρωποι εδώ περπατούν πολύ –κι όχι μόνο μέσα στη μεντίνα–,  χαλούν παπούτσια, διασχίζουν αποστάσεις, επαναλαμβάνουν διαδρομές, πατούν στη γη απείρως περισσότερο από όσο εμείς. Κι όσοι  περπατούν δεν μπορεί να συμπεριφέρονται σαν κι εμάς που σπαταλάμε ώρες πίσω από το τιμόνι του αυτοκινήτου, σαν «καθιστόζωα», όπως έγραψε με σαρδόνιο χιούμορ ο Νίκος Καρούζος. Αλλά τότε σε τι διαφέρει το βάδισμά τους από το δικό μας;

Επί τέσσερις μέρες προσπαθούσα να βρω στοιχεία ιδαιτερότητας, αυτό που λέμε γλώσσα του σώματος, το οποίο δεν είναι φυσικά μια απλή μεταφορά. Το βάδισμα επιπλέον έχει σχέση με την ηλικία, κι ένα από τα πράγματα που με διασκέδαζαν πάντοτε ήταν το να παρατηρώ πώς συντονίζονται, όταν περπατουν μαζί, άνθρωποι διαφορετικής ηλικίας. Ο νέος βιάζεται, ο ηλικιωμένος αργοπορεί, ο χρόνος αποσυντονίζεται. Κτλ, κτλ., κτλ… Εδώ όμως διέκρινα έναν ανεπαίσθητο εσωτερικό ρυθμό, ένα κυμάτισμα στο σώμα και τις κινήσεις των ποδιών διαφορετικό, όχι πιο αργό ή πιο γρήγορο αλλά πιο περίπλοκο, ιδίως των μεσηλίκων. Μπορεί βεβαίως όλα τούτα να είναι φαντασιώσεις – όμως, στο κάτω κάτω, γιατί όχι;

Εκατομμύρια ζευγάρια παπούτσια λοιπόν. Κι αν πρέπει να τα φοράς και να τα βγάζεις πολύ περισσότερες φορές από όσο εμείς, αφού, ως γνωστόν, πριν μπεις στο ταζαμί ή πριν πατήσεις στο χαλί πρέπει να βγάλεις τα παπούτσια σου, τότε άλλη σχέση έχεις με τα πατούμενα. Η παντούφλα και το πασουμάκι επομένως είναι πιο σημαντικά από το γοβάκι της Σταχτοπούτας.

Δεν θέλω να αρχίσω να σκέφτομαι το παπούτσι ως φετίχ της μεταφυσικής, αν κι ο πειρασμός είναι μεγάλος. Λ.χ. πριν από σαράντα χρόνια στα ελληνικά –και όχι μόνο–  χωριά δεν έμπαινες στο σπίτι με τα παπούτσια, εθεωρείτο μεγάλη αγένεια. «Βγάλε τα παπούτσια σου, δεν ζεις σε στάβλο» – το είχα ακούσει άπειρες φορές να το λένε οι γυναίκες στους άντρες τους όταν οι τελευταίοι ξεχνούσαν να τα βγάλουν γυρνώντας απο το χωράφι. Αλλά εκείνη την εποχή και το σπίτι είχε μιαν, ας την πω,  θρησκευτική σημασία, μολονότι σε περίπτωση που αρχίσω να μιλάω γι’ αυτό, το θέμα θα με πάει αλλού.

 

6

Στον πρώτο κόσμο, όπου οι πληροφορίες πολλαπλασιάζονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο χρόνος που σου απομένει να αισθανθείς και να εμβαθύνεις λιγοστεύει. Η γνώση ως εκ τούτου θεωρείται μόνιμη ενώ η αίσθηση ακαριαία: ότι αυτό που γνωρίζεις διαρκεί αλλά εκείνο που αισθάνεσαι χάνεται και πως ακόμη και η πιο έντονη εντύπωση είναι παροδική. Πρόκειται για  ένα από τα άγχη του σύγχρονου πολιτισμού που σε προφορικές κατά βάση κοινωνίες, όπως αυτή, δεν έχουν την ίδια ένταση. Εδώ η εντύπωση μοιάζει διαρκής γιατί είναι επαναλαμβανόμενη. Η φωνή του μουεζίνη, ο ήχος της αγοράς, ο ακαθόριστος ψίθυρος, η σκόνη των δρόμων και των θορύβων, τα μόρια του φωτός που τρίβεται πάνω στα ερείπια και τα παλιά σπίτια.

Δεν είχα ποτέ μου καλές σχέσεις με τη θρησκεία – πόσο μάλλον με την οργανωμένη εκκλησία. Το οντολογικό υπόστρωμα στην ποίηση του Νοβάλις ή του Ρίλκε, για παράδειγμα, λειτουργεί μέσα μου ως μυθική μεταφορά της ύπαρξης που προσπαθεί να ανακτήσει το είδωλό της. (Γι’ αυτό, νομίζω, ο Ρίλκε έγραψε τα Σονέτα στον Ορφέα, το καλύτερο, μαζί με τις Ελεγείες του Ντουίνο, βιβλίο του). Κι ούτε ταύτισα ποτέ τη μεταφυσική με τη θρησκεία. Αλλά ποιος μπορεί να διαγράψει το θρησκευτικό αίσθημα, που ευθέως ή εμμέσως επιδρά στη ζωή του, χωρίς να χαρακτηριστεί ανόητος; Κι όσο για μένα, κατά πόσο μπορώ να αγνοήσω εμπειρίες της παιδικής μου ηλικίας, όπου στην πόλη που μεγάλωσα, η οποία είχε μια μεγάλη μουσουλμανική κοινότητα, άκουγα τη φωνή του μουεζίνη κάθε μέρα όσες φορές την ακούν κι εδώ;

Οι αναλογίες –αν και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα– ήταν αναπόφευκτες. Σκάψε λοιπόν στο παρελθόν σου, λένε τα λιθόστρωτα της μεντίνας, τα γαϊδουράκια που περνούν φορτωμένα, οι μικροπωλητές με τα φρούτα, τα κουλούρια και το ζεστό ψωμί. Αν ακούγαμε και κανέναν ντελάλη, το σκηνικό θα ήταν πλήρες. Όμως κάθε αναλογία που συνοδεύεται από το αίσθημα της απώλειας είναι κι ένα τραύμα της μνήμης.   Στη γενέθλια πόλη μου, για παράδειγμα, υπήρχε πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ανθηρή εβραϊκή κοινότητα, που εξαφανίστηκε μεταπολεμικά, όπως και το σύνολο σχεδόν των ελληνοεβραίων οι οποίοι  εξοντώθηκαν στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εγώ πρόλαβα μικρός τα ερείπια της εβραϊκής συναγωγής της πόλης να ρημάζουν πάνω στο τμήμα του ρωμαϊκού τείχους – που ρήμαζε κι αυτό. Εκατό μέτρα πιο πάνω χτίστηκε αργότερα η μητρόπολη, ένα τεράστιο και άθλιο κτίσμα σε σύγκριση με τη θαυμάσια εκκλησία της Παναγίας στην απέναντι πλευρά του δρόμου, έναν από τους παλαιότερους χριστιανικούς ναούς ρυθμού βασιλικής που διασώζονται άθικτοι. Λίγο πιο πάνω, πίσω από την κεντρική πλατεία, βρισκόταν το μεγάλο μουσουλμανικό τέμενος της πόλης. Πέρασαν χρόνια –όταν ήμουν  παιδί δεν σκεφτόμουν τέτοια–  για να αντιληφθώ πόσες μικρές Ιερουσαλήμ υπάρχουν σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Κι όμως βρισκόμαστε στο κλείσιμο της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα και είναι σαν να μην έχουμε καταλάβει τίποτα.

Τέτοια μου τριβέλιζαν τον νου στο κτήριο όπου στεγαζόταν κάποτε το εβραϊκό σχολείο της πόλης καθώς ξεφύλλιζα τα μουχλιασμένα βιβλία με τις κολλημένες σελίδες, ενώ το φως στην αυλή στέγνωνε κάτι σεντόνια απλωμένα στο σχοινί. Τα ίδια σκεφτόμουν αργότερα στο εβραϊκό νεκροταφείο ανάμεσα στα αγριόχορτα και τους απεριποίητους παλιούς τάφους, κι ο ελαφρύς αέρας που έπνεε ήταν –ή έτσι φανταζόμουν– ένας απόκοσμος ψίθυρος από τις φωνές των νεκρών, αυτών που τους έμελε να ταφούν εδώ και το όνομά τους στις πλάκες να σκεπαστεί από τη σιωπή, τη μοναξιά και τα αγριόχορτα. Δεν υπάρχουν πια Εβραίοι στο Μαρόκο. Μόνον αυτοί οι εγκαταλελειμμένοι τάφοι.

Το αίσθημα της εξορίας, που με κυριεύει συχνά, με κατέκλυσε.

Μήπως ήμουν ένα πρόωρα γερασμένο παιδί καταδικασμένο να επιστρέφει  στις μνήμες της παιδικής του ηλικίας, θέλοντας έτσι να ακυρώσει τα σκληρά χρόνια που ακολούθησαν; Επιμένω κάθε τόσο να υποβάλλω ένα ερώτημα για το οποίο ξέρω ότι απάντηση δεν υπάρχει.

 

7

Καθώς έχω την μόνιμη τάση να δημιουργώ τριαδικά σχήματα, ελληνικό ελάττωμα –αν και όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο αμφιβάλλω ότι είναι μόνον ελληνικό–, έφτιαξα ένα κι εδώ το δεύτερο βράδυ στο δωμάτιό μου κοιτώντας από το παράθυρο την εσωτερική αυλή του ξενοδοχείου, άδεια και σιωπηλή σαν να επρόκειτο για παρατημένο υποστατικό του Παραδείσου που τα ζώα του είχαν πεθάνει εδώ κι αιώνες. Εκκλησία – τζαμί – συναγωγή. Ποια η διαφορά; Βλέποντας αργότερα στην Καζαμπλάνκα το θηριώδες τέμενος που έχτισε ο βασιλιάς Χασάν Β΄ μου φάνηκε πως αρχιτεκτονικά δεν διέφερε σε τίποτε από έναν κλασικό γοτθικό ναό. Αν πρόσθετες εικόνες και αγάλματα και αφαιρούσες τα αραβουργήματα, ήταν ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Ο Εξαποδώ εντούτοις, και παρά το γεγονός, όπως λένε, ότι δεν χάνει τον καιρό του με απίστους σαν κι εμένα, αφού δα από χέρι μας θεωρεί «δικούς του», βγαίνοντας από το τζαμί εμφανίστηκε μπροστά μου και μου κούνησε την ουρά:

«Τούτο το πράγμα χωράει 12.000 άτομα. Το φαντάζεσαι τι θα γίνεται όταν όλοι αυτοί μπαίνουν ξυπόλητοι εκεί μέσα;» είπε.

«Είσαι ένας αναχρονισμός. Εδώ και πολλά χρόνια έχουμε μπει στην εποχή των αποσμητικών» του απάντησα κι εξαφανίστηκε.

 

8

Η πρώτη σημασία της λέξης εκκλησία στα ελληνικά είναι βεβαίως η συνέλευση (συναγωγή επομένως) των πολιτών, ο τόπος όπου συνέρχονταν. Κατόπιν η συνάθροιση του όλου στρατεύματος προς ανακοίνωση ή σύσκεψη. Αργότερα σήμαινε το άθροισμα των χριστιανών, δηλαδή το σύνολο όσων ανήκουν στο χριστιανικό δόγμα. Στη συνέχεια και κατ’ επέκταση τον χριστιανικό ναό και τη χριστιανική τελετουργία. Αλλά γύρω από τους αρχαίους ναούς είχαμε εμπορικές πράξεις και αγοραπωλησίες. Η λέξη τράπεζα προέρχεται από το τραπέζι που είχαν μπροστά τους, έξω από τους ναούς, οι σαράφηδες, ας πούμε, της εποχής, όπου ακουμπούσαν οι συναλλασσόμενοι τα νομίσματά τους. Κι αφού από ετυμολογικής πλευράς οι σύγχρονες τράπεζες προέρχονται από τα αρχαία τραπέζια, μεταφορικά –και όχι μόνο μεταφορικά– τι άλλο είναι από εκκοσμικευμένοι ναοί; Ακόμη και σήμερα στα πανηγύρια των ορθόδοξων εκκλησιών αναπτύσσεται ένα ιδιότυπο εμπόριο, αγορές της μιας μέρας με μικροπράγματα – για να μην αναφερθώ σε αυτές που είναι μόνιμες γύρω από τους ορθόδοξους και τους καθολικούς ναούς.

Έτσι ήταν κάποτε και οι εβραϊκές συναγωγές, αλλιώς δεν εξηγείται το περιστατικό όπου ο Χριστός διώχνει τους εμπόρους από τον ναό του Σολομώντος. Ο οίκος του Θεού δεν είναι οίκος εμπορίου.

Οίκος εμπορίου….Σύμβολα, φετίχ, εικόνες, φυλαχτά, βιβλία προσευχών, κομποσχοίνια, αγαλματίδια, κεντητά. Έξω από τους χριστιανικούς ναούς, από βουδιστικά ιερά κι από τζαμιά φυσικά, όπου οι άνθρωποι τρώνε και πίνουν στον περίβολο. Φάε το φαϊ σου και πες την προσευχή σου. Από τον μιναρέ ο μουεζίνης θα απευθυνθεί στον Αλλάχ που έχει το βλέμμα του στραμμένο κάτω στην πόλη, την περιουσία του – γι’ αυτό και όλοι οι πιστοί θεωρούνται περιούσιοι, εκείνοι όμως οι οποίοι  διαχειρίζονται τον κόσμο που του ανήκει πρέπει να προσέχουν. Αλλαχού ακμπάρ.

 

9

Στο ξενοδοχείο είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε μουσική των Σούφι. Είμαι αναρμόδιος να μιλήσω για την υπόθεση του σουφισμού και τον κόσμο των δερβίσηδων. Θα πω μόνο τι εντύπωση μου προκάλεσε η βραδιά.

Δεν είμαι διόλου βέβαιος πως η λεγόμενη θρησκευτική μουσική ενισχύει το θρησκευτικό αίσθημα ούτε πιστεύω πως την απολαμβάνει καλύτερα ο πιστός από τον άπιστο. Κι αυτά που ούτως ή άλλως είναι επιλυμένα στα εγχειρίδια, ελάχιστα επιδρούν στον ψυχισμό και την ένταση της στιγμής. Αν συνέβαινε το αντίθετο, τέχνη και προσωπική έκφραση δεν θα υπήρχαν. Ο Μπαχ έγραψε θρησκευτική μουσική, αλλά ποιος αισθάνεται την ανάγκη να προσευχηθεί ακούγοντας  τα Κατά Ματθαίον Πάθη  ή τις καντάτες του; Ο Μπαχ καθόταν στο εκκλησιαστικό όργανο, σήκωνε τα μάτια κι έβλεπε τον Θεό. Ο Θεός του παρά ταύτα δεν είναι και δικός μας. Δική μας όμως παραμένει η μουσική του, που όταν αρχίζει να παίζεται πέφτουν τα παραπετάσματα κι ανοίγουν οι ουρανοί. Ανοίγουν, αλλά τι αποκαλύπτουν στον καθένα; Τα τάγματα των αγγέλων; Την Παναγία και το Θείο Βρέφος; Τους Δώδεκα Αποστόλους; Ή μήπως τη μουσική των σφαιρών, τις δονήσεις του Διαστήματος; Και γιατί όχι όλα αυτά και άλλα τόσα;

Στην εσωτερική αυλή του ξενοδοχείου άκουγα μαζί με τη συντροφιά των συγγραφέων της συνάντησης τη μουσική των Σούφι που την έψαλλε μια παρέα νέων παιδιών καθισμένων σταυροπόδι και μου φαινόταν παράξενο –κι άλλο τόσο συναρπαστικό– το πόσο κοντά βρισκόταν το μέλος της στο αντίστοιχο βυζαντινό ή ακόμη και σε άλλα, κοσμικά τραγούδια, κάποια λ.χ. από τα δικά μας ρεμπέτικα μιας εποχής.

Άρχιζε να ψάλλει ο πρώτος, συνέχιζε ο δεύτερος κι έπειτα ο τρίτος, και στη συνέχεια όλοι μαζί, αργά στην αρχή κι ύστερα γρήγορα, θριαμβικά θα έλεγα. Η μουσική ξυπνούσε τα σεραφείμ του Ισλάμ κι όρθιοι γύρω μας οι πιστοί και οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου συνόδευαν με τις δικές τους φωνές, που τις συντόνιζαν λικνίζοντας το σώμα τους, λες και ήταν η χορωδία σε κάποια όπερα, η οποία συνομιλούσε με μια φανταστική ορχήστρα κρυμμένη στους ουρανούς. Εκεί βρισκόταν η άλλη πολιτεία, όχι η ιδανική αλλά εκείνη που τη βλέπεις μόνο με τα μάτια κλειστά, κι όπου δεν θα έμπαινες ή κι αν το ήθελες δεν θα σε άφηναν. Ήταν η εικονική πόλη, το είδωλο της πραγματικής, είδωλο ειδώλων.

Το σύμπαν ωστόσο των ειδώλων μοιάζει αταίριαστο σε μια πόλη αντιπροσωπευτική του μονοθεϊσμού, είτε αναφερόμαστε στον Αλλάχ είτε στον Ιεχωβά. Είναι το κενό διάστημα, ένα σύμπαν άδειο και μοναχικό, κανείς δεν το κατοικεί, ακόμη κι οι παλαιοί θεοί βρίσκονται πολύ πιο κάτω – και μακριά από την επιφάνεια της ουράνιας σφαίρας.

Ας μην επιτρέψω τις αισθήσεις να με οδηγήσουν σε αυθαιρεσίες. Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας εξάλλου φαντάζει απελπιστικά μακρινός εδώ – εμένα τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε τη μέρα που επισκεφθήκαμε τα ρωμαϊκά ερείπια έξω από την πόλη, τα οποία έμοιαζαν τόσο ξένα στο τοπίο, τόσο μοναχικά – για να μην πω ότι τα μωσαϊκά και τα κατάλοιπα των κτηρίων δεν είχαν και κανένα αισθητικό ενδιαφέρον. Δεν θα δίσταζα μάλιστα να τα χαρακτηρίσω ελαφρώς έως πολύ κιτς. Θα ταίριαζαν ίσως στο γούστο των ξεχασμένων λεγεωνάριων που τους έστειλαν εδώ, στις υπώρειες της αυτοκρατορίας, να επιβλέπουν έναν κόσμο ο οποίος δεν ήταν τότε κι ό,τι καλύτερο θα περίμενε κανείς. Μπορεί, λέω, γι’ αυτό και οι περισσότεροι, συμπεριλαμβανομένων των λίγων τουριστών, να φωτογράφιζαν επίμονα τη φωλιά με τον πελαργό πάνω σε κάποια κολόνα που λες και κορόιδευε μια εποχή όπου το esprit des corps έδινε κατά τεκμήριο νόημα στον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Ρώμης η οποία, όπως δηλώνει και το όνομά της, θεωρούσε τη δύναμη θεμέλιο της αυτοκρατορίας.

 

 

10

Οι αναλογίες σε πάνε μακριά. Παρά ταύτα, οι μικρές και μεγάλες ομοιότητες και ανομοιότητες κρατούν τη φαντασία σε εγρήγορση. Δεν θα έλεγα τη συνείδηση, την πρώτη εξαδέλφη της κριτικής. Σε κάθε πόλη υπάρχει το σημείο μηδέν (δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με εκείνο που υποδεικνύουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί) κι αυτό ψάχνει ο επισκέπτης, συνειδητά ή μη. Κατά συνέπεια, σ’ όποια πόλη κι αν πάμε το πρώτο που θέλουμε να δούμε είναι το κέντρο της, ο πυρήνας της, υποπτεύομαι όμως ότι κατά βάθος αναζητούμε το σημείο αναχώρησης, όχι την καρδιά της πόλης. Αυτή μπορεί να χτυπάει αλλού και να μην το υποψιαζόμαστε.

Η αλήθεια δεν περιέχεται πάντοτε στο προφανές. Κι αν ήθελα να φέρω ένα παράδειγμα, αυτό είναι η Κωνσταντινούπολη, που κατά τον θρύλο, όταν ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος αποφάσισε να χτίσει εκεί την Νέα Ρώμη, όρισε την αρχή και το πέρας της με το περπάτημα.  Άρχισε λοιπόν να περπατά λέγοντας ότι το τέλος της πόλης θα ήταν το σημείο όπου θα σταματήσει. Το βάδισμα διαρκούσε επί πολλή ώρα, ώσπου κάποια στιγμή ο ακόλουθός του τόλμησε να τον ρωτήσει πότε θα σταματήσει. Ο αυτοκράτωρ δεν ενοχλήθηκε αλλά κοίταξε τη Θάλασσα του Μαρμαρά, είδε τη μελλοντική  πόλη να απλώνεται πάνω στους επτά λόφους και απάντησε χαμογελώντας αδιόρατα: «Θα σταματήσω μόλις μου το ζητήσει  αυτός που βαδίζει πίσω μου». Ο Αόρατος, ο ίσκιος της Ιστορίας.

Σκεφτόμουν τον θρύλο της Κωνσταντινούπολης στη μεγάλη μεντίνα της Φεζ, καθώς στεκόμουν στην  εσωτερική αυλή ενός παλιού κι απεριποίητου κτηρίου και παρατηρούσα τα μικροσκοπικά καταστήματα που στέγαζαν δεκάδες μικροβιοτεχνίες και όπου μπαινόβγαιναν πλήθος άνθρωποι που κατασκεύαζαν πράγματα με το χέρι: σέλλες και χάμουρα αλόγων, κουζινικά, αντικείμενα μικροτεχνίας. Το κτίσμα έμοιαζε με χάνι (χάνι θα πρέπει να ήταν μια φορά κι έναν καιρό),  με τα μπαλκόνια του περιμετρικά και τα δωμάτια να κοιτάζουν στην εσωτερική αυλή, και ασυναίσθητα είχα την εντύπωση πως έτσι θα πρέπει να ήταν τα χάνια στο Βυζάντιο και κάπως έτσι στη μεσαιωνική Ευρώπη. Το θεωρούσα περίπου μικρό θαύμα που η αίσθηση εκείνης της εποχής είχε διατηρηθεί κι εδώ. Δεν ήταν αναπόφευκτο – και δεν ήταν αυτονόητο.

Όλα τούτα τα μικρά και μεγάλα καταστήματα το ένα κολλητά στο άλλο, μια τεράστια κυψέλη γεμάτη μαγαζάτορες, πελάτες και περίεργους σαν κι εμάς, στο ίδιο μέρος εδώ κι αιώνες. Δεν θα έπρεπε να απορώ. Γιατί  αν αφήσει κανείς κατά μέρος την τάξη των μεγεθών, ποια διαφορά έχει η μεγάλη μεντίνα της Φεζ από την σκεπαστή αγορά της Κωνσταντινούπολης; Νομίζω ότι ξέρω μία βασική, ή έτσι θέλω να πιστεύω, αφού το βεβαιώνουν  τόσοι και τόσοι: τα φέσια εδώ ήταν καλύτερα από εκείνα που έφτιαχναν στην Κωνσταντινούπολη. Από τούτη την πόλη άλλωστε πήρε το όνομά του αυτό το περίεργο καπέλο που έχει συναρπάσει αναρίθμητους  Ανατολικούς και Δυτικούς.

 

11

Εδώ και χρόνια έχω αρχίσει να αμφιβάλλω κατά πόσον είναι σωστό το δόγμα ότι από τη Δύση έρχεται η Επιστήμη και από την Ανατολή η Σοφία. Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως ότι η Φεζ είναι μια πόλη της Ανατολής κι ας βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της Αφρικής. Κι ως τέτοια παραπέμπει σε έναν ηλιακό πολιτισμό, νεώτερο από τον αρχαιοελληνικό αλλά παλαιότερο από τον σημερινό. Το ίδιο συμβαίνει και στο Αλγέρι και την Τυνησία, όπως και στην Αίγυπτο – για να αναφέρω μόνο τις μεσογειακές χώρες. Κι αυτά εντούτοις είναι γενικότητες και αυθαιρεσίες, αλλιώς πώς εξηγείται που σε όλες τίς σημαίες του Ισλάμ φιγουράρει η ημισέληνος; Ας μη φανταστεί κανείς πως το φεγγάρι πάνω από τούτη ή οποιαδήποτε άλλη ισλαμική πόλη παραπέμπει στην πρωτεύουσα κάποιου λησμονημένου χαλιφάτου όπου ο χαλίφης έχει πετρώσει εδώ κι εκατοντάδες χρόνια, τα ουρί μένουν ακίνητα ανάμεσα στους κήπους και τα σεράγια κι οι φρουροί έχουν κοιμηθεί αφήνοντας τα γιαταγάνια τους στο παραπέτο να γυαλίζουν μέσα στο σεληνόφως. Η εικόνα μου αρέσει αλλά δεν είναι παρά ένα σκίτσο της φαντασίας.

Η Φεζ που επισκέφθηκα είναι μια πόλη της σκόνης, του αέρα και των ήχων, με κήπους κρυμμένους πίσω από μάντρες, με δροσερά αίθρια και φως στο χρώμα της ώχρας που ταξιδεύει πάνω στα τζαμιά και τους τοίχους των σπιτιών σαν να ψάχνει κι εκείνο την έξοδο από τη μεντίνα. Για την κοινωνία της, όπως και γενικότερα την κοινωνία του Μαρόκου, τις γαλλικές επιδράσεις, τη φτώχεια στα ορεινά και τα κατάλοιπα της φεουδαρχίας, που δεν είναι δύσκολο να τα δει κανείς αν πάει έστω και μια βόλτα στα χωριά, δεν μπορώ να μιλήσω. Τα λίγα όμως που έζησα, κάθε φορά που τα θυμούμαι, μου φέρνουν ένα σφίξιμο στην καρδιά.

 

 

 

*Δημοσιεύτηκε στα αγγλικά στο περιοδικό του πανεπιστημίου της Άιοβα Meridien 91 το φθινόπωρο του 2009.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ Γιώργος Θαλάσσης και ο Βασίλης Αλεξάκης στον κήπο του Λουξεμβούργου.
Επόμενο άρθροΛογοτεχνικά Βραβεία του Αναγνώστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ