Ο αρχαίος πόνος στην νεοελληνική πεζογραφία  (του Μιχάλη Μερακλή)

0
223
De herder en Oedipus – Antoine-Denis Chaudet

 

του Μιχάλη Μερακλή

Η νεοελληνίστρια κυρία Σταυρούλα Γ. Τσούπρου εξέδωσε πρόσφατα μία συλλογή πρωτότυπων και ουσιαστικών διηγημάτων. Είναι ολιγοσέλιδα. Συμπυκνώνουν όμως τη σημερινή πραγματικότητα, όπου οι περισσότεροι ζούμε μιαν άδεια ζωή, παρ’ όλες τις φαντασμαγορίες που μπορεί και στήνει η ευρηματική τεχνολογία.

Έχει τη βεβαιότητα ότι έτσι θα είναι και στο μέλλον. Οι ελπίδες θα διαψεύδονται, όσο και αν «είναι άπειρο το απόθεμα των ψευδαισθήσεων». Τα πρόσωπα των διηγημάτων είναι, σχεδόν πάντα, θηλυκού γένους. Τα πολιορκεί και τα κυριεύει μια αδυσώπητη μοναξιά που τα διχάζει. Συνομιλούν με τον εαυτό τους. Τον δικάζουν, μιλούν για αυτόν σε δεύτερο πρόσωπο: «Η χρυσή σιωπή, την οποία τόσες, αμέτρητες, φορές μού έχεις υποσχεθεί πως θα τηρείς, καταλήγει ξεφωνημένο κουρέλι […]. Και που το μετανιώνεις τι ωφελεί; Και το ότι σε μαλώνω τι νόημα έχει; Με κοινά, καταραμένα δεσμά προχωράμε […]».

Κάποτε χρησιμοποιείται το μότο, μια δυο φορές εκτενές, σ’ ένα έντεχνο συνταίριασμα με το κυρίως κείμενο, που είναι κι ένα σχόλιο ή μια προέκτασή του. Στην ιστορία «Η κατάλληλη στιγμή» μότο αποτελούν στίχοι από τον Φιλοκτήτη τού Σοφοκλή: «κι ο άνθρωπος με τα μάτια κλειστά κι αβοήθητος κοιμάται βαθιά ξαπλωμένος – κι ο ύπνος γλυκός θα ’ναι ύστερα από τόση οδύνη – και δεν εξουσιάζει ούτε χέρι ούτε πόδι ούτε λογικό, μα καθένας νιώθει σαν αυτόν που βρίσκεται κοντά στον Άδη». Ο σχεδόν θανάσιμος πόνος του σώματος του Φιλοκτήτη από το δάγκωμα του φιδιού μεταφέρεται στην ιστορία σε πόνο της ψυχής. Το μότο στο «Βαριαλγώ», του Σοφοκλή πάλι (από τον Οιδίποδα επί Κολωνώ), είναι πιο εκτενές, υπερδιπλάσιο από το προηγούμενο: «Όποιος ποθεί να ζήσει χρόνια / πολλά, και ν’ αψηφά το μέτριο, / για μένα σίγουρα θναι τρελλός. / Γιατ’ είναι γιομάτες από λύπες / της μακρυνής ζωής οι μέρες, / κι’ ούτε την ευτυχία του θβρει / αυτός που λαχταράει να ζήσει / ακόμα πιο πολύ κι’ απ’ ό,τι / του έχουνε γραφτό του οι μοίρες. / Γιατί στερνά θε να πληρώσουμε / το χρέος μας όλοι με τη σειρά μας, / δίχως τραγούδια […] / Το πιο καλλίτερο θε να ήταν / να μη γεννιότανε κανείς· / μα μια και έχει γεννηθεί, / κι’ αυτό καλό, να φεύγει πάντα / όσο μπορεί πιο γρήγορα / και να γυρνάει εκεί, απ’ όπου / από καιρό έχει κινήσει».

Εδώ θέλω φιλολογικότερα να πω ότι η Τσούπρου ξεπερνά τους κλασικούς φιλολόγους, όσοι μίλησαν και μιλούν για τους αρχαίους Έλληνες (προπάντων τους Αθηναίους) και λένε πως ήταν εκείνοι ένας αισιόδοξος κόσμος, εναρμονισμένος με την απολλώνια ηρεμία και τον διονυσιακό οίστρο, αποφεύγοντας να πουν πως είχαν βιώσει και το taedium vitae, το βάρος (έως τη σιχασιά) της ζωής και του πόνου που προσφέρει. Ο αντίλαλος των λόγων του Οιδίποδα βγαίνει τώρα από το βιβλίο τής Τσούπρου: «[…] ο πόνος είναι ο κυρίαρχος· ο πόνος της λήθης και ο πόνος της μνήμης, ο πόνος της απογοήτευσης των προσδοκιών, ο πόνος των λαθών και των ελλείψεων, ο πόνος της απώλειας, ο πόνος του ανεύρετου εαυτού, ο πόνος του κόπου που ξοδεύτηκε, ο πόνος για το μέλλον που ήρθε, ο πόνος για το μέλλον που δεν ήρθε».

Κάθε μικρή ιστορία (δημοσιεύονται και κάποιες μεταφρασμένες στην αγγλική από την κυρία Αλεξάνδρα Ντούμα) είναι και μια παραλλαγή τού δράματος, προπάντων εκείνου τής ιδιότυπης μοναξιάς των ατόμων, που παίζεται στον καιρό μας. Αναφέρω ενδεικτικά και τα «Στρατιωτάκια ακούνητα», όπου νιώθω την προσωπική ταξινόμηση των κατηγοριών του χρόνου: του χθες, – της παιδικής, πρωτίστως, ζωής, – με τη γλυκόπικρη αίσθηση των αναμνήσεων, του τώρα, που πληγώνει, και του μέλλοντος που, λόγω αποκτημένης πείρας, προκαταβολικά εξομοιώνεται με το παρόν, έτσι που: και το αύριο, τώρα είναι.

Ωστόσο, διακρίνονται και τα ίχνη μιας σισύφειας παρουσίας, που επιθυμεί τη μετατροπή τής ματαιότητας σε αγώνισμα.

 

info: Σταυρούλα Γ.Τσούπρου, Και το αύριο, τώρα είναι, Διηγήματα, Γρηγόρης, 2017, (Δίγλωσση έκδοση)

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here