Ο νεαρός Ρίτσος (της Μαρίας Τσαγκαράκη)

0
229

 

της Μαρίας Τσαγκαράκη, φιλολόγου (*)

 

Η Λέσχη Ανάγνωσης του Συνδέσμου Φιλολόγων Μεσσηνίας έχει ήδη παρουσιάσει δύο βιβλία του φίλου καθηγητή Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Γιώργου Ανδρειωμένου, το Αναζητώντας τον «άλλο» Κάλβο και το Ο Παλαμάς και η πολιτική, με τα οποία πραγματικά μας είχε ξαφνιάσει ευχάριστα αναδεικνύοντας άγνωστες πτυχές των δύο μεγάλων ποιητών μας. Συνεχίζοντας αυτή την παράδοση, στην εκπνοή του 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το βιβλίο Γιάννης Ρίτσος: Πρώιμα ποιήματα και πεζά, με το οποίο επιβεβαιώνεται η ικανότητα του Γ. Ανδρειωμένου να ερευνά, να μελετά, να συμπεραίνει και να φέρνει στο φως άγνωστες πληροφορίες για μεγάλους και σημαντικούς ποιητές, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, για τους οποίους θα είκαζε κανείς ότι όλα έχουν ειπωθεί και όλα έχουν ερευνηθεί.

Το παρόν βιβλίο είναι μια υποδειγματική μελέτη για τα νεανικά χρόνια του Γιάννη Ρίτσου και τα πρώιμα γραπτά του. Καλύπτει  τη λογοτεχνική του παραγωγή, τη δεκαετία 1924-1934, πριν εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή Τρακτέρ.

Περιέχονται συγκεντρωμένα για πρώτη φορά 54 ποιήματα που είχαν δημοσιευθεί σε διάφορα και δυσπρόσιτα περιοδικά και εφημερίδες της εποχής (και ένα αδημοσίευτο), και 24 πεζά. Η εξονυχιστική έρευνα του μελετητή επιβεβαιώνεται από τις πληροφορίες που συνοδεύουν κάθε ποίημα και πεζό για το πού και πότε δημοσιεύθηκε πρώτη φορά και από πιθανό σχολιασμό που έχει γίνει από κάποιον άλλον μελετητή του Ρίτσου. Στη συνέχεια καταχωρούνται 31 κριτικογραφικές αναφορές στον Γιάννη Ρίτσο από περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, που φωτίζουν και τα κείμενα και την ποιητική εξέλιξη του Ρίτσου. Η πλούσια βιβλιογραφία που παρατίθεται αποδεικνύει το εύρος της έρευνας και είναι χρήσιμος οδηγός για όποιον θελήσει να ενσκήψει στη μελέτη του Ρίτσου. Ακολουθεί ευρετήριο ονομάτων και τέλος παρατίθεται ένα πολύ ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό. Είναι μια πράγματι άρτια οργανωμένη ερευνητική μελέτη.

Από την αρχή ο Γ. Ανδρειωμένος δηλώνει στον αναγνώστη ότι σκοπός του είναι να συγκεντρώσει τα πρώτα δείγματα γραφής του Ρίτσου και να τα συνδέσει  «με τις ποικίλες περιπέτειες του βίου του, εντάσσοντάς τα στη σύγχρονή τους πολιτική και πολιτιστική συγκυρία», καθώς «το σύνολο των εδώ μελετώμενων κειμένων του είναι κατάστικτα από αυτοβιογραφικές αναφορές».

Όλη την εισαγωγή διατρέχει ένας εμφανής θαυμασμός και ειλικρινής αγάπη  για τον Γιάννη Ρίτσο και γι’ αυτό η προσέγγιση στη νεανική ζωή τού ποιητή γίνεται με επιστημονική και φιλολογική υπευθυνότητα μεν, αλλά και με πολλή ευαισθησία και διακριτικότητα.

Η εισαγωγική μελέτη του Γ. Ανδρειωμένου διαβάζεται σαν παραμύθι. Μια φορά κι’ έναν καιρό… Ο αναγνώστης θα την διαβάσει μέχρι τέλους με αδιάλειπτο ενδιαφέρον, θα συγκινηθεί, θα πονέσει, θα θαυμάσει τη δύναμη του Ρίτσου στις δυστυχίες της ζωής του και θα σχηματίσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την έτσι και αλλιώς μυθική και περιπετειώδη ζωή του μεγάλου Γιάννη Ρίτσου.

Η ρέουσα γλώσσα του μελετητή, η  αφηγηματική του ικανότητα, η εξαιρετική επιλογή παραθεμάτων που διατρέχουν το κείμενο, διαμορφώνουν εν τέλει μια γοητευτική βιογραφία. Κάτω όμως από το συναρπαστικό αυτό κείμενο κρύβεται πολύμοχθη και πολύμηνη επιστημονική έρευνα, την οποία αποδεικνύει το πλήθος των σημειώσεων που συνοδεύουν το κείμενο, που πολύ συχνά όχι μόνο το φωτίζουν και το υποστηρίζουν αλλά και το συμπληρώνουν, προσθέτοντας γοητευτικές πληροφορίες. Γιατί ο Γ. Ανδρειωμένος έχει ανατρέξει στις πολυάριθμες πηγές που αναφέρονται στον Ρίτσο καθώς και σε προηγούμενους μελετητές της ζωής και του έργου του, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη του τις επισημάνσεις τους. Βεβαίως βασικές πηγές του είναι το βιβλίο της Λούλας Ρίτσου-Γλέζου (αδελφής του ποιητή): Τα παιδικά χρόνια του αδελφού μου Γιάννη Ρίτσου καθώς και αναφορές του ίδιου του ποιητή για τη ζωή και το έργο του.

Τι είναι λοιπόν αυτό που θα αποκομίσει ο αναγνώστης από την εισαγωγική μελέτη;

α΄) τη μυθιστορηματική νεανική ζωή  του Γιάννη Ρίτσου·

β΄) το πώς γεννήθηκε και εξελίχθηκε ως ποιητής·

γ΄) το πώς διαμορφώθηκε ο αγωνιστής κομμουνιστής Γιάννης Ρίτσος.

 

α΄) Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε το 1909 σε μια εύρωστη οικονομικά οικογένεια, η οποία όμως μέχρι το 1925 είχε καταστραφεί οικονομικά από τη σπατάλη και τη χαρτοπαιξία του πατέρα και ο μικρός Γιάννης βίωσε δραματικά τις στερήσεις που επέφερε στη ζωή του αυτή η ανατροπή. Σε ηλικία μόλις 12 χρόνων, έχασε τον μεγάλο του αδελφό Μίμη τον Αύγουστο του 1921, από φυματίωση, και τρεις μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου πέθανε και η λατρευτή του μητέρα Ελευθερία Ρίτσου-Βουζουναρά από την ίδια «ρομαντική» ασθένεια της εποχής. Ο ίδιος ο Ρίτσος, σε ηλικία 18 χρονών, προσβλήθηκε από φυματίωση και θεραπεύτηκε για διάστημα περίπου πέντε χρόνων, στο σανατόριο Σωτηρία Αθηνών, στο φθισιατρείο Καψαλώνας Χανίων και στο φθισιατρείο Άγιος Ιωάννης Χανίων. Τέλος, το ιστορικό ψυχικών νοσημάτων που συνόδευε την πατρική και τη μητρική οικογένεια, θα πλήξει τον πατέρα του, ο οποίος θα εισαχθεί στο Δρομοκαΐτειο το 1925, και πολύ αργότερα, το 1937, θα θεραπευτεί στο ίδιο ψυχιατρείο η αγαπημένη του αδελφή Λούλα.

Αυτή είναι μια ψυχρή καταγραφή των τραγικών συμβάντων της νεανικής ζωής του Γιάννη Ρίτσου, η οποία όμως πολλαπλασιάζεται τραγικά όταν διαβάσει κανείς τα κείμενα που τη συνοδεύουν και τις επισημάνσεις του μελετητή. Είναι ιδιαίτερα συγκινητική η περιγραφή του αποχωρισμού της μητέρας από τα παιδιά της, πριν αναχωρήσει για το σανατόριο του γιατρού Καραμάνη στο Πήλιο. Πλένει το στόμα της με οινόπνευμα για να φιλήσει τους δικούς της, τους οποίους και δεν θα ξαναδεί αφού θα πεθάνει μόνη μακριά τους. Είναι επίσης φοβερά εξοργιστικές οι περιγραφές που παρατίθενται για τις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν στα φθισιατρεία.

Ποια ήταν η αντίδραση του ποιητή σ’ αυτά τα χτυπήματα της μοίρας; Κατά τη μαρτυρία της αδελφής του Λούλας, «Ο Γιάννης μεγάλωνε και όλο κλεινόταν στον εαυτό του», «Είχε μια φοβερή δύναμη να απομακρύνεται και να κλείνεται στις εικόνες του». Ο Γιάννης δηλαδή γινόταν διαφορετικός. Γινόταν ποιητής.

 

β΄) Η Αγγελική Κώττη στην οποία αναφέρεται ο Γ. Ανδρειωμένος, αποκαλεί τον Γιάννη Ρίτσο «ποιητή εξ απαλών ονύχων». Σύμφωνα με τη μαρτυρία της αδελφής του Λούλας, η μητέρα είχε από πολύ νωρίς διαγνώσει την ευαισθησία και τις ξεχωριστές ικανότητες του μικρού της Γιαννάκη και του έπιανε το χέρι για να γράψουν μαζί ποίημα που θα έστελναν στη Διάπλαση των Παίδων, στην οποία και τον είχε γράψει συνδρομητή. Η μητέρα του υπήρξε ο φύλακας άγγελός του και ο πρώτος πνευματικός του οδηγός. Του διάβαζε Παλαμά, Σολωμό, Παπαδιαμάντη, Ξενόπουλο και συνέχειες από τη Διάπλαση των Παίδων. Είναι η πρώτη που του εμφύσησε αυτοπεποίθηση  για την ποιητική του κλίση και προέβλεπε ότι θα γίνει ο διάδοχος του Παλαμά και θα δοξάσει την πατρίδα, όπως και έγινε. Η δεύτερη που πίστεψε σ’ αυτόν και τον στήριξε σε όλη τη ζωή της, ήταν η αδελφή του Λούλα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Εγώ πίστευα στο ταλέντο του, επηρεασμένη από την αγάπη μου σαν αδελφού και από τα λόγια της μητέρας».

Επόμενος ένθερμος υποστηρικτής των λογοτεχνικών ανησυχιών τού γυμνασιόπαιδα Ρίτσου υπήρξε ο δικαστικός Γεώργιος Αντωνακάκης, που «επηρέασε όσο λίγοι τον Γιάννη στην εφηβική του ηλικία» και ο  οποίος τον συμβούλευε «να γράφει συνέχεια και να προσπαθήσει να δημοσιεύσει κάπου τα ποιήματά του». Το πάθος του δικαστικού για τα λουλούδια και ιδιαίτερα για τα κυκλάμινα, ίσως κρύβεται πίσω από το πολύ γνωστό τραγούδι του Ρίτσου «Το κυκλάμινο» από τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας και αποδεικνύει πώς τα γεγονότα της ζωής του συνδέονται άρρηκτα και ερμηνεύουν το έργο του.

Η συνήθεια των γυναικών στο σόι του Ρίτσου (και όχι μόνο) να μιλούν και να γράφουν με στιχάκια, και τα μανιάτικα μοιρολόγια που σε κάθε ευκαιρία άκουγε ο ποιητής, τον εξοικείωσαν με τη λαϊκή αυτοσχέδια στιχουργία και αφομοιώθηκαν στην ποίησή του και στιχουργικά και θεματικά, με τον Επιτάφιο να συγκεντρώνει τα περισσότερα από αυτά τα στοιχεία.

Με την ίδια συλλογιστική, η συστηματική μουσική παιδεία για την οποία φρόντισε η μητέρα του, το πιάνο που υπήρχε στο πατρικό του, το πιάνο που έπαιζε στη μεγάλη σάλα υποδοχής στη Σωτηρία για να διασκεδάσει τους ασθενείς και που ήταν η αιτία να γνωριστεί με τη Μαρία Πολυδούρη, η οποία επίσης θεραπευόταν εκεί, δεν μπορεί παρά να ήταν  το έναυσμα για τη Σονάτα του σεληνόφωτος.

Οι συνθήκες της νεανικής του ζωής, λοιπόν, αποτυπώνονται διαρκώς με κάποιο τρόπο, όχι μόνο στα πρώιμα ποιήματά του, που έχουν κατά κύριο λόγο βιωματική θεματογραφία, αλλά και στις μετέπειτα μεγάλες ποιητικές του συνθέσεις. Η έντονη και διαρκής παρουσία της φύσης σ’ αυτά τα πρώτα ποιήματα (λουλούδια, πουλιά, ζώα, κήποι, ακρογιάλια κ.λπ.) θα βρουν την ιδανική τους αποτύπωση στη Ρωμιοσύνη.

Ακολουθώντας τη συμβουλή του Αντωνακάκη, ο Ρίτσος τόλμησε να αλληλογραφήσει με τη Διάπλαση των Παίδων και  να στείλει τα πρώτα του μαθητικά γραπτά, τα οποία όταν δημοσιεύονται τα υπογράφει με το ψευδώνυμο Ιδανικό όραμα. Εξέθεσε τον εαυτό του και την τέχνη του και θα ανταμειφθεί με τις επαινετικές κρίσεις του περιοδικού και του ίδιου του Ξενόπουλου, γιατί οι στίχοι του «έχουν μέσα τους έναν αληθινό πόνο» και «είναι ειλικρινείς».

Αυτά τα πρώτα θετικά σχόλια τον εμψύχωσαν και στη συνέχεια  δημοσίευσε 39 ποιήματα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Ηρακλή Αποστολίδη. Ο Ηρακλής Αποστολίδης, σχολιάζοντας θετικά τα ποιήματα, του έγραφε μεταξύ άλλων: «Εκείνο που χαρακτηρίζει τα τραγούδια σας κ. Ριτ-τσε είναι, προ  παντός η ειλικρίνεια / γι’ αυτό σας σφίγγουμε το χέρι […] αισθάνεσαι εκείνο που γράφεις, και νοιώθεις την ανάγκη να το εξωτερικεύσεις και να το πεις και στους άλλους». Ο Ανδρειωμένος θεωρεί την επίδραση του Αποστολίδη στην εξέλιξη του ποιητή Ρίτσου καταλυτική, γιατί: «ο λόγος του Αποστολίδη, που κάθε άλλο παρά αρεσκόταν σε επαίνους, έσταξε βάλσαμο στην ψυχή του νεαρού λογοτέχνη, ενίσχυσε το ηθικό του, ατσάλωσε τη θέλησή του και διαμόρφωσε, σε μεγάλο βαθμό, την ποιητική του ταυτότητα».

Σ’ όλους τους παραπάνω που στέριωσαν την αυτοπεποίθηση του νεαρού ποιητή, πρέπει να προστεθεί και η φτασμένη ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, η οποία τον προέτρεπε να συνεχίσει να γράφει ποιήματα γιατί είχε «δαιμονικό τάλαντο».

Και ο ίδιος όμως φρόντισε να καλλιεργήσει τους πνευματικούς του ορίζοντες και την τέχνη του με συνεχές διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων, πολλών και ποικίλων ενδιαφερόντων (Παλαμά, Σικελιανό, Πορφύρα, Γρυπάρη, Καρυωτάκη), που δανειζόταν από διάφορες βιβλιοθήκες, γιατί πίστευε με θέρμη στην αυτομόρφωση. Αν και μέτριος  μαθητής, με κοσμία διαγωγή και στο σχολαρχείο και στο Γυμνάσιο,  ήταν ιδιαίτερα δραστήριος σ’ ένα συντροφικό κύκλο φίλων και συμμαθητών, στους οποίους διάβαζε τα ποιήματά του που δημοσιεύονταν στη Διάπλαση και τους παρακινούσε να γράφουν κι αυτοί και να στέλνουν για δημοσίευση. Σε αντίθεση με τους συντηρητικούς φιλολόγους της εποχής και υπέρμαχους της καθαρεύουσας, οι συμμετέχοντες στον κύκλο  ήταν οπαδοί της δημοτικής. Παραδίδει ο  ίδιος ο Ρίτσος: «ήτανε και ο Ψυχάρης στις κουβέντες μας, η επαναστατική δημοτική, που ο γυμνασιάρχης την έλεγε μαλλιαρή κι απειλούσε με μηδενισμό όποιον τολμούσε να γράψει την έκθεση των νεοελληνικών σ’ αυτή τη χυδαία γλώσσα, μα εμείς, όλη η παρέα ήμασταν δημοτικιστές και το λέγαμε και καμαρώναμε…». Από τότε καλλιεργήθηκε το γλωσσικό εργαλείο του Ρίτσου με το οποίο διαμόρφωσε ελληνική ποιητική γλώσσα.

Οι συντηρητικές και αναχρονιστικές απόψεις των φιλολόγων του, απέτρεψαν τον Ρίτσο να σπουδάσει στη Φιλοσοφική Σχολή από τον φόβο μη γίνει σχολαστικός δάσκαλος. Αλλά ίσως όχι μόνο γι’ αυτό. Οι πανεπιστημιακές σπουδές θα τον οδηγούσαν σε μια κανονική, εύτακτη ζωή, η οποία δεν θα του επέτρεπε την πλήρη αφοσίωση στην τέχνη του. Επέλεξε την αυτομόρφωση και τις μικροδουλειές, γιατί προφανώς στο δίλημμα τέχνη ή ζωή, επέλεξε την τέχνη. Την τέχνη που ήταν η παρηγοριά και το καταφύγιό  του, και όπως γράφει η αδελφή του: «έγραφε και έσχιζε επί ώρες, όπως παλιά. Ήταν το μόνο πράγμα που του έδινε ζωή, που του γέμιζε εκείνες τις χιλιάδες ώρες μέσα στο σανατόριο».

Με όλα τα παραπάνω, ο Γ. Ανδρειωμένος μας αποκαλύπτει την ποιητική ενηλικίωση του ποιητή.

 γ΄) Η άλλη διάσταση του ποιητή, η οποία τεκμηριώνεται από την εισαγωγική μελέτη είναι η διαμόρφωση του αγωνιστή κομμουνιστή. Και πάλι στη μητέρα του θα εντοπίσουμε τα πρώτα σπέρματα της αριστερής ιδεολογίας. Η Ελευθερία συγκέντρωνε στη βιβλιοθήκη της «βιβλία αριστερά της εποχής» και «είχε ιδέες που ξίνιζαν τα μούτρα» του συζύγου της. Αυτές τις ιδέες συζητούσε με τον μικρό Γιάννη Ρίτσο, ο οποίος από το δημοτικό έμαθε να αντιστέκεται και να παραβιάζει τις απαγορεύσεις, ακόμη κι αν συνοδεύονταν από τιμωρίες. Εξομολογείται ο ίδιος στον Γιώργο και στην Ηρώ Σγουράκη: «Σαν να  μ’ άρεσε να είμαι τιμωρημένος. […] Νομίζω ένας άνθρωπος που δεν τιμωρήθηκε ποτέ στη ζωή του δεν ξέρει τι θα πει παραβίαση μιας απαγόρευσης. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη απαγορεύσεις έμαθα να δουλεύω την τέχνη, την ποίηση, ξεπερνώντας όλες αυτές τις απαγορεύσεις. […] από τη μια τιμωρία στην άλλη, κέρδισα αυτή τη χαρά να τις ξεπερνάω και μάλιστα απ’ αυτές να δω, να αντλώ δυνάμεις αντίστασης προς κάθε άδικη απαγόρευση κι επομένως προς κάθε αδικία».

Θεωρούσε αδικία  τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των ασθενών στο σανατόριο Σωτηρία, και ειδικά εκείνων της τρίτης θέσης για τους άπορους, στην οποία διέμενε και ο ίδιος σε θαλάμους των τριάντα και σαράντα ατόμων. Συναναστρεφόταν ασθενείς από τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα αλλά και αριστερούς διανοούμενους. Τα σανατόρια θεωρούνταν τότε τα καλύτερα κομμουνιστικά σχολεία, και πολλοί μελετητές συνδέουν τις κομμουνιστικές ιδέες του Ρίτσου με αυτή την περίοδο της ζωής του. Ο Ρίτσος πίστευε ότι η θεωρία του κομμουνισμού «ήταν σαν τάση φυσική που είχε μέσα του» και ευγνωμονούσε τον κομμουνιστή «δάσκαλό» του Βασίλη Γεράγγελο, που τον βοήθησε να την ανασύρει στην επιφάνεια.

Στο σανατόριο της Καψαλώνας Χανίων, με τις πολύ χειρότερες συνθήκες διαβίωσης από τη Σωτηρία, ο Ρίτσος πέρασε από τη θεωρία στην πράξη. Συνέταξε ένα ανώνυμο γράμμα διαμαρτυρίας προς την τοπική εφημερίδα Χανίων Εφεδρικό Αγώνα, στο οποίο περιέγραφε με λογοτεχνικό ύφος την άθλια ζωή των ασθενών στο κατ’ όνομα φθισιατρείο της Καψαλώνας, με απώτερο σκοπό να ευαισθητοποιήσει την τοπική κοινωνία και εξουσία για μεταφορά τους σε άλλο οίκημα. Ήταν η πρώτη ενέργεια του Ρίτσου με δημόσιες συνέπειες, γιατί πράγματι η επιστολή ξεσκέπασε ένα κοινωνικό πρόβλημα και έφερε αποτελέσματα. Γι’ αυτό το περιστατικό, σύμφωνα με τη μαρτυρία της αδελφής του, ο ποιητής είχε πει: «Στην Καψαλώνα ένιωσα για πρώτη φορά τον εαυτό μου σαν τον εντελοδόχο και τον υπεύθυνο ενός κόσμου».

Είναι επομένως φυσικό ο υπαρκτός σοσιαλισμός και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, όπως συμπεραίνει ο Γ. Ανδρειωμένος, να συντελέσανε αποφασιστικά στην πνευματική μεταστροφή του ποιητή και να του πρόσφεραν μια αισιόδοξη προοπτική.

Ο ποιητής δημοσιοποίησε τη στράτευσή του στον σοσιαλισμό με δημοσιεύσεις ποιημάτων σε αριστερά περιοδικά και στον Ριζοσπάστη και τελικά οργανώθηκε στο ΚΚΕ το 1934. Την ίδια χρονιά θα εκδώσει την ποιητική του συλλογή Τρακτέρ, με την οποία έρχεται σε ρήξη καλλιτεχνική και κοσμοθεωρητική με τον κόσμο της εφηβείας του, όπως παρατηρεί ο Γιώργος Βελουδής. Και είναι ιδιαίτερα εξαιρετική η διατύπωση και κρίση του Γ. Ανδρειωμένου: «Με τις δύο πρώτες του ποιητικές συλλογές Τρακτέρ και Πυραμίδες, ο ποιητής θα περάσει από την προσωπική οιμωγή στην κοινωνική κριτική».

info: Γιάννης Ρίτσος, Πρώιμα ποιήματα και πεζά, Εισαγωγική μελέτη-έκδοση κειμένων: Γιώργος Ανδρειωμένος, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2018, σελ. 288

(*) Από την παρουσίαση του βιβλίου στην Πινακοθήκη του Πνευματικού Κέντρου Καλαμάτας, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here