Ο Θεός που πίστευε στους ανθρώπους (της Σάντι Βασιλείου)

0
162

της Σάντι Βασιλείου

 

Ο Αλέξανδρος Τιχομίρ στο βιβλίο του «Νάθαν» (Εκδόσεις Βακχικόν, 2019), το οποίο αποτελεί, γεγονός σπάνιο για μια πρώτη ποιητική εμφάνιση όπως είναι η παρούσα, όχι μια συλλογή ποιημάτων, αλλά μια ενιαία ποιητική σύνθεση, αφηγείται την ιστορία ενός θεού. Είναι μια ιστορία για την αρχή και το τέλος του κόσμου∙ στον κόσμο του ποιητή, την αρχή αποτελεί η παραδοχή του ψέματος: «αυτό το ποίημα είναι ένα ψέμα // ο καθρέφτης του κόσμου μου», μια παραδοχή που σηματοδοτεί την αναζήτηση της αλήθειας που θα ακολουθήσει. Διαιρεμένο σε κεφάλαια το ποιητικό κείμενο του Τιχομίρ κινείται, σχεδόν βιβλικό, μεταξύ ποίησης και μυθιστορήματος φαντασίας, φιλοσοφικού και θρησκευτικού κειμένου∙ βιωματικό ή όχι, ενδεδυμένο με την ταυτότητα του θεού Νάθαν ο οποίος μπορεί ή μπορεί να μην έχει σημεία ταύτισης με τον ποιητή, το κείμενό του αποτελεί αναμφίβολα την προσωπική του αλήθεια και διαβάζεται ως μία πολυσήμαντη αλληγορία με πολλά επίπεδα ερμηνείας ή απλά ως μια συναρπαστική και εντελώς φανταστική ιστορία. Με τρόπο ενορατικό, όπως άλλωστε αρμόζει σε έναν θεό που κατέχει τη γνώση αιώνων, ταξιδεύει στο χώρο και το χρόνο, πράττει και λέγει, αλλά και γίνεται μάρτυρας των πράξεων και των λόγων άλλων-ανθρώπων και στοιχείων της φύσης, ουράνιων σωμάτων, ακόμα και εννοιών που παρουσιάζονται εξανθρωπισμένες και δρώσες- ανακαλύπτοντας αλήθειες για τη φύση των ανθρώπων.

Θα μπορούσε κανείς να πει πως το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ιστορία για τους ανθρώπους ειδωμένη κάπως ανάποδα∙ με συμπάθεια για ανθρώπους και θεούς ο Τιχομίρ υποβάλλεται στην αλήθεια της ανθρώπινης φύσης όπως αυτή βαραίνει το θεό ήρωά του, ο οποίος φαίνεται να έχει διττή υπόσταση. Ο Νάθαν είναι ένας θεός που κρύβει μέσα του έναν άνθρωπο ή ένας άνθρωπος που κρύβει μέσα του έναν θεό και, οι δύο αυτοί αφηγητές, είναι παρόντες σε όλη τη βαρβαρότητα και την αδικία της ανθρώπινης ύπαρξης∙ ο θεός λυπάται και θυμώνει μαζί με τους ανθρώπους και για τους ανθρώπους, συναντά και ο ίδιος την τραγωδία και υποφέρει από αυτή, δέσμιος ενός χρέους που δεν του ανήκει∙ ο άνθρωπος παρομοιάζει και ταυτίζει τον εαυτό του με το θάνατο, ελπίζει σε θεό μα αμφισβητεί και αμφιβάλλει, θεοποιεί μια γυναίκα που επανέρχεται: τη γυναίκα με το γαλάζιο φουστάνι, που συχνά ταυτίζεται συμβολικά με τη θάλασσα. Κι άλλα πράγματα επανέρχονται: η θάλασσα, το γαλάζιο, τα χέρια των ανθρώπων ως μέσο έκφρασης της αγάπης αλλά και ως όργανο δράσης και εγκλημάτων, μια εγκυμοσύνη που παρουσιάζεται και χαρακτηρίζεται ανώφελη καθώς διακόπτεται πάντοτε από θάνατο, ένας βιασμός που βαραίνει τους αφηγητές σαν να τον διέπραξαν οι ίδιοι και που ενδεχομένως αποτελεί το χρέος που οφείλει να πληρωθεί – είναι η αδικία που διαπράχθηκε σε βάρος της θάλασσας.

Η ειρωνεία στην ύπαρξη του Νάθαν είναι πως ο ίδιος, όντας θεός και άρα βέβαιος για την ύπαρξη αυτού, αρνείται να κατηγορήσει τους ανθρώπους για την ίδια τους τη φύση και, σταδιακά εντός του κειμένου εμφανίζεται όλο και περισσότερο να επωμίζεται ένα βάρος που ανήκει σε άλλους, ένα βάρος που, προκειμένου να δικαιολογήσει τη θεϊκή φύση του, αναγκάζεται να το προσάψει στον εαυτό του∙ φαίνεται σχεδόν να ζηλεύει τους ανθρώπους, τους κρίνει μα έπειτα παραδέχεται: «σας εκτιμώ κι αν σας κοροϊδεύω είναι επειδή είμαι εργάτης // της ευτυχίας σας». Ο ίδιος δεν επιθυμεί να είναι θεός γιατί γνωρίζει πως οι θεοί είναι στην πραγματικότητα γερασμένοι και ανήμποροι, δε μετέχουν στα γεγονότα παρά τα βλέπουν να εξελίσσονται στους αιώνες των αιώνων∙ οι θεοί του Τιχομίρ είναι οι ιδανικοί θεοί όπως κατασκευάζονται από τους ανθρώπους με μία και μοναδική ιδιότητα: να αποτελέσουν το εξιλαστήριο θύμα που θα κατηγορηθεί και θα μισηθεί για τα λάθη των ανθρώπων. Αν ο Νάθαν αναγνωρίζει στους ανθρώπους ένα λάθος, αυτό είναι η πίστη τους στο θεό. Παρακολουθώντας όμως όσα αυτοί υπέφεραν για τις θρησκείες, είναι και πάλι οι θεοί που κατηγορούνται για τον πόνο που η ύπαρξή τους έφερε στους ανθρώπους ανά τους αιώνες. Έτσι, ο Νάθαν βρίσκεται να πολεμά στους Αγίους Τόπους όπου, μέσα στη βιαιότητα του πολέμου, οι θεοί αναγνωρίζουν τα λάθη τους και μετανοούν. Και λέει ο Νάθαν: «η μετάνοια αρνήθηκε να ξεριζώσει τους οφθαλμούς μας // γιατί η όραση έπρεπε να επιστρέψει στα χωριά μας σαν πανούκλα // να μας καταδιώκει ως τις ρίζες της άκρης της γης και των θαλασσών μας // να μας θυμίζει σαν παλάμη σφηνωμένη στο συλλογισμό μας την παλίρροια των λαθών μας». Ο θεός που είδε τι έκανε στους ανθρώπους η ύπαρξή του και παραιτήθηκε από αυτή σταυρώνοντας τον εαυτό του, ο θεός που δε θέλει πια να πιστεύουν σε αυτόν, θρηνεί για τον άνθρωπο και για τον εαυτό του και το τέλος έρχεται με την απελευθέρωσή του: «Νάθαν, οι ξανθές μπούκλες του κεφαλιού σου μπορούν να χαμογελούν // το χρέος σου στη θάλασσα εξοφλήθηκε, πήγαινε».

Μέσα από αυτόν τον συναρπαστικό, φανταστικό κόσμο –τον καθρέφτη του κόσμου του- και μέσα από τους πλέον ανορθόδοξους ήρωές του, ο Αλέξανδρος Τιχομίρ συνθέτει με αυτό το πρώτο του βιβλίο, ένα ποιητικό κείμενο με βιβλικές επιρροές, ένα είδος φιλοσοφικού και θρησκευτικού ταξιδιού που εξερευνά την ουσία θεϊκής και ανθρώπινης φύσης και μπορεί να ειδωθεί ως η ιστορία αυτονόμησης του ανθρώπου από κάθε είδους θεό ή ως η ιστορία ενός θεού που πίστευε στους ανθρώπους. Λέει ο Νάθαν, καθισμένος με τους άλλους θεούς, όλοι τους τυφλοί, σε ένα καράβι: «καθόμαστε // και συλλογιζόμαστε ένα σχέδιο // κωπηλατώντας, κωπηλατώντας, ο άνθρωπος γίνεται γλάρος // κι όταν θα πετάξουμε σαν ψυχές // αφήνοντας τα γεροντίστικα πουκάμισά μας σαν την αλλαγή των εποχών // «τα πουλιά, τα πουλιά» θα αναφωνούν «πήρανε τη μορφή ανθρώπου» // επαληθεύοντας οριστικά τη θεωρία του Δαρβίνου».

 

Αλέξανδρος Τιχομίρ, «Νάθαν», εκδόσεις Βακχικόν, 2019

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here