Ο μνηστήρας

0
125

Της Μαρίνας Τσβετάγιεβα.

Ούτε δικός μου ούτε και της Άσας: κοινός. Και γενικώς – κανενός, γιατί καμιά μας δεν τον ήθελε. Ήταν και μια άλλη, μεγαλύτερη, μόνο που ήταν παντρεμένη ήδη. Αλλά και να μην ήταν, πάλι δεν θα ήθελε. Και ποιος θα ήθελε; Η κάθε μία, άλλωστε, χωρίς αστεία. Νεαρός, όμορφος δεν ήταν, μα είχε μορφή ευγενική, ειδικά ευγενική, (γενικά, όλα  όσα έχουν σχέση με το καλό: καλοπροαίρετος, λογικός, ευπαρουσίαστος, όλα όσα εκτός από το συγγενής, αυτό δεν ίσχυε, και εξαιτίας του άλλωστε…), κατά πως λένε, έξυπνος, «μορφωμένος», «με τρόπους», από αξιοσέβαστη οικογένεια, με λαμπρό μέλλον. . .  Σε αυτό το μέλλον ήταν όλη η ουσία της υπόθεσης, γιατί θα έπρεπε να το υλοποιήσουμε εμείς, μία από τις δύο ανύπαντρες θυγατέρες τους πατέρα μας. Για το λόγο αυτό και γινόταν το προξενιό, όχι, δεν έκανε προξενιό, ούτε καν φλέρταρε: γυρόφερνε. Και πως ! – κάνοντας κύκλους, όπως ο γάτος τον χασάπη. Ο γάτος, άλλωστε, ήταν χορτάτος, ίσως και λίγο παραπάνω από ότι έπρεπε. Ψηλός και ευτραφής, και, φευ, ιδρωμένος, αδιόρατα, θαρρείς και ίδρωνε κάτω από την επιδερμίδα του, όπως συμβαίνει με το υπόγειο νερό. Γενικά, ήταν συνδεδεμένος ολοκληρωτικά με το νερό. Πρώτον, τα μάτια: το απόλυτο νερό χωρίς τίποτα, εκτός από την πρώτη εντύπωση της εντιμότητας. Έντιμο γαλάζιο νερό. Ανυπόφορα έντιμο. Σας κοιτούσαν δύο έντιμα άδεια σημεία. Στην παιδική ηλικία τέτοια μάτια τα αποκαλούν ουράνια, αργότερα – έντιμα. Γιατί όμως όταν οι γυναίκες έχουν τέτοια μάτια λέμε ότι είναι τα μάτια της νεράιδας, ενώ όταν τα έχουν άντρες τα λέμε έντιμα; Θεωρούνται εγγύηση της εντιμότητας, ανήκουν όμως συνήθως, σε απατεώνες. Με αυτά τα μάτια περνούν ως πρώτοι μαθητές, ως γαμπροί, ως διευθυντές. «Ένας άνθρωπος με τέτοια μάτια δε μπορεί . . .» Όχι, ένας άνθρωπος συγκεκριμένα με τέτοια μάτια μπορεί, και μπορεί τα πάντα. Η ιδιότητα των ματιών αυτών να σας κοιτάζουν κατάματα, ανέκφραστα και χωρίς να ανοιγοκλείνουν, σας κάνει να κατεβάσετε το βλέμμα, σα κώνος, να ξανακοιτάξετε. Η δεύτερη αίσθηση: τα χείλη λένε ένα πράγμα, τα μάτια κάτι άλλο: οικείο και οπωσδήποτε άσχημο. – «Α, γνωρίζω!» – τι; – μια κακοήθεια για σένα, τέτοια κακοήθεια όμως που ούτε εσύ τη γνωρίζεις. Και να, μέσα στην αμηχανία σου αρχίζεις να ψάχνεις. Αν ο άνθρωπος είναι αδύναμος, θα το βρει σίγουρα. Έτσι κι αλλιώς, έχει εκ των προτέρων ηττηθεί από αυτά τα μάτια. Γιατί η βασική ιδιότητα αυτών των ματιών, είναι η εξουσία.

Τα μάτια του δικαστή. Τα μάτια της ανάκρισης. Της ανάκρισης, πάει να πει – της υποβολής. Θα σε υποχρεώσω να ομολογήσεις! – Τι; – Ότι είσαι σαν κι εμένα. (Θαρρείς και ο πρώην κατάδικος ανακρίνει τον πρώην σύντροφό του.) Τα μάτια της συνενοχής, από την οποία με δυσκολία αποστρέφεστε. Αν προσπαθήσετε να τα διαβάσετε, θα την πατήσετε ακόμη περισσότερο, απ’ ότι αν τα εμπιστευόσασταν. Και, τι παράξενο πράγμα, ειδικά αυτά, στη διανόηση έχουν τη φήμη των «έντιμων», ενώ ο απλός άνθρωπος σίγουρα τα αποκαλεί αναίσχυντα. Λέξη την οποία, άλλωστε, δεν θα ακούσετε ποτέ για τα μαύρα, όχι, μόνο για τα φωτεινά, και από τα φωτεινά – – μόνο για τα γαλανά. Και για τα γαλανά με μαύρες οπωσδήποτε βλεφαρίδες, πάνω στις οποίες γράφει ξεκάθαρα και φωνάζει: – – Πρόσεξε ! Και να για τα πούμε όλα: έντιμα, σαν το νερό του ποταμού.

Ο μνηστήρας συνδεόταν με το νερό ο μνηστήρας επίσης, λόγω της τοποθεσίας της συνάντησής μας: τον ποταμό Οκά. Εκεί, οι γονείς του μνηστήρα, στην μικρή πολίχνη Τάρους είχαν το εξοχικό τους. Μόλις μπήκαμε μαζί με την Άσια για πρώτη φορά σε αυτό, αμέσως νιώσαμε μια καχυποψία: – – κάτι πολύ . . . – – τι; Ναι, γλυκανάλατοι! Ο πατέρας του μνηστήρα με μια χοντρή σκούρα μπλε σατέν κοιλιά, την οποία μετά βίας συγκρατούσε μια στριφτή, γεμάτη πτυχές, ζώνη, μια μελίρρυτη φωνή που μας καλούσε να «δοκιμάσουμε τσάι με μέλι» και μάλιστα να το «τιμήσουμε»· η μητέρα του μνηστήρα – – με ίδια μάτια, μόνο πιο νερωμένα και εξασθενημένα λόγω «γυναικείας φύσεως», ίδια αλλά χωριστά: όλα όσα ήταν γαλανά, τα κληροδότησε στο γιο της, τον εαυτό της όμως τον ξέπλυνε – – – με κάποια επιμονή παράξενων ονείρων μας οδήγησε στο τραπέζι και μαρμελάδα υπάρχει, η οποία όπως μας διαβεβαίωνε, είναι στο βαζάκι όχι σαν φραγκοστάφυλο μα σαν ζωντανό διαμάντι· η όλη κατάσταση, – – κατάσταση όντως: πώς τα πράγματα τακτοποίησαν τον άνθρωπο: οι καρέκλες – – στηρίζονταν, τα ντιβανάκια – – απορροφούσαν, τα τραπέζια (ενέδρα) στρωμένα, όλα αυτά μαζί οδηγούσαν σε ένα βαθύτατο τένοντα απάθειας, για να μην αναφερθώ στο προφανές, τόσο ξένο προς το δικό μας απλό, σαν χορταράκι που μεγαλώνει, σπίτι, «ρωσικό στιλ» των αλατιέρων, των πρεβαζιών στη σοφίτα, των σταχτοδοχείων, – και του τρόπου που μιλούσαν: ήταν σα να άκουγες αμαξά να μιλάει με δουλοπρέπεια, με όλους εκείνους τους διαρκείς «αναστεναγμούς», τα «αχ» και τα «ωχ», με τις ενδιάμεσες εκφράσεις «να δώσει ο Θεός» και «όλοι κάτω από το βλέμμα του Θεού είμαστε», και, τώρα θα πω το πιο σημαντικό – τη τιμή. Το σεβασμό, που αμέσως μας περιέβαλαν με την Άσια και μας ακολουθούσε διαρκώς μέσα από το έντιμο βλέμμα του Τόλικ.

– Και γιατί αυτό, – λέγαμε, κατεβαίνοντας και ανεβαίνοντας, θαρρείς κι ήταν κύματα, τους λόφους, που οδηγούσαν από το Τάρους στο Πεσότσνογιέ μας, – καλά να ήμασταν πριγκίπισσες, ή γριούλες, ή κάποιες διάσημες ηθοποιοί. . . Βλέπετε, δεν μπορούμε εμείς, με τα τσουλούφια και τους αγκώνες μας, να τα βγάλουμε πέρα . . . Αφού, ουσιαστικά, θα πρέπει να μας μισούν.

– Απλά να μας διώξουν – για την εμφάνισή μας. «- Πρόσεξες πως επιδοκίμαζαν και πως με κάθε λέξη χαχάνιζαν; . . .

– Ιδιαίτερα ο πατέρας.

– Η μητέρα ιδιαίτερα.

– Και ο Τόλια καθόταν και έριχνε λάδι. Άσια, σου ορκίζομαι πως ξερογλειφόταν. Ναι: για σένα!

– Λες αηδίες. Αν ξερογλειφόταν, θα το έκανε για σένα φυσικά, γιατί εμένα θα πρέπει, τουλάχιστον, τρία χρόνια να με περιμένει ακόμη. Ενώ εσένα μόνο ένα χρόνο.

Η τρίτη του σχέση με το νερό ήταν το λουτρό. Είτε στο Τάρους, είτε στη Μόσχα, έτσι και πήγαινες να τους επισκεφτείς κατόπιν πρόσκλησης, η αδελφή του η Νίνα σου έλεγε από το κατώφλι ακόμη:

– Ο Τόλικ δεν είναι εδώ. (Ψιθυριστά στ’ αυτί). Είναι στα λουτρά. Με παρακάλεσε να μην σας το πω, εγώ όμως σας το λέω επειδή είμαστε φίλοι.

Και όταν μετά το λουτρό, εμφανώς καλοπλυμένος και με λεπτή φωνούλα – «Το κεφάλι σας Αντωνία. . . » – – το πιο μαλακό που μπορούσε να πει: – – «Μη λέτε ανοησίες!»

Πραγματικός άντρας του λουτρού, – έλεγε δυσανασχετώντας η Άσια, – αν κι εγώ δεν είχα δει ποτέ μουζίκους στα λουτρά. Αυτός θα έπρεπε να τριφτεί με σφουγγάρι εμπόρων και όχι να γράφει ποιήματα για Νηρηίδες. Δεν είναι τυχαίο που ο πατέρας του μονίμως περηφανεύεται ότι ενώ κατάγεται από απλούς μικροαστούς, έγινε ταξικός επιτηρητής. Εγώ, φυσικά, είμαι υπέρ της ισότητας, – συνέχισε η τριτοκλασσάτη, πικραμένα, μόνο που δεν παντρεύτηκα. Καλύτερα να παντρευτώ έναν τσάρο που δεν αγαπάω, παρά έναν αγαπημένο νεωκόρο. Ιδίως αν δεν τον αγαπώ καν.

Αχ αυτά τα προγεύματα των γενεθλίων! Στη μεγάλη κατάλευκη αίθουσα μας, πέρα από το μεγάλο επίσημο τραπέζι, στην κεφαλή του οποίου καθόταν μια γκριζομάλλα γερμανίδα, ανάμεσα στα άλλα πρόσωπα, αγαπημένα, νεαρά, ροδαλά – υπήρχε το χλομό με τη ρούσα γενειάδα και μουστάκι πρόσωπο του Ανατόλι με το ακούραστο επίμονο βλέμμα του πάνω σε μία από τις δυο μας.

– Μαρίνα! Στην υγεία του μυστικού σας ονείρου! Άσια – για το δικό μας!

– Τι ιιι;

– Um Gotte Willen, Kind, schrei doch nicht so furchtbar![1]

– Καλός νεαρός, – συνόψιζε η γερμανίδα μετά από κάθε του επίσκεψη. – Ήρεμος, σεβαστικός, με καλούς τρόπους. Μόνο που είναι schade[2] που έχει ένα τόσο Kdsegesicht[3] πρόσωπο. Πρέπει να κάνει γυμναστική και να τρώει πιο πολύ κομπόστα με δαμάσκηνα.

Η υπηρέτρια δε, με το ζωώδες ένστικτό του απλοϊκού ανθρώπου, δεν χώνευε τον Ανατόλι.

– Με τίποτα, Άσενκα, δεν πρέπει να τον παντρευτείτε! Μπορεί να είναι χοντρός και ξανθός, θα νόμιζε κανείς μάλιστα ότι είναι γαλανομάτης, μα είναι (ψιθυριστά) … κάθαρμα. Είναι πολύ σιγανός. Θα σας χτυπάει οπωσδήποτε. Ή θα σας στραμπουλίζει. Ή θα σας τσιμπάει με βελόνες. Γιατί η ψυχή του είναι σα του φιδιού.

Με την υπολογισμένη με ακρίβεια πτήση του εκκρεμούς από τη νεότερη προς τη μεγαλύτερη, ο μνηστήρας ταλαντευόταν έναν ολόκληρο χρόνο. Ειδικά από τη νεότερη προς τη μεγαλύτερη, γιατί από την πρώτη στιγμή ήταν ξεκάθαρο πως προτιμάει από μη χείρον βέλτιστο, δηλαδή την Άσια, που ήταν πιο κοντή και με μακριά μαλλιά κι ελπίδες, και που την χώριζε από αυτόν ένας ζωντανός και διαρκώς μετακινούμενος τοίχος, το καλοκαίρι εκείνος με τα αγροτόπαιδα και τα αγροτοκόριτσα, και το χειμώνα εκείνος με τα αγόρια και τα κορίτσια της πόλης.

Ανάμεσα σε εκείνον και σ’ εμένα στεκόταν το ανυπέρβλητο εμπόδιο της Αγίας Ελένης. Γιατί μόνο αυτό: – – «Μαρίνα, τα μάτια σας είναι σαν μιας Δρυάδος. . .» – – Εγώ, σύμφωνα με έναν καλοκάγαθο συνειρμό: – – «Ω, τι φρίκη, που στην Αγία Ελένη δεν υπήρχε ούτε ένα δέντρο, δηλαδή υπήρχαν, αλλά εκεί όπου δεν ήταν ο Ναπολέοντας. Αν ζούσατε τότε, θα είχατε σκοτώσει τον Hudson Low;»  Πώς μπορούσα μετά από αυτό να συνεχίσω για τις Δρυάδες; Δεν ανέφερα τυχαία τη  Δρυάδα, γιατί ο μνηστήρας είχε πάθος με τις Δρυάδες, τις Νύμφες, τις Νεράιδες και τις Γοργόνες. Έχοντας δοκιμάσει πάνω μου όλες τις ηρωίδες της αρχαιότητας και του Μερεζκόβσκι και απογοητευμένος που ποτέ δεν άκουσε κάτι άλλο ως απάντηση εκτός από τις κατάρες της Μαρίας – Λουίζας και τα εγκώμια της κυρίας Βαλέβσκαγια, η οποία τον επισκέφτηκε στον Έλβα, ο μνηστήρας, επιμένοντας, τελικά, σωριάστηκε. Υπήρξαν κι άλλες τετράστιχες ποιητικές αφιερώσεις, υπήρξαν κι άλλα, ιδιωτικά επίμονα βλέμματα, τα οποία με υποχρέωσαν (γι’ αυτό και υπήρξαν άλλωστε!) να κατεβάζω τα μάτια μου, αλλά όλα αυτά υπήρξαν μήπως και, στην περίπτωση που, αν η Άσια όντως, δεν … Μα η Άσια – αγαπώ πολύ τα δεκατρία χρόνια των κοριτσιών! – όντως δεν – με τίποτα.

– Μα πότε εσείς Άσια, θα αφήσετε όλες αυτές τις θημωνιές και τις φωτιές μιας παρέας ταπεινωτικής για εσάς, αποτελούμενης από Μίσεκ και Γκρίσεκ; Μα πότε εσείς, Άσια, επιτέλους, θα μεγαλώσετε;

– Για σας – – ποτέ!

– Επιτέλους, ωριμάστε;

– Για σας – – ποτέ!

– Πόσο να είστε! Πολύ νέα!

– Για σας – – ποτέ!

Στην Μόσχα δε οι υποθέσεις του Τόλικ δεν πήγαιναν καλά, στο Τάρους όμως η γη αναποδογύρισε: υπήρχε μια πλημμυρίδα φημών, σύμφωνα με τις οποία ο ίδιος ο ποταμός Οκά αναζητούσε τον μνηστήρα, με τον οποίο την προηγούμενη νύχτα έκανε βαρκάδα, με μια ταλαίπωρη βάρκα η δεκατριάχρονη μνηστή του, η οποία στην αμμουδιά μέχρι τις τρεις η ώρα τη νύχτα και με εντελώς βραχνή φωνή φώναζε: «Τρανσβάλ, Τρανσβάλ, η χώρα μου» . . . Στη Μόσχα δε όλα τα ίχνη τα έσβησε η νεροποντή και τα σκέπασε η θύελλα. Η πρώτη, άλλωστε, που διέδωσε τα νέα ήταν η Άσια.

– Σήμερα γνώρισα ένα ρεαλιστή, Τόλια, έχει κάτι πανέμορφα μάτια! Μαύρα, σαν του Πούσκιν.

– Ο Πούσκιν είχε γαλάζια μάτια. (Τσιτάτο.)

– Λέτε ψέματα Τόλια, εσείς έχετε γαλανά μάτια. Τον λένε Πάσα, εγώ τον φωνάζω πασά. – Κλπ, κλπ. Θα πρέπει να πω πως η Άσια ήταν πολύ όμορφη – – γλυκιά, ιδιαίτερη, με την ιδιόρρυθμη χάρη της, και θα μπορούσε να κάψει καρδιές, με την άπειρη ήδη από τότε, ανθρώπινη καλοσύνη της, την οποία έκρυβε μόνο από τον Ανατόλι.

– Αν μοιάζετε όμως στον Ανατόλι από το «Πόλεμος και Ειρήνη», – – έλεγε σκεφτική, κοιτώντας τον πότε από τη δεξιά πλευρά, πότε από την αριστερή, – από τη στιγμή όμως που μοιάζετε με τον Λεβίν, και μάλιστα όχι με τον Λεβίν, μα . . .

– Σας έχουν δώσει πολύ νωρίς σοβαρά βιβλία για να διαβάσετε . . . – την διέκοπτε ο μνηστήρας, για να μην ακούσει σε ποιον μοιάζει.

– Ένα τέτοιο βιβλίο, κι εσείς – μήπως είναι νωρίς; Τέτοια βιβλία καλό θα ήταν να μη τα διαβάζει ποτέ κανείς.

– Μπαμπά, σας αρέσει ο Ανατόλι;

– Ο νέος μας θυρωρός;

– Όχι μπαμπά! Ο θυρωρός μας είναι ο Αντόν, αυτός που σας λέω είναι φοιτητής, ο Τιχονράβοφ.

– Α – α – α . . .Μήπως είναι κάπως απόμακρος; – (Και, εμείς θεωρούσαμε πως το ζήτημα είχε κλείσει.) Και μυρίζει κάπως παράξενα . . .

Και αυτή η διαβεβαίωση – σε απάντηση των «petits soins»[4], με τις οποίες περιέβαλε τον πατέρα, τα μόνιμα, κατά τη συζήτηση, λατινικά και ελληνικά τσιτάτα, στην συνολική προσπάθεια για την περιουσία του μέλλοντα γαμπρού, περιουσία, την οποία ο πατέρα μας εξαιτίας της απλοϊκότητάς του και λόγω της ηλικίας της δικής μου και της Άσια, – κυρίως όμως λόγω της ψυχοσύνθεσής μας, δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε.

Τα χρόνια πέρασαν, όχι πολλά, μα γεμάτα. Μεγάλωναν λίγο οι καρυδιές στο χτήμα μας, μεγάλωναν στην εξώπορτα μας και οι χαραγματιές που είχαμε κάνει την περασμένη χρονιά. Είχαμε φτάσει πια στις τελευταίες τάξεις της τιμωρίας μας. Και ξαφνικά ήρθε από το Τάρους σε εμάς στο Πεσότσνογιε, μια επιστολή, που την έφερε κάποιος απεσταλμένος. Στην Άσια. Ο γραφικός χαρακτήρας του Τόλικ. Ανοίγουμε: ανάμεσα στον λεπτό σαν περιδέραιο γραφικό χαρακτήρα – μια χοντρή σκοτωμένη κάμπια.

– Ο βλάκας ,- – είπε η Άσια ψυχρά.

– Αυτοπροσωπογραφία, – υπογράμμισα. Κάτω από την κάμπια η φράση: «Να προσέχετε τον εαυτό σας και για εσάς την ίδια και για μένα».

– Ανάγωγος. Γράφει θαρρείς και βρίσκομαι ήδη σ’ αυτή τη θέση!

Και εκείνη τη στιγμή, με μια κίνηση, γράφει στην πίσω πλευρά του χαρτιού: «Σας επιστρέφω την περιουσία σας και σας γνωστοποιώ ότι τίποτα δικό σας δεν βρίσκεται στην κατοχή μου».

Πρόσεχε, Άσια! Αυτός στο μέλλον θα σου θυμίσει αυτή την κάμπια! Η κάμπια (τυχαία φυσικά) αποδείχτηκε μοιραία, γιατί σαν χοντροκομμένος γραφικός χαρακτήρας υπογράμμιζε για τον Ανατόλι την παντελή απουσία δυνατότητας αυτής της ένωσης. Ήταν η τελευταία πινελιά και η τελευταία γραμμή. Εκείνο κιόλας το χειμώνα η Άσια γνώρισε στο παγοδρόμιο τον Μπορίς Τ., με τον οποίο σύντομα παντρεύτηκε.

* * *

Μεγάλη παύλα. Άνοιξη του 1921. Η Άσια μόλις είχε επιστρέψει από την Φεοντόσια, όπου είχε κολλήσει από το 1917. Την τελευταία χρονιά έβραζαν βρύα και τα έτρωγαν. Αδύναμη, ταλαιπωρημένη, μα απαράλλαχτα ζωντανή και δραστήρια.

– Μαρίνα, θα πάω να δουλέψω στο Μουσείο.

– Τρελάθηκες! Εκεί είναι ο Ανατόλι – διευθυντής.

– Ο Ανατόλι – διευθυντής; Χωρίς να μας παντρευτεί καν; Τι τυχερός που είναι!

Όχι μόνο δεν μας παντρεύτηκε, μα παντρεύτηκε μια συνηθισμένη, κατά πως έπρεπε, κυρία.

– Κατά πως έπρεπε, κυρία; Τώρα θα πάω αμέσως στο Μουσείο!

Επιστρέφει και διηγείται:

«Φτάνω. Κάθεται πίσω από το γραφείο του πατέρα του, δε σηκώνεται. – – «Έχει μέρες που ήρθατε;» – – «Χθες». – – «Τι θα θέλατε;» – – «Μια θέση στο Μουσείο». – – «Δεν υπάρχουν ελεύθερες θέσεις». Τότε εγώ, πολύ κοφτά μα καίρια του λέω: «Μήπως βρεθεί μία για μένα; Τόλια, για σκεφτείτε καλά». – – «Σκέφτομαι, αλλά, ακόμη κι αν βρεθεί κάτι, τότε όχι . . .» «Δε διεκδικώ». Και τη στιγμή εκείνη,  Μαρίνα, μπαίνει η σύζυγός του, χωρίς να χτυπήσει, θαρρείς κι έμπαινε στο δωμάτιο της. Νεαρή, ομορφούλα – – πολύ πιο όμορφη από ότι ήμασταν εμείς τότε! – – όντως όμορφη: σα κούκλα με νυχάκια, με μπούκλες, φορώντας ένα λευκό φόρεμα με βολάν. Μπήκε, είπε κάτι κελαηδιστά και βγήκε. Εκείνος δεν μας σύστησε καν. Δεν αναφέρω καν το γεγονός ότι δεν μου πρότεινε να καθίσω, κι ήμουν αναγκασμένη όλη την ώρα, αμήχανη με όλα όσα συνέβαιναν, να στέκομαι όρθια.»

Μία εβδομάδα αργότερα ήρθε ειδοποίηση γραμμένη στη γραφομηχανή και με την υπογραφή του διευθυντή, ότι η Άσια έγινε δεκτή ως έκτακτη βοηθός του βιβλιοθηκάριου με αμοιβή . . . αλλά φοβάμαι ότι έγινε λάθος, ξέρω μόνο πως ο μισθός ήταν μηδαμινός.  Έτσι λοιπόν, ως έκτακτη υπάλληλος στο μουσείο που είχε ιδρύσει ο πατέρας μας, η Άσια υπηρέτησε δέκα ολόκληρα χρόνια, εννέα και μισό χρόνια περισσότερα από τον διευθυντή Ανατόλι, τον οποίο άγνωστο γιατί, αλλά με συνοπτικές διαδικασίες παρακάλεσαν να ελευθερώσει την καρέκλα του διευθυντή. Παρόλα αυτά όμως είχε καθίσει σε αυτό.

Σήμερα ο Ανατόλι είναι συγγραφέας. Τα βιβλία του εκδίδονται σε πανέμορφο χαρτί, με κόκκινη κόψη, με δερμάτινο εξώφυλλο. Τα θέματα των βιβλίων του αφορούν τη ζωή στο εξωτερικό, η μέθοδος γραφής του είναι συλλεκτική. Έτσι λοιπόν, ακόμη και χωρίς να με παντρευτεί έγινε συγγραφέας. Τι είδους όμως;

Σεπτέμβριος 1922

 

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

 


[1] Για όνομα του Θεού, παιδί μου, μη φωνάζεις τόσο δυνατά (γερμ.)

[2] Κρίμα (γερμ.)

[3] Άψητο (γερμ.)

[4] Δουλικότητα (γαλλ.)

Προηγούμενο άρθροΕπίλογος
Επόμενο άρθροΓιατί τώρα τα ebooks.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here