Ο Αριστοφάνης του Θεόδωρου Γ. Παππά (της Αικατερίνης Διαμαντάκου)

0
777
'Όρνιθες" του Αριστοφάνη από την παράσταση του Κ. Κουν

 

 Αικατερίνη Διαμαντάκου (*)

Το 1994 με το βιβλίο του Ο φιλόγελως Αριστοφάνης (Εκδόσεις  Καρδαμίτσα) ο Θεόδωρος Παππάς είχε προσφέρει μια εμπεριστατωμένη μονογραφία για το έργο του αρχαίου κωμικού ποιητή, η οποία ερχόταν να ενισχύσει με το επιστημονικό κύρος της έναν ελάχιστο τότε αριθμό ελληνικών και μεταφρασμένων στα ελληνικά βιβλίων που αφορούσαν συνολικά το έργο του Αριστοφάνη: Χρυσού Ευελπίδη, Ο Αριστοφάνης και η εποχή του (1962), Αλέξη Σολομού, Ο ζωντανός Αριστοφάνης (1961), Ν. Γ. Μπούρα, Αριστοφάνης και Αθήνα (1986), Ηλία Σ. Σπυρόπουλου, Αριστοφάνης: σάτιρα – θέατρο – ποίηση (1988), οι εμβληματικές, πλην αρκετά παλαιές, μελέτες των F. M. Cornford, H αττική κωμωδία (1972, 19141) και K. J. Dover, Η κωμωδία του Αριστοφάνη (1978, 19721). Επρόκειτο για μια ολιγάριθμη ελληνόφωνη παραγωγή στην οποία προστίθεντο δύο αδημοσίευτες διδακτορικές διατριβές, των Ι. Ε. Στεφανή, Ο δούλος στις κωμωδίες του Αριστοφάνη (ΑΠΘ 1980) και Χ. Α. Μιχαήλ, Ο κωμικός λόγος του Αριστοφάνους (ΕΚΠΑ 1981) και περιορισμένες άλλες ελληνικές μελέτες και άρθρα για επιμέρους φιλολογικά ζητήματα ή/και μεμονωμένες κωμωδίες του Αριστοφάνη, με παραδειγματική την επανερχόμενη συμβολή του Φ. Ι. Κακριδή. Αν και ο συγγραφέας δήλωνε μετριοπαθώς στον πρόλογό του ότι το βιβλίου του απευθύνεται καταρχήν στον Έλληνα μέσο αναγνώστη «ο οποίος ενδιαφέρεται για την αρχαία ελληνική κωμωδία, για τις θεατρικές παραστάσεις στην αρχαία Ελλάδα και γενικότερα για την αρχαία ελληνική παιδεία» (σ. 10), η μονογραφία του 1994 παρέμεινε για μεγάλο διάστημα –χάρη στην περιεκτική θεματολογία και τη στιβαρή βιβλιογραφική τεκμηρίωσή της– ένα εξαιρετικό χρήσιμο εργαλείο και ακαδημαϊκό διδακτικό εγχειρίδιο τόσο για τον επαρκή και καταρτισμένο φιλόλογο όσο και, από ένα σημείο και εξής, για τον επαρκή και καταρτισμένο θεατρολόγο.

Είκοσι-δύο χρόνια μετά, ο καθιερωμένος αριστοφανιστής επανέρχεται με νέα μονογραφία του, αφού είχε προηγηθεί η σημαντική συνεπιμέλειά του, μαζί με τον Ανδρέα Μαρκαντωνάτο, στον ογκώδη τόμο Αττική Κωμωδία. Πρόσωπα και προσεγγίσεις (Gutenberg, 2011), στον οποίο είκοσι δύο Έλληνες και ξένοι, παλαιότεροι και νεώτεροι, μελετητές κάλυψαν ενδελεχώς διαφορετικές θεματικές περιοχές σχετικές με τη δραματική και σκηνική σύσταση της αρχαίας αττικής κωμωδίας, τις σχέσεις της με το πολιτικό-ιστορικό και κοινωνικό-ανθρωπολογικό πλαίσιο παραγωγής της, τη γραμματολογική παράδοσή της και (ένα μέρος από την) πολυειδή καλλιτεχνική δεξίωσή της. Η νέα μονογραφία, που ανέλαβαν να εκδώσουν επιμελημένα και καλαίσθητα και πάλι οι εκδόσεις Gutenberg, εισέρχεται αυτή τη φορά σε ένα πολύ διαφοροποιημένο βιβλιογραφικό τοπίο σε σχέση με το 1994, το οποίο σκιαγραφεί –ευσύνοπτα σε ό,τι αφορά τη διεθνή παραγωγή και πολύ αναλυτικά σε ό,τι αφορά την ελληνική–  ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογό του: κριτικές και ερμηνευτικές εκδόσεις, ειδικές μελέτες και μονογραφίες, συλλογικοί τόμοι και πρακτικά συνεδρίων, διδακτορικές διατριβές, ένας «αμητός φιλολογικής παραγωγής» ο οποίος συνδυάζεται με έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό μεταφράσεων, δραματουργικών διασκευών και θεατρικών παραστάσεων, με άξονα τον δημοφιλή πλέον, παγκοσμίως και εν Ελλάδι, Αριστοφάνη (σ. 9-11).

Σ’ αυτό το γενναιόδωρο και πολυφωνικό απέναντι στον αρχαίο κωμικό συγγραφέα τοπίο, η μονογραφία του Θεόδωρου Παππά έρχεται να καταλάβει μια εδραία θέση, αφενός αξιοποιώντας συνθετικά την προϋπάρχουσα βιβλιογραφική συνδρομή και αφετέρου διασπείροντας στοχαστικά ερεθίσματα και καταθέτοντας πραγματολογικά δεδομένα που  μπορούν να αναζωογονήσουν τη φιλολογική και θεατρολογική αλλά και τη θεατρική και μεταφραστική αντίληψη της αρχαίας κωμωδίας. Ορισμένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν τον συγγραφέα στο προηγούμενο βιβλίο του αναπόφευκτα επανέρχονται, αναδιατάσσονται και αναζυμώνονται, πότε συμπτυσσόμενα και πότε αναπτυσσόμενα εδώ, ενώ νέες θεματικές περιοχές πλαισιώνουν και τροφοδοτούν τη νέα προσέγγιση του συγγραφέα στον πάλαι ποτέ ευνοούμενό του κωμικό ποιητή.

Με σαφή και στιβαρή δομή και με εύληπτο και περιεκτικό λόγο, μακράν της ακαδημαϊκής σχοινοτένειας και του μυστικιστικού θεωρητικισμού, η μονογραφία καλύπτει σε ισάριθμα κεφάλαια επτά μεγάλες θεματικές περιοχές, οι οποίες φωτίζουν πανοραμικά τη γραμματολογική και θεατρική παρακαταθήκη του Αριστοφάνη: τις ευρύτερες πολιτισμικές και θεατρικές και τις ειδικότερες βιογραφικές και εκπαιδευτικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τη γραφή του κωμικού ποιητή⸱ την πλούσια θεματική διάνοιξη του έργου του, όπως αυτή αποτυπώνεται εξελικτικά στις σωζόμενες έντεκα κωμωδίες αλλά και στα πολυάριθμα αποσπάσματα από τις υπόλοιπες τριάντα-τρεις κωμωδίες⸱ το πολυδαίδαλο ιστορικό της παράδοσης του αριστοφανικού έργου από την αρχαιότητα μέχρι τις πρώτες έντυπες εκδόσεις τον 16ο αιώνα⸱ την κειμενική-δραματουργική σύσταση, την ποιητική-λυρική υφή, τη σκηνική-παραστασιακή λειτουργία και τη σημασιολογική-ιδεολογική δυναμική του αυτού του έργου⸱ την κοινωνικο-πολιτική κριτική αναφορικότητά του και τις διαφορετικές μορφές εντατικής και εκτατικής έκφρασής της (σκώμμα, σάτιρα και λοιδορία)⸱ τη βλεμματική διάδραση αυτού του έργου με τον αρχαίο θεατή⸱ την ψυχοδιανοητική επήρεια αυτού του έργου και την καθαρτική στόχευσή του πάνω στον θεατή μέσω της αρχέγονης δύναμης του γέλιου και των διαφορετικών μορφών κωμικότητας που ενεργοποιούνται από τον αρχετυπικό τεχνίτη της κωμωδίας, Αριστοφάνη.

Από το σύνολο των διαφορετικών θεμάτων και των αντίστοιχων (υπο)κεφαλαίων, που δεν είναι δυνατόν να συνοψιστούν σε μια κατ’ ανάγκη σύντομη βιβλιοπαρουσίαση, ξεχωρίζω επιλεκτικά δύο κεφάλαια, που συνιστούν, μεταξύ άλλων, σημαντική συμβολή στην ιστορία της υποδοχής (reception) και στην ερμηνευτική της πρόσληψης (perception) του Αριστοφάνη. Το πρώτο κεφάλαιο (2ο κατά σειρά στο βιβλίο), με εφαλτήριο τη σχετικά πρόσφατη κριτική έκδοση του Αριστοφάνη από τον N. G. Wilson στη σειρά Oxford Classical Texts (2007), παρέχει μια πλήρη  επισκόπηση της ιστορικής διαδρομής της εκδοτικής-χειρόγραφης και της ερμηνευτικής-κριτικής παράδοσης του Αριστοφάνη: Αρχίζοντας από τα τέλη του κλασικού 5ου αι. π.Χ. (πού και πώς έγραφε ο Αριστοφάνης; πώς αναπαραγόταν και διαβαζόταν, έστω από λίγους αρχικά, αναγνώστες-θεατές, το έργο του;), η φιλολογική-ιστορική-αρχαιολογική επίσκεψη συνεχίζει με τη μετακλασική και όψιμη αρχαιότητα στην Αλεξάνδρεια και την Πέργαμο, όπου άρχονται και ανθούν σταδιακά η σύνταξη επεξηγηματικών σχολίων, οι εκδόσεις και οι ερμηνευτικοί υπομνηματισμοί των αριστοφανικών κωμωδιών, περνά ακολούθως στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή περίοδο με τις καίριες επιλεκτικές παρεμβάσεις της στη διαδικασία της αναπαραγωγής των παραδεδομένων μέχρι τότε έργων, διατρέχει κατόπιν τη βυζαντινή περίοδο και μάλιστα τον λεγόμενο πρώτο βυζαντινό ουμανισμό (9ος αι. μ.Χ. κ.εξ.), που καθορίζουν την πλούσια, αν και ανισοβαρή ανά κωμωδία, χειρόγραφη παράδοση του Αριστοφάνη, και καταλήγει στις πρώτες έντυπες εκδόσεις του Αριστοφάνη (Βενετία 1498 και Φλωρεντία 1515), όταν οι βυζαντινοί λόγιοι, πριν από και μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, έχουν μεταφέρει από την ελληνική Ανατολή στη λατινική Δύση τα χειρόγραφα βιβλία και μαζί τις εκπαιδευτικές ιδέες τους. Μέσα από την εξονυχιστικά τεκμηριωμένη αναδρομή του Θεόδωρου Παππά στην παράδοση του κειμένου του Αριστοφάνη, ο αναγνώστης διατρέχει, μέσα από το συγκεκριμένο παράδειγμα, ένα ολόκληρο ιστορικό πανόραμα που καλύπτει μία περίπου χιλιετία, εκτείνεται σε έναν διεσταλμένο γεωγραφικά χάρτη και περιλαμβάνει ποικίλες και σύνθετες γλωσσικές, πολιτισμικές, ιδεολογικές και αισθητικές διαδικασίες.

Σε τελείως διαφορετικό θεματικά, μεθοδολογικά και υφολογικά περιβάλλον μάς μεταφέρει το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, «Το προσωπείον και το βλέμμα στον Αριστοφάνη». Μέσω μιας γοητευτικής ονοματολογικής επισκόπησης και σημασιολογικής διερεύνησης των όρων όρασις, οφθαλμός, πρόσωπον και προσωπείον στο κειμενικό πεδίο του αριστοφανικού έργου, που ήταν διαμορφωμένο από και προορισμένο για συγκεκριμένες συνθήκες θέασης στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου μέσα στο συγκεκριμένο πολιτιστικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο που προσέφεραν οι δύο θεατρικές διονυσιακές γιορτές των Ληναίων και των Μεγάλων Διονυσίων, ο Θεόδωρος Παππάς διερευνά τους δυνατούς οπτικούς και ψυχοδιανοητικούς αντικατοπτρισμούς ανάμεσα στο κωμικό δραματικό πρόσωπο, το κωμικό σκηνικό προσωπείο, το πραγματικό πρόσωπο του θεατή και το πραγματικό συλλογικό πρόσωπο της αρχαίας αθηναϊκής κοινωνίας, σε μια πρωτοφανή και μοναδική –ως προς τη θεατρική και, παράλληλα, κοινωνιοκριτική της αποτελεσματικότητα– σύγχυση θεάματος και πραγματικότητας, ποίησης και ιστορίας, που κατόρθωσε ο Αριστοφάνης και η Αρχαία Κωμωδία γενικότερα. Στο κεφάλαιο αυτό η μονογραφία διανοίγεται διαλεκτικά προς το πεδίο της αρχαίας τραγωδίας, οι δραματικές «οπτικές» αναφορές και διδασκαλίες της οποίας και η σκηνική χρήση των προσωπείων από μέρους της οποίας αντιπαραβάλλονται και διαφοροποιούνται από τις αντίστοιχες χρήσεις από μέρους της κωμωδίας: «Αντίθετα με την τραγωδία, όπου το οπτικό ενδιαφέρον του θεατή επικεντρώνεται αποκλειστικά πάνω στη σκηνή, στην αττική κωμωδία το θέαμα μπορεί να επεκταθεί σε ολόκληρο το θέατρο. Έτσι, το βλέμμα και το προσωπείο συνδέονται στην κωμωδία, με μια σχέση αμφίδρομη, καθώς το προσωπείο λειτουργεί και ως κάτοπτρο: ενώ στην τραγωδία το προσωπείο μεταφέρει τον θεατή στον κόσμο του άλλου, στην κωμωδία, αντιθέτως, τον οδηγεί κατευθείαν σε μια παραμορφωτική εικόνα του εαυτού του, στο πλαίσιο μιας γκροτέσκας κοινωνίας» (σ. 288). Ένα αντιπροσωπευτικό παράθεμα από το εν λόγω κεφάλαιο της μονογραφίας, το οποίο προτείνει ένα ολοκληρωμένο ερμηνευτικό παράδειγμα και, ως εκ τούτου, δρομολογεί έναν εξαιρετικά γόνιμο διεπιστημονικό διάλογο ή και αντίλογο, ο οποίος θα ήταν ιδιαίτερα έντονος και καρποφόρος, εάν η μονογραφία μπορούσε να μεταφραστεί και να εκδοθεί σε μια πιο ισχυρή συγχρονικά γλώσσα από ό,τι η ελληνική.

Ακόμη, όμως, και αν η μονογραφία περιορίζεται αναπόφευκτα –και τουλάχιστον προς το παρόν– σε ένα ολιγάριθμο ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό, το παγκόσμιο αναγνωστικό φιλο-αριστοφανικό κοινό έχει και αυτό πολλά να αποκομίσει από αυτή καθαυτή τη γενναιόδωρη βιβλιογραφική εσοδεία της. Και μιλούμε όχι μόνο για τις πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές που εντάσσονται οργανικά στον κυρίως κορμό της εργασίας, αλλά και για τον αξιοθαύμαστο αριθμό των 200 ακριβώς σελίδων (σσ. 347-547) στις οποίες ανέρχεται η τελική Γενική Βιβλιογραφία, η οποία, όπως προλέγει ο συγγραφέας, προσφέρεται «προκειμένου να ικανοποιηθεί και ο πλέον απαιτητικός αναγνώστης καθώς και ο νέος ερευνητής» και «έχει αξιώσεις πληρότητας, είναι ξενόγλωσση και ελληνόγλωσση και περιλαμβάνει και τις εκδόσεις του 2015» (σ. 11): Συγκεντρωτικές εκδόσεις όλων των έργων, Εκδόσεις μεμονωμένων έργων, νεοελληνικές μεταφράσεις, ξενόγλωσσες μεταφράσεις (αγγλικές, γαλλικές, γερμανικές, ισπανικές, καταλανικές, πορτογαλικές, ιταλικές), εκδόσεις αποσπασμάτων, Σχόλια, Indices, Λεξικά, επιγραφικές πηγές, βιβλιογραφικές ανασκοπήσεις, μελέτες για τον Αριστοφάνη και την Αρχαία Κωμωδία, ιστότοποι (ένα μικρό εδώ μέρος, που μπορεί να συμπληρωθεί από το πλήθος των έγκυρων ηλεκτρονικών διευθύνσεων για ιστορικούς και φιλολόγους, που παραδίδει ο ίδιος συγγραφέας στο πρόσφατο επίσης βιβλίο του Η μεθοδολογία της επιστημονικής έρευνας στις ανθρωπιστικές επιστήμες, Καρδαμίτσα, 2016).

Με το βιβλίο του Θεόδωρου Παππά ο Αριστοφάνης επανασυστήνεται στο φιλολογικό, θεατρολογικό και θεατρόφιλο κοινό του, που είχε, έχει και θα έχει ανάγκη από τεκμηριωμένες και αναλυτικές συστάσεις για να μπορέσει να κατανοήσει ένα τόσο σύνθετο σημειωτικά και πολυφωνικό σημασιολογικά έργο, του οποίου ένα πολύ μικρό μερίδιο συνήθως διασώζεται και αναδεικνύεται κατά τις μεταφραστικές και σκηνικές εκσυγχρονισμένες μεταφορές του.

info: Θεόδωρος Γ. Παππάς, Αριστοφάνης. Ο ποιητής και το έργο του, Gutenberg, Αθήνα, 2016.

(*) H  Καίτη Διαμαντάκου είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών
Ε.Κ.Π.Α

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here