Ο χαμένος βηματισμός

1
117

της Λίλας Κονομάρα.

 

Διαβάζοντας τις προάλλες μια πολύ καλή κριτική για μια θεατρική παράσταση, αποφάσισα να αποτολμήσω για άλλη μια φορά  να πάω στο θέατρο. Επιστρέφοντας στο σπίτι μου το βράδυ, με τη γνώριμη αίσθηση απογοήτευσης και θυμού που με καταλαμβάνει τα τελευταία χρόνια μετά από κάποιο θέαμα, αναρωτήθηκα επί ώρα τι είναι εκείνο που φταίει και η Ελλάδα δεν έχει μπορέσει να βρει το βηματισμό της όχι μόνο στο χώρο του θεάτρου αλλά και της λογοτεχνίας.

Γιατί βλέπουμε παραστάσεις άνευρες που αναλώνονται σε κινήσεις εντυπωσιασμού -δήθεν μοντερνιές – οι οποίες ουδόλως εξυπηρετούν την ουσία; Γιατί ο καθένας θεωρεί ξαφνικά ότι έχει άποψη και χωρίς να έχει επιδείξει κανένα αξιόλογο έργο, αποκτάει δικό του θέατρο και χρίζεται σκηνοθέτης και ηθοποιός μαζί; Γιατί βλέπουμε σύγχρονα έργα που λειτουργούν σαν πυροτέχνημα και την άλλη στιγμή τα έχουμε ξεχάσει; Γιατί ακόμα και οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι μιας ξένης ταινίας ή παράστασης είναι τις περισσότερες φορές πολύ καλοί αν όχι εξαιρετικοί κι εμείς, με ελάχιστες εξαιρέσεις δεν μπορούμε να απολαύσουμε μια καλή ερμηνεία ούτε καν από τους πρωταγωνιστές; Γιατί, και πάλι με ελάχιστες εξαιρέσεις, διαβάζουμε και γράφουμε μυθιστορήματα λιποβαρή που «κυλάνε» χωρίς όμως να αφήνουν τίποτα στο πέρασμά τους; Πού πήγε εκείνο το αίσθημα της μαγείας που σε συνέπαιρνε και δεν σε άφηνε για ώρες να μιλήσεις καθώς συνδιαλεγόσουν μέσα σου μαζί με τους χιλιάδες απόηχούς του; Γιατί η σύγχρονη παραγωγή παρουσιάζει τέτοια αδυναμία να αρθρώσει ένα λόγο σύγχρονο, πειστικό που να αποτυπώνει το ουσιώδες; Τι νόημα έχει να γράφει κανείς σήμερα σαν τον Παπαδιαμάντη ή σαν τη γενιά του τριάντα; Γιατί στρέφουμε την πλάτη στο τώρα κι αναζητούμε το καθησυχαστικό νανούρισμα της νοσταλγίας, την ψευδαίσθηση ενός παρελθόντος όπου όλα ήταν πιο ωραία και πιο φωτεινά, πασχίζοντας να οικειοποιηθούμε κάτι απ’ τη λάμψη του; Γιατί δανειζόμαστε τα υλικά των προγενέστερων για να χτίσουμε στο σήμερα δίχως να αντιλαμβανόμαστε τους περιορισμούς των αντοχών τους ούτε και την ολισθηρότητα του εδάφους; Γιατί νομίζουμε ότι αποδίδουμε το παρόν περιοριζόμενοι στην καταγραφή, στην απλή περιγραφή μιας εξωτερικής πραγματικότητας; Γιατί δεν έχουμε μια σύγχρονη πρόταση;

Φταίνε άραγε για όλα αυτά τα χρόνια επίπλαστης ευμάρειας και πνευματικής νωθρότητας που προηγήθηκαν; Φταίει ο μόνιμος επαρχιωτισμός μας που μας ωθεί σε έναν διαρκή μιμητισμό των ξένων τάσεων και παράγει κακέκτυπα; Φταίει ότι διαθέτουμε λιγότερες ‘ώρες πτήσεις’ απ’ ό,τι οι ξένοι δημιουργοί; Φταίει ο μόνιμος ερασιτεχνισμός μας και η απουσία μόχθου και ουσιαστικής προσήλωσης στο αντικείμενό μας; Φταίει, ως επακόλουθο του προηγούμενου, η τάση μας να τα ευτελίζουμε όλα προσπαθώντας να τα φέρουμε στα μέτρα μας και γι’ αυτό δημοσιογράφοι και κριτικοί – συχνά εξίσου αδαείς – εξυμνούν το ασήμαντο εξυπηρετώντας ταυτόχρονα και τις δημόσιες σχέσεις τους; Η έλευση της κρίσης εντείνει τουλάχιστον προς το παρόν την αμηχανία μας.  Πότε θα αρχίσουμε να λέμε επιτέλους τα πράγματα με το όνομά τους για να μπορέσαμε ξανά να εμπιστευτούμε τους εαυτούς μας και τους γύρω μας;

Η νεωτερικότητα έγκειται όχι στο να υπηρετείς την εποχή σου αλλά να την αμφισβητείς, να την υπερβαίνεις για να αποκαλύψεις  ό,τι σημαντικότερο διαθέτει.  «Η νεωτερικότητα στην τέχνη», λέει η Τσβετάγιεβα στο Ο ποιητής και ο χρόνος (εκδ.Καρδαμίτσα), «είναι η επίδραση των αρίστων επί των αρίστων, το αντίθετο δηλαδή της επικαιρότητας που είναι η επίδραση των χειρίστων επί των χειρίστων… Το να είσαι μοντέρνος σημαίνει να δημιουργείς την εποχή σου, όχι να την αντανακλάς, τουλάχιστον όχι σαν καθρέφτης – σαν ασπίδα. Το να είσαι μοντέρνος σημαίνει να δημιουργείς την εποχή σου, να αντιπαλεύεις δηλαδή με τα εννέα δέκατα που αντιπροσωπεύει, όπως κανείς αντιπαλεύει με τα εννέα δέκατα του πρώτου του προχείρου».

 

Προηγούμενο άρθροΈνα master class για ηθοποιούς και… θεατές!
Επόμενο άρθροΗ «μάχη» για το χώρο βιβλίου

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Πολύ ωραία και ειλικρινής αναρώτηση, για ένα αίσθημα που όλους μας έχει καταλάβει. Η απάντηση για μένα είναι προφανής και σχετίζεται με την αντίστοιχη καχεξία της πνευματικής ζωής σε όλες τις υπανάπτυκτες κοινωνίες: την έλλειψη ουσιαστικής -σχολικής κυρίως αλλά και γενικότερης- παιδείας.
    Το ερώτημα για μένα είναι πώς και δεν έχουν υπάρξει τόσα χρόνια εκείνα τα “στατιστικξά παράδοξα” υπερταλαντούχων ανθρώπων που να υπερβαίνουν τους εγγενείς περιορισμούς (όπως συμβαίνει πχ με διεθνούς εμβέλειας συγγραφείς προερχόμενους από χώρες όπως η Τουρκία, η Ινδία, η Νιγηρία, κλπ). Τόσο άτυχοι είμαστε;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here