Ο Γιάννης Μαρής ως δημοσιογράφος

0
201

Του Φίλιππου Φιλίππου.

 

 

Το καλοκαίρι βρίσκεται στο φόρτε του, ενώ τα νησιά κι οι παραλίες γεμίζουν από κόσμο. Τέτοιες εποχές οι έλληνες εκδότες κυκλοφορούν πληθώρα αστυνομικών βιβλίων, ώστε οι αναγνώστες να τα πάρουν στους τόπους των διακοπών τους. Είναι λοιπόν μια καλή ευκαιρία να μιλήσουμε για έναν σημαντικό αστυνομικό συγγραφέα, τον Γιάννη Μαρή, τον εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Ο Μαρής γεννήθηκε το 1916 στη Σκόπελο ως Γιάννης Τσιριμώκος. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λαμία, όπου μεγάλωσε σε βενιζελικό περιβάλλον. Ο ίδιος γοητεύτηκε από τις μαρξιστικές ιδέες και ως φοιτητής της Νομικής στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ηγήθηκε των αριστερών φοιτητών. Το 1937, κι ενώ οι ελληνικές εφημερίδες αφιέρωναν τις πρώτες σελίδες τους στις δίκες της Μόσχας και στις εκκαθαρίσεις του Στάλιν, ο νεαρός Τσιριμώκος εγκατέλειψε το ΚΚΕ και προσχώρησε στους σοσιαλιστές, οι οποίοι τότε είχαν ελάχιστη εμβέλεια στο λαό.

Στη διάρκεια της κατοχής συναντήθηκε με τον εξάδελφό του Ηλία Τσιριμώκο, ηγέτη της ΕΛΔ (Ένωσις Λαϊκής Δημοκρατίας), κόμμα σοσιαλιστικής απόκλισης, συνιδρυτή του ΕΑΜ, και βγήκε στο βουνό. Εκεί κατέκτησε βαθμιαία πολλά αξιώματα: μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΛΔ, επικεφαλής του Γραφείου Στερεάς Ελλάδας του ΕΑΜ και εθνοσύμβουλος.

Μετά την Απελευθέρωση (από το 1945), ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, παραμένοντας στις επάλξεις της πολιτικής, ηγετικό στέλεχος του σχήματος ΣΚΕΛΔ (Σοσιαλιστικόν Κόμμα-Λαϊκή Δημοκρατία), στενός συνεργάτης των ηγετών της Αλέξανδρου Σβώλου και Ηλία Τσιριμώκου. Άρχισε τη δημοσιογραφική του καριέρα από το βουνό, στο γραφείο τύπου της ΠΕΕΑ, και συνέχισε στη Μάχη, που κυκλοφόρησε στη διάρκεια της κατοχής. Όταν κατά την απελευθέρωση η εφημερίδα μετατράπηκε σε όργανο του προαναφερθέντος κόμματος, αυτός έγινε αρχισυντάκτης της. Μετά τις αποκαλύψεις της Μάχης για το στρατόπεδο αριστερών στρατιωτών και πολιτών στη Μακρόνησο δικάστηκε και κλείστηκε στις φυλακές των Βούρλων στη Δραπετσώνα. Η ζωή του κινδύνευσε και απελευθερώθηκε χάρη στις ενέργειες της Σοσιαλιστικής Διεθνούς.

Στη Μάχη, εκτός από τα συνήθη καθήκοντα του αρχισυντάκτη, έγραφε σχόλια, καθώς και κριτική ταινιών και συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους πιο έγκυρους κριτικούς κινηματογράφου. Με την ιδιότητα αυτή, αλλά και του σεναριογράφου (έγραψε περίπου είκοσι σενάρια), ήταν αρκετές φορές μέλος της κριτικής επιτροπής στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μετά, εργάστηκε σε διάφορες εφημερίδες: Προοδευτικός Φιλελεύθερος, Νέα Γραμμή, Ελεύθερος Λόγος και Αθηναϊκή.

Την εμφάνισή του ως συγγραφέα την έκανε το 1953 στο περιοδικό Οικογένεια, όπου δημοσίευσε σε συνέχειες το Έγκλημα στο Κολωνάκι με τον υπότιτλο «Αθηναϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα» ως Γιάννης Τσιριμώκος. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με πλαίσιο της Αθήνα της εποχής, κυρίως την περιοχή του Κολωνακίου με τους αριστοκράτες του και τους αναδυόμενους αστούς, αλλά και κάποιους εκπροσώπους των κατωτέρων τάξεων. Σε αυτό εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο αστυνόμος Μπέκας, μια εμβληματική λογοτεχνική φιγούρα. Ο κοντόχοντρος αστυνομικός με το καλοκάγαθο ύφος, τη σπάνια επιμονή και το μουστακάκι αλά Χίτλερ, αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στον ελληνικό λογοτεχνικό χώρο και τηρουμένων των αναλογιών μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη. Ο ήρωας δημιουργήθηκε πάνω στο πρότυπο του γάλλου επιθεωρητή Μαιγκρέ, ήρωα του Ζορζ Σιμενόν, κι εμπλουτίστηκε με ελληνικά στοιχεία. Το ανάγνωσμα άρεσε, σύντομα εκδόθηκε σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Ατλαντίς» του Πεχλιβανίδη, και μετά γυρίστηκε ταινία: ήταν η αρχή της επιτυχημένης συγγραφικής καριέρας του.

Η εργατικότητα και οι γνώσεις του Μαρή τον έφεραν σύντομα στο στελεχικό επιτελείο του δημοσιογραφικού συγκροτήματος Μπότση, το οποίο εκτός από την Απογευματινή εξέδιδε την Ακρόπολι, και αργότερα το περιοδικό Πρώτο, όπου τοποθετήθηκε ως διευθυντής. Εκεί παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στην Ακρόπολι για μεγάλο διάστημα είχε δική του καθημερινή στήλη με τον τίτλο «Υπό την σκιάν της Ακροπόλεως». Ως δημοσιογράφος πραγματοποίησε αποστολές στο εξωτερικό, μα και στο εσωτερικό της χώρας. Ένα από τα πιο σημαντικά ρεπορτάζ του, επίμονο, χρονοβόρο κι επικίνδυνο, ήταν εκείνο για τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη (Μάιος 1963), που έγινε (με τη συνεργασία του Γιώργου Λεονταρίτη), μετά την πτώση της χούντας και δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολη (σε συνέχειες, όπως τα μυθιστορήματά του), τον Ιανουάριο του 1975.

Κατά καιρούς, ο Μαρής συνεργάστηκε και με έντυπα εκτός του συγκροτήματος Μπότση. Έτσι βρίσκουμε συνεργασίες του με το περιοδικό Επίκαιρα που εξέδιδε με επιτυχία από την εποχή της δικτατορίας έως τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης η «Πάπυρος Πρες». Για παράδειγμα, τον Ιούλιο του 1971 δημοσίευσε εκεί σε συνέχειες το μυθιστόρημα Το καλοκαίρι του φόβου και αργότερα το Χαμόγελο της Πυθίας. Το τελευταίο μυθιστόρημα του Μαρή, Η εξαφάνιση του Τζον Αυλακιώτη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις σε συνέχειες από τον Μάιο έως τον Ιούλιο του 1976. Η ιστορία διαδραματίζεται στη διάρκεια της δικτατορία του Μεταξά και στα κατοπινά χρόνια της Κατοχής κι έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά (ο Μαρής ως φοιτητής είχε συλληφθεί από την αστυνομία της δικτατορίας και τον πήγαν στο γραφείο του πανίσχυρου υπουργού Ασφαλείας Κώστα Μανιαδάκη. Ένα χρόνο πριν, στην ίδια εφημερίδα είχε δημοσιεύσει μια έρευνα για τη δημιουργία ενός ψεύτικου ΚΚΕ από τον συγκεκριμένο υπουργό με τίτλο «Επιχείρησις: Σύγχυσις- Ο Γιάννης Μαρής αποκαλύπτει το σατανικό σχέδιο του Κώστα Μανιαδάκη»).

Σύμφωνα με την αφήγηση του συγγραφέα στον Γ.Α.Λεονταρίτη, ο Αυλακιώτης, ο κεντρικός ήρωας, στηρίχτηκε σε έναν διπλό πράκτορα που γνώρισε ο ίδιος την άνοιξη του 1944, όταν ήταν γραμματέας Στερεάς Ελλάδος της ΕΛΔ με έδρα το Καρπενήσι. Είχε συλληφθεί από αντάρτες του ΕΛΑΣ για ύποπτη δραστηριότητα ένας γιατρός από την Αθήνα ονόματι Καρακατσάνης, ο οποίος στην ανάκριση που ακολούθησε αποκάλυψε πως ήταν ο γερμανός ανθυπολοχαγός Βίλι Χορστ της γερμανικής υπηρεσίας κατασκοπίας (αυτοκτόνησε στο κελί του με τα κορδόνια των παπουτσιών του).

Ακμαίος και επίμονος, ο Μαρής συνέχισε να γράφει και να κάνει έρευνες και μετά την πτώση της δικτατορίας. Τότε ασχολήθηκε με τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη (η έρευνά του έδειξε πως πίσω από αυτήν ήταν ο μετέπειτα δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος), για την πτώση της χούντας και τον ερχομό του Κωνσταντίνου Καραμανλή, για το ζήτημα της Κύπρου, για την Αντίσταση κατά των κατακτητών στα βουνά και το πώς προδόθηκε, για τα σχέδια του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσιγκερ σχετικά με την Ελλάδα.

Το 1978, ύστερα από 35 χρόνια συνεχούς δημοσιογραφικής δουλειάς, βγήκε στη σύνταξη. Φιλοδοξούσε να γράψει ένα μυθιστόρημα διαφορετικού είδους. Στον χρόνο που είχε στη διάθεσή του αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο με τις δημοσιογραφικές εντυπώσεις του στην Κίνα. Αποσυρόταν στο εξοχικό του, στον Αχινό, κοντά στη Λαμία, κι έγραφε, έχοντας συντροφιά τη σύζυγό του Αθηνά και τους φίλους του. Ατυχώς, δεν πρόλαβε να χαρεί την ελευθερία του, ούτε να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες του διότι η επάρατος νόσος τον έπληξε στο κεφάλι. Ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για θεραπεία, αλλά η κατάσταση της υγείας του δεν βελτιώθηκε. Πέθανε στις 13 Νοεμβρίου του 1979.

 

Μερικές πηγές

 

.Άρθρο του Γ.Α.Λεονταρίτη «Ο Μαρής και η εποχή του», Βάσια Τσοκόπουλου, «Το λογοτεχνικό πρόσωπο του Γιάννη Μαρή» στο περιοδικό Διαβάζω, αρ. 356, Οκτώβριος 1995, του Γ.Α.Λεονταρίτη «Ποιος ήταν ο Τζων Αυλακιώτης;» στην Καθημερινή 14 Ιουνίου 1992. Συνέντευξη στον Νίκο Πλατή στο περιοδικό Αντί αρ. 135, 28 Σεπτεμβρίου 1979.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here