Ο Μπόρχες στο Μουντιάλ

0
168

Σταύρος Χατζηθεοδώρου.

Παρήγγειλε ιρλανδέζικο. Ήταν το αγαπημένο του Joyce είχε διαβάσει κάπου.

Είχε πιάσει στασίδι από νωρίς. Με τον Γιάννη τον “εικαστικό”. Του άρεσε να βλέπει μπάλα με το Γιάννη. Γεροντάρα ο Γιάννης – κόντευε τα εβδομήντα – ευφυής, ατακαδόρος, αλητοδιανοούμενος. Όλα τα λεφτά στο μουνί και στον τζόγο. Λάτρης της όπερας. Με την ίδια άνεση μπορούσε να κάτσει σε ένα λογοτεχνικό τραπέζι, να κάνει ανάλυση στον “άνθρωπο χωρίς ιδιότητες” του Μούζιλ και σε ένα τραπέζι πόκας να μαζέψει όλο το χαρτί μπαίνοντας σε κούκο μονό με ένα εφτάρι.

Του άρεσε να βλέπει μπάλα με το Γιάννη. Κουβαλούσε κάτι από τη σκόνη των απογευμάτων της Κυριακής στο ποδηλατοδρόμιο. Λες και δραπέτευσε από τον “Μπούκοβι” του Χαριτόπουλου. Τώρα γέμισε η πλάτη του χρόνια. Η ψυχή του, γήπεδο ξερό.

–          Κάντε κοντρόλ στα τσιγάρα σας !!!

–          Περάστε κύριοι, μονομαχία Αγανιάν – Δομάζου !!!

–          Σσστ !!!

Πήρε τη μπάλα από το κέντρο στο αριστερό του πόδι. Απέφυγε Di Maria και Alonso, άλλαξε δύο φορές με τον Neymar και την πέρασε μέσα από την τρύπα της βελόνας. Αυτήν  “Την αιώνια ερωμένη του”.

–          Δεν μπαίνει τέτοιο γκολ αν δεν έχεις μελετήσει τον Μπόρχες

Real – Barcelona: 3-4

Φίλησε τη φανέλα. Σήκωσε το κεφάλι, έδειξε με το δάκτυλο τον ουρανό. Ευχαρίστησε.

Βάζω στοίχημα ότι εκείνη την ώρα έκλεινε το μάτι σε έναν άλλο συμπατριώτη του – που παρότι πολλά χρόνια στο σκοτάδι – τον έβλεπε και τον καμάρωνε από εκεί πάνω. Τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

Τον καμάρωνε γιατί ήξερε ότι ο Lio Messi ήταν ο άξιος συνεχιστής του φανταστικού, δαιδαλώδη, αινιγματικού, εξωπραγματικού κόσμου του. Πιστός υπηρέτης της μαγείας, της σεμνότητας και της διαλεκτικής του μάγου συγγραφέα, του κόσμου της αμφιβολίας.

Λογοτεχνία στο γρασίδι με την ασπρόμαυρη. Ο τρίτος Αργεντίνος της παρέας, Diego Armando, μίλησε για το μπαλέτο των φτωχών.

Και οι τρεις μαζί – τρείς διαφορετικές γενιές – ξαναβλέπουν την αλήθεια τους. Περιπλανιούνται στους χωμάτινους δρόμους και στις λάσπες των παραγκουπόλεων, στα σκοτεινά σοκάκια του λιμανιού, στις ταβέρνες με τις λατέρνες και το ακορντεόν, στο πάθος και τη μαγεία του τάγκο.

Περασμένες δώδεκα όταν έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Τα παιδιά έλειπαν. Από τότε που την κοπάνισε Εκείνη, η κάμαρα του είχε κάτι από την αφελή αταξία παιδικού δωματίου. Έβαλε ένα ποτήρι κρασί. Έπρεπε να πέσει. Αύριο είχε πρώτη ώρα μάθημα.

Είναι άραγε τυχαίο, ότι ο εμπνευστής του σημαντικότερου πεζογραφήματος της νεώτερης λογοτεχνίας και ο πιο βιρτουόζος Έλληνας ποδοσφαιριστής κουβαλάνε μέσα τους κάτι από τις λευκές νύχτες της Αγίας Πετρούπολης; Οι συνεχείς παλινωδίες του φυλακισμένου προς τον ανακριτή δεν είναι όμοιες με τις ουράνιες ντρίπλες του Βάσια;

Τσούγκρισαν άραγε κανένα ποτήρι Beluga ο Άρης Αλεξάνδρου με τον Χατζηπαναγή;

Έβλεπε το Μεγαλέξανδρο της Σαλονίκης, το Γιώργο Κούδα παραγιό στο φαρμακείο του μπαρμα Νίκου του Πεντζίκη.

Τον άλλο Γιώργο, του Πειραιά, τον Δεληκάρη να παίρνει τον Ηλεκτρικό – με κάτασπρο πουκάμισο – γκαρσόνι στο “Μπραζίλιαν”.

Τις γυναίκες δεν τις “πίστευε”. Εξάλλου δεν παίζανε και ποδόσφαιρο. Μονάχα τη Ζυράννα, αλλά αυτή λογαριαζόταν για ξωτικό. Έπρεπε να καταλήξει οριστικά στην εντεκάδα. Πλησίαζε και το mundial. Υπήρχε ένα πρόβλημα. Την τελευταία εβδομάδα είχε τιμωρημένο τον Νίκο Καρούζο για απρεπή εξωγηπεδική συμπεριφορά. Τον είχε συλλάβει να μπεκροπίνει στο “Τρίτο Μάτι” με τον Τζωρτζ Μπεστ.

Τον πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Το ραδιόφωνο στην κουζίνα ανοιχτό. Η φωνή του Γιώργου Μαρκόπουλου ευγενής και έντροπος  απήγγειλε μες στη νύχτα:

Τιμή και δόξα στον παίχτη Χρήστο Αρδίζογλου

που   θα σηκώσει για άλλη μια φορά, τελεσίδικα πια,

όπως οι τρελοί τους επιτάφιους των νεκροταφείων,

την ασήκωτη μοναξιά μας, και θα φύγει.

Προηγούμενο άρθροΟδός Πολυδούρη
Επόμενο άρθροJuan Marsé και ο Pijoaparte

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here