Ο Louis Armstrong σε μυθιστόρημα του Roddy Doyle (Tου Σάκη Παπαδημητρίου)

0
150

 

 Tου Σάκη Παπαδημητρίου

Πρόκειται για ένα βιβλίο 520 σελίδων με εξώφυλλο χαρακτηριστική (και πολύ γνωστή) φωτογραφία του Louis Armstrong. Roddy Doyle: «Πάμε πάλι τον ίδιο σκοπό», μετάφραση Ελένης Ηλιοπούλου, εκδόσεις Νεφέλη, 2006. Ο Roddy Doyle γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1958. Έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα και έχει βραβευτεί με το Booker το 1993. Το μυθιστόρημά του «Πάμε πάλι τον ίδιο σκοπό» είναι το δεύτερο μιας τριλογίας. (Ο αγγλικός τίτλος ‘’Οh, Play That Thing’’, 2004). To πρώτο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη με τον τίτλο «Ένα αστέρι που το έλεγαν Χένρι» σε μετάφραση Έλλης Έμκε. Ήδη στο πρώτο γνωρίζουμε τον ήρωά του Χένρι Σμαρτ, μέλος του IRA στις αρχές του εικοστού αιώνα. Στο δεύτερο μυθιστόρημα, ο Χένρι Σμαρτ βρίσκεται το 1924 στη Νέα Υόρκη έχοντας εγκαταλείψει στην πατρίδα του σύζυγο και τέκνο. Στη Νέα Υόρκη τα γνωστά: συμμορίες και νονοί, ύποπτες δουλειές, γυναίκες, μπλεξίματα. Φεύγει κυνηγημένος και κατευθύνεται προς Σικάγο. Πάλι τα ίδια: ποτοαπαγόρευση, μαφία, γκάνγκστερ, μπράβοι, απατεώνες ψευδοθρησκειών, πιστολίδια, σκληροί ατζέντηδες, μαριχουάνα, οι πρώτες διαφημίσεις σε πλακάτ και πινακίδες, παραγωγές δίσκων, νυχτερινά κέντρα. Κανονική ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου. Η Jazz Age του F.Scott Fitzgerald. Στη σελίδα 191 πρωτοεμφανίζεται ο  Louis Armstrong. Ο ήρωας του Roddy Doyle μένει ξερός.

        «Έμαθα όλα τα ονόματά του εκείνη τη νύχτα. Ντίπερ Γκέϊτ. Γκέϊτ μαουθ. Ντίπερμαουθ. Ντάντι. Παπς. Μικρός Λούι. Γελαστός Λούι. Louis Armstrong. Τα ονόματα χόρευαν ανάμεσα στα τρελά φώτα που ξεπηδούσαν από τη φτιαγμένη από καθρεφτάκια σφαίρα πάνω από την πίστα χορού. Χόρευε τώρα καθώς έπαιζε, σαν να ήταν τα πόδια του δεμένα στις νότες που ξεπηδούσαν από την τρομπέτα του. Τα βήματά του ήταν τρελά, αλλά είχε τον πλήρη έλεγχο. Ήταν συγχρόνως η μαριονέτα και ο κουκλοπαίχτης θεός και μαθητής, μια ορχήστρα από μόνος του σε τέλειο συγχρονισμό με τους υπόλοιπους μουσικούς που τον πλαισίωναν. Τα χείλη του αιμορραγούσαν – είδα σταγόνες να πέφτουν σαν νότες πάνω στα λουστρινένια παπούτσια του – όμως ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στη γη». 

Γιατί όμως μπερδεύεται ο καημένος ο Louis Armstrong σε ένα μυθιστόρημα, τόσα χρόνια μετά το θάνατό του; Ο ξύπνιος Ιρλανδός (δεν είναι τυχαίο το επίθετο του ήρωά του Σμαρτ), ο οποίος σημειωτέον δεν δηλώνει λάτρης της τζαζ αλλά του ροκ’ν’ρόλ και της σόουλ και οι Clash τον καλύπτουν πλήρως, όπως και οι αρχικοί U2, ομολογεί τι προκάλεσε το ενδιαφέρον του: «Απλώς διάβασα σε μια βιογραφία του Armstrong ότι κάποιος μαύρος μουσικός τον είχε συμβουλεύσει να βρει έναν λευκό που να είναι φίλος του και μάνατζερ. Μόνον έτσι θα μπορούσε να επιβιώσει στο ρατσιστικό Σικάγο του Μεσοπολέμου». Ο Ιρλανδός επαναστάτης λοιπόν γίνεται μάνατζερ του μαύρου τρομπετίστα. Ο ένας χρειάζεται τον άλλον.

Δεν τα πάει άσκημα στις περιγραφές. Είναι πειστικές της εποχής και της πόλης πράγμα που σημαίνει διάβασε, ερεύνησε, έμαθε τα καθέκαστα. Υπάρχει αυτό που σήμερα εννοούμε επαγγελματισμό στο γράψιμο. Ο Roddy Doyle παίρνει υψηλή βαθμολογία. Συνδυάζει τα ιστορικά γεγονότα με τον δικό του φανταστικό λογοτεχνικό κόσμο. Κι αυτό έγινε κάπως της μόδας τα τελευταία χρόνια, και στη χώρα μας. Βέβαια, κάποιες στιγμές μπερδεύονται όλα με πολλαπλές αφηγήσεις και ερωτικές σχέσεις, παρελθόν και παρόν, κινηματογραφικές σκηνές με απότομο μοντάζ, πολλούς χαρακτήρες, ελλειπτικούς διαλόγους. Μπερδεύεται και ο αναγνώστης και αναρωτιέται προς τι όλα αυτά. Ένα περίεργο τέλος, ότι αυτή η ιστορία, δηλαδή το βιβλίο που κρατάς, γίνεται ταινία από τον Τζον Φορντ. Ο Louis Armstrong αιφνιδιαστικά εξαφανίζεται χωρίς ιδιαίτερες εξηγήσεις. Τόσο ήθελε να τον χρησιμοποιήσει ο συγγραφέας (δικαίωμά του) και στη συνέχεια good-bye! Ναι, αλλά τότε τι τα θέλει τα ιστορικά στοιχεία που αντλεί τόσο εύκολα από τις πολλές βιογραφίες του Armstrong; Το μυθιστόρημα: αρκετά συν και περισσότερα πλην, κατά τη γνώμη μου. Αξίζει η περιγραφή μιας ηχογράφησης των Hot Five.

«Η νότα δεν έλεγε να τελειώσει. Το κόκκινο φωτάκι πάνω από την πόρτα του στούντιο άναψε, για να ειδοποιήσει τον Λούις και τους άλλους ότι ο χρόνος εγγραφής τελειώνει. Εκείνοι όμως δεν πτοήθηκα, συνέχιζαν να παίζουν. Και το έκαναν και πάλι. Τρία λεπτά και δεκαέξι δευτερόλεπτα, μια, δυο, τρεις φορές. Στεκόμουν σε μια γωνία, μακριά από την μπάντα. Μου φαινόταν ότι θα σωριαστώ κάτω προσπαθώντας να ακολουθήσω την ατέλειωτη νότα του Λούις εκεί ψηλά. Ο Ερλ Χάινς καθόταν στο πιάνο. Η τρομπέτα του Λούις ανυψώθηκε ψηλά στον αέρα και μετά έκανε μια κάθετη πτώση και το πιάνο του Χάινς την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο τέλος και, όταν έφτασε αυτό το τέλος, ο κόσμος άρχισε να κινείται ξανά κι εγώ μπόρεσα να πάρω ανάσα. Στέκονταν όρθιοι ή κάθονταν σε μια ακανόνιστη σειρά, ο Φρεντ Ρόμπινσον, ο Μάνσι Κάρα, ο Τζίμι Στρουγκ, ο Ζάτι Σίνγκλετον – τρομπόνι, μπάντζο, κλαρινέτο, ντραμς και μπουκάλια. Υπήρχαν τρία μπουκάλια που τους έλειπαν διαφορετικές ποσότητες υγρού, το περιεχόμενό τους ακόμη ζεστό και μέσα στον Ζάτι. Το ανακατεμένο με τσάι τζιν της κυρίας Σέρσι… Ο Ζάτι Σίνγκλετον έπαιζε τα ντραμς και τα μπουκάλια, τα πόδια του πάνω σ’ ένα μαξιλαράκι. Τα ντραμς του ήταν πάνω σε μια εξέδρα φτιαγμένη από στοιβαγμένα χαλιά, το πάνω-πάνω ένα μεγάλο ινδιάνικο χαλί, βαλμένο εκεί για να απορροφά τους κραδασμούς. Και ήταν κι ο Λούις, τοποθετημένος πιο πίσω από τους άλλους – δύο βήματα ακόμη και θα’ βγαινε από την πόρτα του στούντιο – εξαιτίας της δύναμης του ήχου του. Και έπαιζαν όλοι τα Γουέστ Εντ Μπλουζ στέλνοντάς τα μέσα σε μια χοάνη ψηλή και πλατιά όσο ένας κοντός άντρας. Οι εξι άνδρες που εκείνη την καυτή μέρα, 28 Ιουνίου 1928, αποτελούσαν τους Καυτούς Πέντε του Λούις».

 

 

 

 

 

       

 

       

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here