Ο Μύθος ως Εργαλείο Εκπαίδευσης(της Χρύσας Σπυροπούλου)

0
1004

 

 

Χρύσα Σπυροπούλου.

« Μύθος σημαίνει ότι το Καλό τελειώνει αισίως και ότι το Κακό δεν ανταμείβεται», Όσκαρ Ουάιλντ, Η σημασία να είσαι σοβαρός( Τhe importance of Being Earnest)

Πολύ αργά, μόλις τον 18ο αιώνα παρατηρείται στροφή των συγγραφέων στην παιδική λογοτεχνία. Στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη το είδος δεν ευδοκίμησε, καθώς τότε το παιδί δεν εμφανιζόταν ως το κεντρικό πρόσωπο σε έργα λογοτεχνικά. Το ίδιο συνέβη και κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Το 1658, τον 17ο αιώνα, ο Ιωάννης Αμός Κομένιος, ο σπουδαίος Τσέχος παιδαγωγός, εξέδωσε το πρώτο εικονογραφημένο βιβλίο, γραμμένο στα λατινικά και γερμανικά, που απευθυνόταν στα παιδιά και την εκπαίδευσή τους, με τον τίτλο Orbis Sensualium Pictus( Εικονογραφημένος Κόσμος), και στο οποίο παρουσιάζονταν καθημερινές δραστηριότητες, με ελκυστικό τρόπο αφού χρησιμοποιείτο η εικόνα για τα παιδιά.  Το ενδιαφέρον για την εκπαιδευτική επίδραση του μύθου ή της ιστορίας θα τονωθεί πρώτα από τον Τζων Λοκ και έπειτα από τον Ζαν Ζακ Ρουσώ, ο οποίος είχε γράψει χαρακτηριστικά: « Επιτρέψτε –στο παιδί- να μάθει κάτι όχι επειδή εσείς του το λέτε, αλλά γιατί το ίδιο το καταλαβαίνει», για να δείξει με αυτήν την άποψη ότι η λογοτεχνία, και ιδιαιτέρως αυτή που απευθύνεται στα παιδιά και τους νέους, πρέπει να υιοθετεί και να ασκεί ανεξάρτητη εκπαιδευτική διαδικασία. Να μην εξαρτάται δηλαδή από τις αυθεντίες, είτε αυτές είναι πολιτικές είτε θρησκευτικές ή άλλου είδους ιδεολογίες.

Με την εμφάνιση του ρομαντισμού, τον 19ο  αιώνα, θα απελευθερωθούν όλες εκείνες οι καταπιεσμένες δυνάμεις που απέκλειαν το παιδί από τον λογοτεχνικό κόσμο και οι συγγραφείς θα το φέρουν στο επίκεντρο των ιστοριών τους, θα λάβουν υπ’ όψιν θέματα που το αφορούν, με ένα τρόπο και με τεχνικές που θα το εντυπωσιάσουν και θα κερδίσουν, όχι αδίκως, την προσοχή και το ενδιαφέρον του. Τα βιβλία του Λιούις Κάρολ, της Λουΐζας Μέι Άλκοτ, του Μαρκ Τουέιν, αλλά και του παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, επιλέγω μερικούς μόνο από πλειάδα άλλων συγγραφέων, θα γίνουν κλασικά έργα, και θα μεγαλώσουν με αυτά γενιές και γενιές νέων στα πέρατα του κόσμου. Οι ιστορίες τους αντανακλούν τις κοινωνικές αξίες, τους κανόνες συμπεριφοράς και τα κοινώς αποδεκτά πρότυπα και όρια. Στον 20ο αιώνα, ωστόσο, το είδος αναπτύσσεται και επιβάλλεται, ισάξια με άλλα είδη, στον λογοτεχνικό κόσμο.

Ένας από τους στόχους της παιδικής λογοτεχνίας είναι να «ψυχαγωγήσει», να ικανοποιήσει τις αισθητικές και συναισθηματικές ανάγκες των νέων, καθώς και να τους καθοδηγήσει παράλληλα, προς κάποιες αξίες κοινωνικές και συλλογικές. Στις μέρες μας, ωστόσο, τα παιδιά, και ειδικότερα οι έφηβοι, επειδή, χάρη στην τεχνολογική ανάπτυξη- κινηματογράφο, τηλεόραση, βίντεο, βιντεογκέιμ- ωριμάζουν ταχύτερα, τείνουν να ζητούν να καλύψουν περισσότερες αισθητικές και «ψυχαγωγικές» ανάγκες, που, όμως αυτές ορίζονται ενίοτε από το εμπόριο, ενώ απαιτούν πιο πολλά πράγματα από τους συγγραφείς των βιβλίων παιδικής λογοτεχνίας λόγω της γρήγορης ενηλικίωσής τους και των τεχνολογικών γνώσεών τους. Η αγορά, άλλωστε, οι εκδότες, τα βιβλιοπωλεία, οι συγγραφείς, αλλά και τα σχολεία, που επηρεάζονται από τα προϊόντα της διαφήμισης και της προώθησης, επεκτείνουν ή περιορίζουν τις αναζητήσεις των νέων. Εξάλλου, οι συγγραφείς προσαρμόζουν τις επιλογές τους στις ανάγκες της εποχής και των αναγνωστών, όπως είναι  η περίπτωση του Γάλλου συγγραφέα Ζεράρ Στράιφ, που έγραψε βιβλία για παιδιά, με πιο χαρακτηριστική την ιστορία «Το λιμάνι της ερήμου» που αφορά στη μόλυνση του περιβάλλοντος· αυτό, όμως, δεν σημαίνει την υποταγή τους σε συνταγές που συντάσσονται και ορίζονται από την αγορά, η οποία εν πολλοίς επιβάλλει μέσω των εργαλείων της τεχνολογίας, μέσα και ιδέες, που έχουν μεγάλη και αμεσότερη επίδραση στους νέους.

Στην κατηγορία της παιδικής λογοτεχνίας, όμως, κατατάσσονται και βιβλία τα οποία δεν είχαν γραφτεί, για να απευθυνθούν σε παιδιά και νέους- χαρακτηριστική η περίπτωση του Ιουλίου Βερν ή του Λαφοντέν, που έγραψε τους Μύθους του-, ωστόσο κέρδισαν το ενδιαφέρον των εφήβων και πλέον εκπαιδεύουν όχι μόνο με τις ιστορίες τους, αλλά και με την τεχνική τους γενιές και γενιές μικρών και μεγάλων αναγνωστών. Και γι’ αυτό, εξάλλου, γίνονται οι μύθοι, οι ιστορίες τους, πρότυπα συμπεριφοράς, δίνουν κατευθυντήριες συντεταγμένες, για να σκεφτούν οι νέοι, να κρίνουν, να οξύνουν την φαντασία τους, να κοινωνικοποιηθούν και να μάθουν να δρουν συλλογικά, για το κοινό συμφέρον, να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Τέτοια επίδραση, λόγου χάριν, έχουν Οι τρεις Σωματοφύλακες του Αλεξάνδρου Δουμά, το έργο του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ Κιμ, μια περιπέτεια στην Ινδία με κατασκοπεία, Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, το μυθιστόρημα του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ,  Ο φύλακας στη σίκαλη, στο οποίο ο ήρωας αποξενώνεται από το περιβάλλον του, φοβάται την ενηλικίωση και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ποιος δεν θυμάται αποσπάσματα ή φράσεις από αυτά, όπως την χαρακτηριστική: « Ένας για όλους και όλοι για έναν», από τους Τρείς Σωματοφύλακες!

Υπάρχουν, μάλιστα, περιπτώσεις πολλών συγγραφέων που γράφουν και για μικρούς και για μεγάλους, με ξεχωριστή την παρουσία της σπουδαίας Σουηδέζας συγγραφέως Σέλμα Λάγκερλεφ ( Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1909· πολύ γνωστό το έργο της Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον).

Ένα βιβλίο που θα ξεχώριζα ως κλασικό και θα προέτρεπα να διαβαστεί από μικρούς και μεγάλους, το οποίο δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά, αν και όλοι οι ήρωές του είναι παιδιά και νέοι, είναι το αριστούργημα του Γουίλιαμ Γκόλντιγκ, Ο άρχοντας των μυγών. Σ’ αυτό η ιστορία, η αλληγορική ιστορία, ο « μύθος», που προτείνεται από τον Νομπελίστα συγγραφέα, εκπαιδεύει έμμεσα, μαθαίνει στα παιδιά να σκέφτονται, να διεισδύουν στην ουσία των πραγμάτων και να συνεργάζονται για την «επιβίωσή» τους, να μαθαίνουν πράγματα για τη ζωή με ένα σύνθετο τρόπο, όσο σύνθετη είναι και η ζωή και τα χαρακτηριστικά της. Τους προσφέρει τα μέσα για να εξοικειωθούν με την αλληγορία. Ενδυναμώνεται, σ’ αυτό το έργο, ο μύθος με τις περιγραφές ενός παραδείσιου τοπίου, και με τις ρεαλιστικές σκηνές να συναγωνίζονται αυτές της φαντασίας. Και τότε, δημιουργούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις για να συνδράμει ο μύθος ώστε να αναπτυχθεί ακόμα και η ενσυναίσθηση του παιδιού. Ανάλογα βιβλία, τα οποία έχουν ως ήρωες παιδιά-εφήβους, χωρίς να απευθύνονται αποκλειστικά σε αυτά, είναι το γνωστό και μοναδικό έργο που έγραψε ο Αλαίν Φουρνιέ με τίτλο Ο μεγάλος Μωλν ( Le Grand Meaulnes, 1913), η ιστορία του οποίου αναφέρεται στο κυνήγι του ανέφικτου. Πιθανόν το έργο αυτό να επηρέασε τον Κοσμά Πολίτη, που έγραψε το εξαιρετικό μυθιστόρημα Eroica, οι ήρωες του οποίου είναι παιδιά, που συνειδητοποιούν το σύνθετο και αναπόφευκτο της ζωής, όταν τα δεδομένα της απόλυτης ευτυχίας καταρρίπτονται με τον θάνατο ενός παιδιού. Στην ίδια κατηγορία θα μπορούσαμε να κατατάξουμε και το μυθιστόρημα της Αγγλίδας συγγραφέως Rosamond Nina Lehmann The Ballad and the Source (1944), στο οποίο περιγράφεται ένας άτυχος γάμος, μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Αυτή η ιστορία μπορεί να συγκριθεί με το βιβλίο του Χένρυ Τζαίημς What Maisie knew( 1897). Στα εν λόγω έργα ο μύθος, η ιστορία, εισάγει το παιδί στον κόσμο των μεγάλων, αφού του περιγράφει την πραγματικότητα, ό,τι θα γνωρίσει και θα βιώσει, το αναπόφευκτο, όπως είναι οι αποτυχίες, το ανέφικτο, ο θάνατος, ο αποτυχημένος γάμος. Οι ιστορίες των μυθιστορημάτων που προαναφέρθηκαν έχουν ουσία, περιεχόμενο, νόημα και αποσκοπούν κάπου, να δείξουν μία ή πολλές πλευρές της ζωής με τρόπο ευαίσθητο, σύνθετο και ποιητικό.

Μέσω του μύθου, εξάλλου, απαραίτητο είναι να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ανάγκες του παιδιού, εκπαιδευτικές, αισθητικές και συναισθηματικές, της εποχής, της κοινωνίας, καθώς και η άρρητη απαίτηση του παιδιού να καλλιεργηθεί και εμπλουτιστεί η φαντασία του.  Η πλοκή, η εξέλιξη του μύθου, τα γεγονότα και η δράση συντάσσονται βάσει της πραγματικότητας και της φαντασίας, είναι το αποτέλεσμα της σύζευξής τους, καθώς επιστρατεύονται σχήματα και αλληγορίες ή και κυριολεκτικά σήματα από τον κόσμο των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, πραγματικών ή φανταστικών πλασμάτων που έχουν αντληθεί από πηγές, όπως η μυθολογία και η παράδοση, λαϊκή ή μη. Οι Μικρές Κυρίες ή ο Ροβινσώνας Κρούσος του Ντάνιελ Ντεφόε διαθέτουν φανταστικές εικόνες, περιπέτεια, αλλά και ηθικούς και κοινωνικού προβληματισμού στόχους και κατευθύνσεις. Ο Τζαίημς Τζόυς είχε γράψει για το έργο του Ντεφόε : «…. όλο το αγγλοσαξονικό πνεύμα υπάρχει στον Κρούσο: η ανδρική ανεξαρτησία, η ασυνείδητη σκληρότητα, η επιμονή, η αργή αλλά αποτελεσματική νοημοσύνη, η σεξουαλική απάθεια, η υπολογιστική εχεμύθεια».  Άλλωστε, ο  Ροβινσώνας Κρούσος έρχεται αντιμέτωπος με το πρόβλημα του πολιτισμικού σχετικισμού, όταν βλέπει ότι οι άγριοι κάτοικοι του νησιού είναι κανίβαλοι και κατανοεί ότι ό,τι κάνουν είναι αποτέλεσμα της «κοινωνικής» τους στάθμης και γι’ αυτό δεν τους θεωρεί υπεύθυνους για τις πράξεις τους.

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, ωστόσο, ξεχωρίζει για τις φανταστικές περιπέτειες, για τη δημιουργία ενός «άλλου» κόσμου, διαφορετικού, που στηρίζεται στην πρωτοτυπία και την έκπληξη, με συνέπεια, μαθηματική θα έλεγε κανείς, ακρίβεια, συνοχή, αλλά και αθωότητα μπροστά στο άγνωστο, ιδιαιτέρως όταν η ηρωίδα συναντά και συνομιλεί ως ίσος προς ίσον με τα ζώα· εδώ σατιρίζονται οι καθιερωμένες πρακτικές και κάποιοι κοινωνικοί θεσμοί, γίνεται αναφορά με υποδηλώσεις στους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς, στη γλώσσα και τη λογική, ενώ ζητούμενο είναι η ταυτότητα, το « ποιος είμαι». Θα μπορούσε το παιδί να κάνει τις αναγωγές του, όπως και ο δάσκαλος ή ο γονιός. Να αποδεχτεί και να απορρίψει, να κάνει τις αναφορές του στην πραγματικότητα, στο τότε και το τώρα. Το πώς διαβάζει κανείς ένα βιβλίο, εξάλλου, συνιστά μία καινούρια δημιουργία. Έχουμε  στοιχεία, τα οποία αντικαθιστούν αυτό που ονομάζεται διδακτικό και ηθικό, εικόνες και κώδικες που οδηγούνε το παιδί ακόμα πιο πέρα από το γνωστό, το οικείο και λογικά αποδεκτό.

Θα συνοψίζαμε, λοιπόν, στα εξής χαρακτηριστικά, που πρέπει να ενυπάρχουν στους «μύθους» των έργων παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας: Να προσφέρουν στο παιδί και τον έφηβο τη δυνατότητα να κατανοήσει την ταυτότητά του. Να βοηθήσει τα παιδιά να καθοδηγούνται με τρόπο ώστε να μην επαναπαύονται  σε αυτό που βλέπουν, στο φαινόμενο, αλλά να αναζητούν το άλλο, εκείνο που υπονοείται, να εισχωρούν και να εξετάζουν την «ουσία» των μύθων, να τους κρίνουν, να επεκτείνουν τα σημαίνοντα, τις εικόνες και τα γεγονότα, τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένοι οι μύθοι.  Στο σημείο αυτό, αξίζει να τονιστεί ότι ο συγγραφέας χρειάζεται να προσέχει ώστε να μην παρασύρεται από την ευκολία ενός άκαρπου διδακτισμού, ούτε να υποτιμάει την νοημοσύνη των νέων. Και όταν γράφει κανείς χρησιμοποιώντας τον κώδικα επικοινωνίας των παιδιών άκριτα, χωρίς φιλτράρισμα, όταν μάλιστα αυτός ο κώδικας ξεφεύγει από τους γενικώς αποδεκτούς κοινωνικούς κανόνες, τότε θα λέγαμε ότι ο συγγραφέας έχει καθήκον να επανεξετάσει τα δεδομένα, καθώς δεν προέχει να σαγηνεύσει τους νέους με τον δικό τους τρόπο, πράγμα εύκολο, αλλά να θέσει υψηλά τον πήχυ και για τον εαυτό του, αλλά ακόμα πιο πολύ, για τους αναγνώστες, στους οποίους απευθύνεται. Απαιτείται επαγγελματισμός και συνέπεια εκ μέρους του γράφοντος, προσαρμογή με απαιτήσεις στις ανάγκες των παιδιών-αναγνωστών, χωρίς όμως να υποβαθμίζεται η ποιότητα του έργου του. Για να επιτευχθεί αυτό, εκτός από το ταλέντο, απαιτείται μελέτη και καλή, εις βάθος γνώση της λογοτεχνίας, τόσο της παιδικής όσο και αυτής που απευθύνεται στους μεγάλους. Γνώση, όχι μόνο της εθνικής, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Κλείνοντας θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα ερώτημα που με απασχόλησε και με απασχολεί. Γιατί οι Βόρειες χώρες ανέπτυξαν περισσότερο και πιο αποτελεσματικά την παιδική λογοτεχνία; Είναι αποτέλεσμα του κλίματος; Της λογοτεχνικής παράδοσης; Επειδή στο Νότο τα παιδιά δεν διάβαζαν, γιατί εργάζονταν σε χειρωνακτικές δουλειές με τους γονείς τους και άρα ποτέ δεν γεύτηκαν την παιδική αθωότητα και δεν είχαν ανάγκη από τις εκφράσεις της φαντασίας και τις προβολές της στην πραγματικότητα;  Πιθανόν. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι αρχαίοι Έλληνες και οι Λατίνοι δεν αξιοποίησαν την παιδική παρουσία στα λογοτεχνικά έργα. Τα παιδιά απουσιάζουν ή λοιδορούνται από άλλους συναδέλφους τους, όταν κάποιοι συγγραφείς αποφασίσουν, έστω στοιχειωδώς, να τα εμφανίσουν στα έργα τους. Ας θυμηθούμε τον Ευριπίδη ο οποίος, στη Μήδεια, χρησιμοποιεί τα παιδιά ως μέσον εκδίκησης ή τον Αριστοφάνη που τον ειρωνεύεται. Οι Λατίνοι, μάλιστα, τα έβλεπαν ως μελλοντικούς ενηλίκους και άρα η προσφορά τους δεν ήταν σημαντική. Οι Βόρειοι κατάλαβαν αμέσως ότι οι ενήλικοι δεν είναι παρά μεγάλα παιδιά, όπως έγραψε ο Γάλλος καθηγητής και στοχαστής Paul Hazard (στο έργο του Les livres, les enfants et les hommes, 1949), και γι’ αυτό, πιθανόν, δεν δίστασαν να ικανοποιήσουν την αιωνίως παιδική τους πλευρά.

Ένα άλλο μέσο το οποίο με το μύθο του, αλλά και τη δύναμη της εικόνας- σύνδεση εικόνας και λόγου- μεταδίδει γνώση, πρότυπα συμπεριφοράς και σκέψης, ενώ γίνεται μαθησιακό εργαλείο, είναι τα κόμικς. Αυτά, όπως και οι εικονογραφημένες νουβέλες, βοηθούν το παιδί με ευχάριστο τρόπο, με τη χρήση ακόμα και της υπερβολής και του υπερφυσικού- λόγου χάριν η ισχύς που δίδεται στο σπανάκι από τον Έλζι Κράισλερ Σίγκαρ, τον δημιουργό του Ποπάυ(1929), του προδρόμου των υπερηρώων, αν και είναι ασχημούλης, με ένα μάτι και χωρίς δόντια-,να αναπτύξει τη φαντασία και την κριτική του σκέψη.

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Jeff Smith, του δημιουργού του comic Bone: « Έμαθα ανάγνωση πριν ακόμα πάω στο σχολείο, γιατί ήθελα να διαβάζω μόνος μου τα comic strips στις εφημερίδες και να μαθαίνω τι γίνεται παρακάτω, χωρίς να χρειάζεται να περιμένω τον πατέρα μου να μου διαβάσει τη συνέχεια».  Το πρώτο graphic novel που βραβεύτηκε, μόλις το 1992, με το Pulitzer είναι το Maus του Art Spiegelman, στο οποίο ο δημιουργός αφηγείται την ιστορία του Πολωνοεβραίου πατέρα του, ο οποίος επέζησε του Ολοκαυτώματος. Οι Εβραίοι είναι τα ποντίκια, ενώ οι Γερμανοί και οι Πολωνοί οι γάτες και τα γουρούνια.

Ο μύθος, λοιπόν, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο παιδευτικό, αρκεί να είναι αποτέλεσμα συνεπούς, ολοκληρωμένης και με ποιοτικά χαρακτηριστικά υψηλής και μεθοδικής εργασίας. Μα, όταν διαθέτει λογοτεχνικά χαρακτηριστικά ο μύθος, γίνεται μορφωτικό μέσον, καθώς έχει ισχύ λόγω της αυθεντικότητάς του και της μεταδοτικότητάς τους, της άμεσης και αμφίδρομης επικοινωνίας. Γιατί, όπως είπε ένας αμερικανός  κινηματογραφιστής και συγγραφέας: « Ο μύθος είναι η αλήθεια! Δεν άκουσες ποτέ τη λέξη «λογοτεχνία»; Αυτή η λέξη σημαίνει και μύθος».

 

info: Ομιλία στην 1η Συνάντηση Νέων Συγγραφέων, στο διήμερο εκδηλώσεων, 7-9 Οκτωβρίου 2016,  που πραγματοποιήθηκαν στον Πολυχώρο «Λυκαβηττός», Αγίου Ισιδώρου 35, Λυκαβηττός,  με πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Πάρκου και της οργανωτικής επιτροπής του Olympia Culture Festival.

Προηγούμενο άρθρο«…Άνευ Βουλής και εκλογών» (ιστορική έρευνα για τη δικτατορία, 50 χρόνια μετά..)
Επόμενο άρθροΈλενα Χουζούρη, Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here