Ο επαρκής αναγνώστης, ο Σελινούντας και ο Μπαμπινιώτης (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

7
1927

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Σε μια συζήτηση μεταξύ συγγραφέων ανέκυψε το ερώτημα: γιατί αυτοί που διαβάζουν «λαϊκά» μυθιστορήματα δεν προχωρούν να διαβάσουν και κάτι καλύτερο; Εννοούσαν γιατί δεν διαβάζουν τα δικά τους μυθιστορήματα. Είναι λογικό ότι κάθε συγγραφέας θεωρεί το βιβλίο του ποιοτικότερο από τα όποια μπεστ σέλερ. Αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα που θα το κρίνουν οι άλλοι (η κριτική, το συνάφι, οι επαρκείς αναγνώστες) και όχι ο ίδιος ο συγγραφέας. Από εκεί η συζήτηση διολίσθησε σε ένα άλλο ζητούμενο: «αυτός που πάει  στο βιβλιοπωλείο και αγοράζει παραλογοτεχνία, μπορεί αργότερα να αγοράσει κάτι καλύτερο; ». Είναι μια πολύ ωραία σκέψη και θα ήταν ευχής έργο να γινόταν εύκολα πράξη. Ένας φίλος βιβλιοπώλης σχολίασε το παραπάνω λέγοντας «σε μένα έρχονται και ζητούν ένα καλό βιβλίο σαν το προηγούμενο ροζ που διάβασαν. Προσπαθώ να παρέμβω αλλά σπάνια εισακούγομαι. Όσοι διαβάζουν παραλογοτεχνία ξέρουν να ξεχωρίζουν τα βιβλία που τους ενδιαφέρουν». Αν το βιβλίο είναι κάτι σαν τη συνέχεια του σίριαλ στην τηλεόραση και ως τέτοιο αγοράζεται, τότε πρόκειται για μιας συνήθεια που δύσκολα αλλάζει.

Έχω τη γνώμη ότι αναγνώστης δεν είναι μόνον αυτός που διαβάζει, διατρέχει δηλαδή τις γραμμές και τις λέξεις για να φτάσει στο τέλος παρακολουθώντας απλώς μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Ο επαρκής αναγνώστης αγαλλιάζει με  τις λέξεις, τη συνέχεια τους, τη σχέση τους, την μορφική τους τοποθέτηση μέσα στις τυπωμένες γραμμές με στόχο την απόλαυση του κειμένου και μόνον. Μου ήρθε στο νου αυτό που έλεγε ο διάσημος χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου για την τελευταία χορογραφία του προς τιμήν της Πίνας Μπάους με τίτλο Since she: «Είναι μια σειρά από ισορροπίες, οπτικές απάτες και εφευρέσεις του τίποτα που θέλουν να σας δημιουργήσουν ένα συναισθηματικό ταξίδι. Μ’ αυτόν τον τρόπο λέω τα τελευταία χρόνια τις ιστορίες μου. Να μην είναι ιστορίες, αλλά μια συρραφή από μικρές εμπειρίες που μοιάζουν με ιστορία. Έχω πολλά να πω, αλλά θα αρκεστώ σ’ αυτά». Κάπως έτσι καλείται ο επαρκής αναγνώστης να διαβάσει ένα μυθιστόρημα. Όχι για να μάθει ακόμα μια ιστορία, κανονική ή αλλόκοτη, αστυνομική ή αισθηματική ή περιπετειώδη αλλά για να ευχαριστηθεί τις εικόνες, τις έννοιες, ή τις μικροιστορίες που εμπεριέχονται και που φυσικά οδηγούν σε ένα τέλος, που θα είναι και πιο πλούσιο και εύχημο μέσα από το αναγνωστικό ταξίδι. Κλείνοντας  τις τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου είσαι πιο πλούσιος σε σκέψεις, αισθήματα, έχεις εντρυφήσει στη γλώσσα, στις λέξεις, στις έννοιες, σε κρυμμένα και φανερά σήματα πολιτισμού και ταυτόχρονα έχεις απολαύσει ένα ταξίδι. Ο μη επαρκής αναγνώστης απλώς διαβάζει μια ιστορία για να ξεφύγει, για να μάθει το τέλος της, όπως παρακολουθεί ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση, δεν κοπιάζει, δεν θέλει να κοπιάσει. Δύσκολα λοιπόν θα γυρίσει το κουμπί να ψάξει να δει ένα πιο απαιτητικό τηλεοπτικό θέαμα. Γιατί λοιπόν ο ίδιος ως αναγνώστης θα ψάξει για ένα πιο απαιτητικό βιβλίο;

**

Είχα μόλις τελειώσει τις παραπάνω σκέψεις όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλιαράκι του Roberto Vecchioni «Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα» (μτφρ:Δημ.Παπαδημητρίου, εκδ.Κριτική). Στον  Σελινούντα, ένα υπαρκτό χωριό, όπως με πληροφόρησαν, της Σικελίας, οι κάτοικοι αγνοούν την βαθύτερη σημασία των λέξεων. Οι λέξεις τους είναι απλοί κώδικες για την βασική συνεννόηση μεταξύ τους.  Για παράδειγμα λένε «πεινάω», «αγαπάω», θα έρθω αύριο να σε βρω». Πίσω από τις λέξεις δεν υπάρχουν έννοιες, συναισθήματα, αποχρώσεις. Οι λέξεις απλώς δηλώνουν κάποιες απαραίτητες πράξεις. Ακόμα και τα παιχνίδια των παιδιών είναι φτωχά, περιέχουν μόνον μιμήσεις και χειρονομίες. Οι κάτοικοι του Σελινούντα δεν νιώθουν την βαρύτητα του χρόνου ή την δύναμη της μνήμης. Μπορεί να κοιτούν κάποιες αρχαίες κολώνες αλλά αυτές να μην ανασύρουν στη μνήμη τους την αίγλη και τον πολιτισμό μιας άλλης εποχής. Την πόλη τους κατοικούσαν παλιά οι αρχαίοι Έλληνες αλλά αυτό που σκέφτονται οι κάτοικοι του Σελινούντα γι αυτούς είναι ότι ζούσαν μόνον με προσευχές και πέθαιναν μιας και ότι άφησαν πίσω τους είναι ναοί και νεκροταφεία. Δεν γνωρίζουν για τους έλληνες ότι λάτρευαν τους νόμους, την τελειότητα, τους θεσμούς, την οικογένεια, την πόλη, ότι γνώριζαν τα σημάδια της καρδιάς, τα σύμβολα και τα σημεία που κάνουν πλούσιο τον άνθρωπο. Οι κάτοικοι αυτής της παράξενης πόλης δεν έχουν την αίσθηση του ιστορικού τους παρελθόντος αλλά ούτε και μπορούν να εκφράσουν βαθύτερα αισθήματα.  Την ηρεμία αυτής της πληκτικής ζωής έρχεται να ταράξει ένας βιβλιοπώλης, ο οποίος κάθε βράδυ οργανώνει αναγνώσεις. Οι κάτοικοι δεν καταλαβαίνουν  τι χρησιμεύουν τα βιβλία και η πολυπλοκότητα των λέξεων. Αυτός όμως απτόητος κάθε βράδυ μπροστά σε άδειες καρέκλες διαβάζει κλασικούς, παλιούς και σύγχρονους. Σαπφώ και Σοφοκλή, Σαίξπηρ και Λεοπάρντι, Πεσόα και Μπόρχες, Ντοστογέφσκι και Ρεμπώ.  Μόνον ένας μικρός τον παρακολουθεί κρυμμένος πίσω από τα βιβλία. Το νεαρό παιδί θα αποστηθίσει αυτά που ακούει και πολύ αργότερα θα προσπαθήσει να εκφράσει με αυτά τον έρωτα προς την αγαπημένη του. Το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος στην βαθύτητα του περιεχομένου των λέξεων, στη σχέση των λέξεων με τις έννοιες, στην δυνατότητα τους να ερμηνεύσουν αλλά και  να κατασκευάσουν όχι μία αλλά πολλές πραγματικότητες.  Όπως επισημαίνει ο γλωσσολόγος Γ. Μπαμπινιώτης «Οι λέξεις δεν νοούνται χωρίς έννοιες, τα μέρη του λόγου χωρίς τις αντίστοιχες νοητικές κατηγορίες και οι συντακτικές δομές της γλώσσας χωρίς τις ποικίλες νοηματικές συνάψεις». Η λέξη είναι ένας συγκεκριμένος συμβατικός συνδυασμός της σημασίας και της μορφής. Ο κόσμος μας, αυτό ο πολύπλοκος και αντιφατικός μας περίγυρος συλλαμβάνεται από τη νόηση μέσω των αισθήσεων ή καθαρώς νοητικά μέσω της γλώσσας. Τα όντα υπάρχουν για μας ως έννοιες και οι έννοιες ως σημασίες. Όλα αυτά δηλαδή που λείπουν από το χωριό  Σελινούντα και που θέλει να υποδηλώσει την τεράστια σημασίας τους ο συγγραφέας Roberto Vecchioni.

 

**

Και για να ξαναγυρίσω στις αρχικές μου σκέψεις. Τα βιβλία που δεν αντιμετωπίζουν τις λέξεις με αυτή την ευρύτερη σημασία τους, ως φορείς πολύμορφων συναισθημάτων, ιδεών, εννοιακών σχέσεων, βαθύτερης σύνδεσης με τη συγχρονία και την διαχρονία είναι τελικά φτωχά. Όταν διαβάζει κάποιος μια ιστορία που περιορίζεται απλώς να του πει με αρχή, μέση και τέλος την περιπέτεια δύο ή περισσότερων ανθρώπων, χωρίς να τον βάλει να σκεφτεί έξω από την τυπική ιστορία, να μπει ο νους του στις περιπέτειες των εννοιών, να προβληματιστεί  πάνω σε στους χαρακτήρες, στις πράξεις, στον κόσμο μέσα στον οποίο κινούνται οι ήρωες, πιθανόν να είναι ελάχιστα καλύτερος από τους κατοίκους του Σελινούντα.

 

 

Διαβάστε ακόμα:

Roberto Vecchioni, Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα, μτφρ: Δημ.Παπαδημητρίου, εκδ. Κριτική

Γ.Μπαμπινιώτης, Σύγχρονη Σχολική Γραμματική, Εισαγωγή, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας.

 

7 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ο επαρκής αναγνώστης απολαμβάνει τα βιβλία book in the book η αυτά που αναφέρονται σε ήρωες άλλων βιβλίων και σε άλλα βιβλία. Ανασύρει από την μνήμη του όχι μόνον κομμάτια από τα προηγούμενα βιβλία αλλά και τα αισθήματα που του δημιουργήθηκαν στην ανάγνωση και του ανοίγονται κι άλλα μονοπάτια αναδρομικής ανάγνωσης
    Πολύ ωραίο άρθρο

  2. Κάπως υπερβολικά απόλυτος ο διαχωρισμός ανάμεσα στην αναγνωστική απόλαυση και την υψηλή λογοτεχνία. Φυσικά και η λειτουργία της γλώσσας δεν είναι να ενημερώνει, αλλά να υποβάλει. Από την άλλη, υπάρχουν απολαυστικές ιστορίες που βασίζονται αποκλειστικά στην πλοκή. Αντίστοιχα, όταν το στοίχημα αφορά την περιπέτεια της γλώσσας, πολλά κείμενα καταποντίζονται από το ίδιο τους το βάρος. Ανάμεσα στο σουβλάκι και το σούσι, υπάρχει και το καλαμάκι με σολωμό, όχι;

    • Δεν αναφέρω πουθενά ότι δεν υπάρχει απόλαυση στην υψηλή λογοτεχνία. Το αντίθετο, υπάρχει απόλαυση μιας άλλης ποιότητας.

  3. Υπάρχουν, πράγματι, επαρκείς αναγνώστες ; Και τίνος, ή τίνων κειμένων ; Τίνος, του Πλάτωνα ή του Μαρξ ; Του Αριστοτέλη ή του Καντ(ίου 😉 ; Της Βίβλου ή Του Φρόυδ ; Του Ντοστογιέφσκη ή του… Σουρή ; Αλήθεια, ποιός μπορεί να ισχυριστεί ότι «ανέγνωσε» και «κατέγνωσε» το σύνολο των συμπαραδηλλωσεων, [πολιτικών,(εσωτερικής εξωτερικής και διεθνούς πολιτικής), οικονομικων,(αγροτικής, χρηματηστηριακής, τραπεζικής, βιοτεχνικής, ναυτηλιακής κ.ο.κ. οικονομίας) κοινωνικών, κοινωνιολογικών, εκπαιδευτικών, γεωπολιτικών, ψυχολογικών (ατομικής του-συγγραφέα, συλλογικών-των αναγνωστών του) κ.οκ.], τη στιγμή που και μόνο από τον «Ρωμιό» μπορούν να προκύψουν δέκα, τουλάχιστον, μονογραφίες; και τι στιγμή που κοτζάμ επιστήμες (και «επιστήμες») πλέον δεν μπορούν να σταθούν αυτοτελείς και αυτάρκεις στις θεωρητικές και πραγματικές προϋποθεσεις τους, και αλληλοσυμπληρώνονται, στο διόλου διαυγές και διόλου ασφαλές πεδίο της «διεπιστημονικότητας ; Εντέλει, μήπως ο λεγόμενος «επαρκής αναγνώστης» δεν είναι παρά ένας «ιδεατός τύπος», ένα «πλάσμα», σαν τον «μέσο κοινωνικό άνθρωπο» του ποινικού δικαίου, ο οποίος διαθέτει έπαρκείς αντιστάσεις έναντι των παραβατικών παρορμήσεών του, και ως εκ τούτου ανάγεται σε περιωπή κριτηρίου της συμπεριφοράς εκείνων που, ως de facto αποδεικνύεται, δεν τις διαθέτουν (και άρα δεν ανήκουν στην κατηγορία του «μέσου κοινωνικού ανθρώπου» ;

  4. Ωραίο άρθρο!
    Σημειώστε, ότι το «χωριό» Σελινούντας, δεν είναι ΚΑΘΟΛΟΥ φανταστικό! Υπάρχει έως σήμερα, στα Νότια της Σικελίας,και ήταν μια σπουδαία πόλη/ αποικία των Ελλήνων , η περίφημη Σελινούς, της οποίας μέχρι σήμερα, θαυμάζουμε τα αρχαία κατάλοιπα….
    ΄Με εκτίμηση, Μάνια

  5. Θα ψάξει ο αναγνώστης γιατί το έχει ανάγκη, κάτι του λείπει,κάτι που δεν έχει-ίσως- την ικανότητα να το βρει στους άλλους. Δοκιμάζει διάφορα είδη, εκπαιδεύεται και όταν βρίσκει αυτό που θα τον γοητεύσει, που θα κλείσει το βιβλίο και θα μείνει ασάλευτος για να μη χάσει αυτό που έζησε, θα συνεχίσει να το αναζητά σε όλο και πιο «μη αναγνώσιμα» βιβλία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here