Ο βιβλιοθηκάριος (χριστουγεννιάτικο 6,της Κατερίνας Παπαντωνίου)

0
301

Κατερίνα Παπαντωνίου (*)

 

Την ιστορία του Βιβλιοθηκάριου την έμαθα από τον κύριο Εμπεδοκλή. Ήταν μια από τις ιστορίες που έλεγε κοιτάζοντας συνήθως τον άδειο τοίχο πάνω από το αρχείο, αυτή όμως την είπε κοιτάζοντας τα ηλεκτρικά αστέρια πάνω από την πόλη. Για την ακρίβεια, η διδακτική ιστορία του Βιβλιοθηκάριου ήταν μια από τις πολλές ιστορίες τις οποίες έλεγε ο κύριος Εμπεδοκλής για ανθρώπους που είχε γνωρίσει και νομίζω ότι τις επαναλάμβανε εν είδει αυτοσχεδίου μνημοσύνου. Από τα νιάτα του είχε αυτή τη συνήθεια. Αυτό το ξέρω από ένα γείτονα ακαθόριστης ηλικίας, ο οποίος τον θυμάται,  νεαρό ακόμα, όταν ο κύριος Εμπεδοκλής πρωτάνοιξε το γραφείο του:  αυτά εδώ, τα δύο ξεφλουδισμένα δωμάτια στο κτίριο των δικηγόρων, των συμβολαιογράφων και των δικαστικών επιμελητών, όπως ήταν ο κύριος Εμπεδοκλής μέχρι πρότινος  και τώρα πια μόνον εγώ.

Τη διδακτική χριστουγεννιάτικη ιστορία του Βιβλιοθηκάριου την άκουσα ένα βράδυ του Δεκέμβρη. Πρέπει να ήταν η πρώτη Κυριακή του μήνα γιατί είχαμε σπαταλήσει όλο το απόγευμα ελέγχοντας αν τα έγγραφα του προηγούμενου μήνα είχαν αρχειοθετηθεί με σωστή χρονολογική σειρά. Απαραίτητη εργασία αλλά ανεπαρκής, αφού ο έλεγχος του κύριου Εμπεδοκλή δεν έφτασε ποτέ μέχρι την απεντόμωση, αναγκαία συνθήκη υγιεινής των εγγράφων. Βγαίνοντας βράδυ από το κτίριο είδαμε την πόλη φωτισμένη. Οι Δημοτικές Αρχές είχαν ανάψει τα γιορτινά στολίδια στους δρόμους. Φωτίστηκε και το πρόσωπο του κύριου Εμπεδοκλή. Με γουρλωμένα μάτια κοίταξε προς τα πάνω, όχι προς την αστροσκεπή πόλη, αλλά προς το κτίριο από όπου μόλις είχαμε βγει.

-Μέγαρον Ερμής, είπε. Κοίταξε, νεαρέ, πώς λαμποκοπά ως αυτόφωτος πλανήτης!

Παρόλη την ψύχρα του Δεκέμβρη, στάθηκα δίπλα του και έκανα πως θαυμάζω το γκριζαρισμένο κτίριο από μπετόν και γυαλί, γιατί ήξερα, από τον ίδιο γείτονα ακαθόριστης ηλικίας, ότι ο κύριος Εμπεδοκλής,  νεαρός ακόμα, αποκαλούσε το κτίριο «μοντέρνο ναό, υπερμεγέθη καθρέπτη», γύρω από το οποίο οι άνθρωποι πετούν με χάρτινα φτερά. Πιθανόν, παραγνώριζε τους πελάτες που κουβαλούν πιστοποιητικά, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης,  θανάτου, δικαστικές αποφάσεις και τα αφήνουν ξαλαφρωμένοι να στοιβάζονται σε ξένα ντουλάπια. Αρκετά μέχρις εδώ με τον κύριο Εμπεδοκλή, τίποτε άλλο αξιομνημόνευτο δεν υπάρχει να ειπωθεί για αυτόν τον γραφιά.

Το βράδυ εκείνης της πρώτης Κυριακής του Δεκέμβρη, ενώ περπατούσαμε με τον κύριο Εμπεδοκλή υπό το φως των ηλεκτρικών αστεριών και τη μυρωδιά του δυόσμου, η οποία αναδυόταν από τα φαλάφελ που είχαμε αγοράσει για να ζεστάνουμε στομάχι και χέρια, άκουσα για πρώτη φορά τη διδακτική χριστουγεννιάτικη ιστορία του Βιβλιοθηκάριου με τη σκούπα. Προ ετών, τέτοιες μέρες, ο κύριος Εμπεδοκλής  γνώρισε τον Βιβλιοθηκάριο στο προαστιακό τρένο.

-Το κρύο είχε γαντζωθεί ανάμεσα στα Γεράνεια και το Αιγάλεω όρος, είπε ο κύριος Εμπεδοκλής.

Περιμένοντας να αλλάξει συρμό στην αποβάθρα ΣΚΑ είδε για πρώτη φορά τον Βιβλιοθηκάριο: στεκόταν ατάραχος σαν μην έβλεπε τίποτε, μάλλον γιατί το φως αντανακλούσε πάνω στους χοντρούς, μυωπικούς φακούς του και από το δεξί του χέρι κρεμόταν μια πράσινη, αδιαφανής πλαστική σακούλα. Επιβιβάστηκαν στον συρμό προς Αθήνα και ο Βιβλιοθηκάριος κάθισε δίπλα του. Μέχρι να φτάσουν στην Αθήνα ο Βιβλιοθηκάριος αφηγήθηκε με κάθε ανώφελη λεπτομέρεια πώς κατέκτησε τη θέση του μόνιμου βιβλιοθηκάριου στο Μαυρογύπειο Ίδρυμα: χάρη στην επίκτητη αριστεία του, παρά την κληρονομική του ένδεια. Όταν σηκώθηκαν, μια κιτρινωπή συνθετική σκούπα χωρίς κοντάρι γλίστρησε από την πλαστική σακούλα που ο Βιβλιοθηκάριος είχε ακουμπήσει στα πόδια του.

-Τώρα ξέρεις, νεαρέ, σε ποιον ανήκει η σκούπα στο τελευταίο συρτάρι του αρχείου, είπε ο κύριος Εμπεδοκλής.

Τις επόμενες μέρες ο Βιβλιοθηκάριος μιλούσε με την ίδια επιμέλεια για τον Φίλωνα Μαυρογυπά.

-Μέγας ευεργέτης με ανατολίτικες καταβολές, τόνισε. Αφού ενεπλάκη επιτυχώς με προσοδοφόρες επιχειρήσεις, κληρονόμησε δύο ετερόδοξους θείους, τον Καϊμενάκη και τον Γεωρζινό. Οι βιβλιοθήκες αυτών των δύο μαζί με τον πλούτο του Μαυρογυπά δημιούργησαν το Μαυρογύπειο Ίδρυμα, ένα κομψό τριώροφο με μαρμάρινη σκάλα.

Ο κύριος Εμπεδοκλής ομολόγησε ότι ζήλεψε τον Βιβλιοθηκάριο για το ιδανικό εργασιακό περιβάλλον: τρεις όροφοι βιβλία, το καθένα σφραγισμένο με συγκεκριμένο αριθμό, στο γραφείο του Βιβλιοθηκάριου το μεγάλο βιβλίο με τους αύξοντες, μοναδικούς για κάθε βιβλίο αριθμούς και μια πλαστική σκούπα χωρίς κοντάρι για να ξεσκονίζει την πολύτιμη συλλογή. Πρέπει να συνταξίδευαν ήδη δύο βδομάδες, όταν ο  νεαρός κύριος Εμπεδοκλής  του πρόσφερε κουραμπιέδες φτιαγμένους από τη μητέρα του.

-Ακόμα έχω στο στόμα τη γεύση τους. Ολόκληρα αμύγδαλα και κατσικίσιο βούτυρο, είπε ο κύριος Εμπεδοκλής, καταπίνοντας την τελευταία μπουκιά φαλάφελ.

Ο Βιβλιοθηκάριος έκανε μια χαψιά τον κουραμπιέ, σκούπισε την άχνη που είχε φτάσει ως τους χοντρούς, μυωπικούς φακούς και εκμυστηρεύθηκε το μοναδικό του, όπως τόνισε, πρόβλημα: ο νέος Πρόεδρος του Μαυρογύπειου Ιδρύματος, ο Σαμουήλ Γρηγοράκος, δεν εκτιμούσε τον μόχθο του και του απευθυνόταν με στριγκλιές.

-Σα να τον τσιμπάει μελίσσι, είπε.

Μέρα με τη μέρα η στεναχώρια του Βιβλιοθηκάριου εντεινόταν.

-Είναι ένα μαύρο, ολοστρόγγυλο ρυπαρό πλάσμα. Το κεφάλι του είναι μικρό και κολλημένο στον κορμό. Τα χέρια ατροφικά, καλυμμένα από κοντές, σκληρές τρίχες, κινούνται συνεχώς προς κάθε κατεύθυνση, λες και θέλει να αρπάξει ό,τι  υπάρχει γύρω.

Πλησιάζοντας προς τα Χριστούγεννα οι δυσάρεστες αποκαλύψεις αυξάνονταν.

-Απλώνει τα χέρια του στην καινούρια υπάλληλο. Εποφθαλμιά τη στενή μας συνεργασία, είπε και ο νεαρός κύριος Εμπεδοκλής υπέθεσε ότι ο φίλος του ήταν ερωτευμένος.

-Η μυρωδιά του είναι απόκοσμη. Ζέχνει, αναφώνησε μια Παρασκευή, ενώ το τρένο περνούσε από τη Μεταμόρφωση.

Τη Δευτέρα, προπαραμονή των Χριστουγέννων, στην αποβάθρα ΣΚΑ ο νεαρός κύριος Εμπεδοκλής κρατούσε ένα μικρό κουτί μελομακάρονα και ο Βιβλιοθηκάριος ένα μπλε πλαστικό κοντάρι. Μασούλησε ένα τραγανό μελομακάρονο, κούνησε ελαφρά το κοντάρι και είπε «όλα βαίνουν καλώς», ενώ ψήγματα καρυδιού κάθισαν στους χοντρούς, μυωπικούς του φακούς. Ο νεαρός κύριος Εμπεδοκλής πίστεψε πως ο φίλος του θα τακτοποιούσε με το μπλε κοντάρι τα ψηλά ράφια της Μαυρογύπειας Βιβλιοθήκης. Ξανασυναντήθηκαν στην αποβάθρα ΣΚΑ μετά από μια βδομάδα και, πριν προλάβουν να ανταλλάξουν ευχές, ο Βιβλιοθηκάριος ανακοίνωσε περιχαρής ότι «όλα μπήκαν στη θέση τους».

-Είχατε βοήθεια; ρώτησε ο νεαρός κύριος Εμπεδοκλής, χωρίς να έχει υπόψη τίποτε συγκεκριμένο· εξάλλου, ήταν δύσκολο να ξέρει ή και να φανταστεί το είδος και την έκταση της εκκαθάρισης.

-Η νέα υπάλληλος στάθηκε αρωγός. Συνεργαστήκαμε από αρχής μέχρι τέλους.

– Στα ψηλά ράφια;

-Στη σκάλα. Παρέσυρε τον δυσώδη Σαμουήλ Γρηγοράκο στην κορυφή της μαρμάρινης σκάλας. Εκεί τον περίμενα με το κοντάρι γερά στερεωμένο στη σκούπα. Έδωσα μια δυνατή, ακριβώς στη μέση του άθλιου μαυριδερού κορμού του και, επιτέλους, ο Σαμουήλ Γρηγοράκος έσκασε στα δύο. Μετά ήταν απλό: με τη μύτη του παπουτσιού τον ξαπέστειλα, είπε ο Βιβλιοθηκάριος.

Η διδακτική χριστουγεννιάτικη ιστορία του Βιβλιοθηκάριου με τη σκούπα, η οποία βρισκόταν στο τελευταίο συρτάρι του αρχείου, με ώθησε να ψάξω και εντέλει να βρω ένα κατάλληλο κοντάρι. Αρωγός μου στάθηκε ο ακαθόριστης ηλικίας γείτονας. Προχθές, Κυριακή βράδυ, οδήγησε τον κύριο Εμπεδοκλή στην κορυφή της σκάλας. Ήταν απλό.

___________________

(*) Η Κατερίνα Παπαντωνίου είναι δικηγόρος και συγγραφέας. Δημοσιεύει από το 2010. Το βιβλίο της ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΑΝΣΕΡ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ.

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθρο“Κάποιον να του τηλεφωνήσω” (χριστουγεννιάτικο 5, της Βίκυς Τσελεπίδου)
Επόμενο άρθροΠιπέρι στο στόμα (χριστουγεννιάτικο 7, της Κωνσταντίας Σωτηρίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here