Ο Ανδρέας Κάλβος και ο Γουολτ Γουίτμαν στο Μανχάταν(Του Χρήστου Τσιάμη)

0
548

 

Του Χρήστου Τσιάμη (ανταπόκριση από το Μανχάταν)

 

Ο Ανδρέας Κάλβος και ο Γουόλτ Γουίτμαν συναντήθηκαν ένα βράδυ όταν το χιόνι, που έπεφτε όλη μέρα, είχε μακιγιάρει μ’ ένα άσπίλο άσπρο κάθε ψεγάδι στην όψη του Μανχάτταν, και είχε σιγάσει τους θορύβους της κυκλοφορίας στους δρόμους και στις λεωφόρους.  Ξάφνου, σ’ ένα δωμάτιο ανοίγει διάπλατα ένα παράθυρο, και τι θέα!  Οι δυο ποιητές μαζί!  Εκεί όπου η φαντασία μου τους κοιτάζει.  Τι παράταιρο ζευγάρι!  Ο ένας με μια σύντομη κοφτή φωνή, σχεδόν πνιχτή, κι ο άλλος με λόγο βιβλικό, μακρόσυρτο, που αγκαλιάζει το κάθε τι.  Θα σας εξιστορήσω εδώ πώς ακριβώς συναντήθηκαν στη σκέψη μου οι δυό.

Το φθινόπωρο είχα διαβάσει για μια όπερα που είχαν ανεβάσει στον περίφημο πρωτοποριακό χώρο Brooklyn Academy of Music (BAM).  Αυτή η όπερα, του νέου Αμερικανού συνθέτη Matthew Aucoin, με την ονομασία “Πέρασμα” (“Crossing”) είχε την πρεμιέρα της στην ΒΑΜ και βασιζόταν σε ένα βιβλιαράκι του Γουόλτ Γουίτμαν με αναμνήσεις του από τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο όπου ο Γουίτμαν είχε υπηρετήσει ως εθελοντής νοσοκόμος.  Προφανώς, ο Γουίτμαν γύρω στα 30 του, όταν ακόμα εργαζόταν ως δημοσιογράφος, και λίγα χρόνια πριν εκδώσει τα “Φύλλα Χλόης”, είχε αναπτύξει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την όπερα κα φαίνεται να είχε ξεχωριστόν θαυμασμό για την Ιταλίδα αοιδό Μαριέττα Αλμπόνι για την οποία υπάρχουν αναφορές στα γραπτά του, μέχρι και στα ποιήματα του.  Επομένως, η παρουσία των μικρών σχετικά κειμένων του υπό την μορφή όπερας ήταν ένας αρμόζων φόρος τιμής στον μεγάλο ποιητή.

Δεν ήταν όμως αυτό που μου κίνησε κυρίως την προσοχή όταν διάβαζα το σχετικό άρθρο.  Εκείνο που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν οι δηλώσεις σχετικά με τη μουσική στην ποίηση του Γουϊτμαν από έναν καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αϊοβα, διευθυντού του Αρχείου Γουόλτ Γουίτμαν στο Διαδίκτυο, και από τον ίδιο τον συνθέτη της όπερας.  Είχε πεί ο συνθέτης πως αν τα κείμενα δεν είχαν τη δραματικότητα που είχαν λόγω των αναφορών τους στα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου, δεν θα έκανε καν απόπειρα να τα μελοποιήσει γιατί, είπε, “υπάρχει τόσο πολλή μουσική μέσα τους ήδη.  Για να είναι ένα ποίημα ή ένα κείμενο κατάλληλο για μελοποίηση, θα πρέπει να υπάρχει κάτι το (μουσικώς) λανθάνον μέσα του, σαν το ξύλο που περιμένει την ανάφλεξη.  (Το κείμενο) δεν μπορεί να καταπνίξει τη μουσική, και του Γουίτμαν (τα κείμενα) αυτό κάνουν”.  Και ο καθηγητής της λογοτεχνίας συνέχισε λέγοντας πώς ο Γουίτμαν ουσιαστικά “γράφει μουσική με λέξεις επάνω στη σελίδα.  Είναι φοβερό, πόσοι συνθέτες οδηγούνται εκεί (υπολογίζεται ότι πάνω από 600 συνθέτες έχουν μελοποιήσει ποιήματα του), ενώ την εποχή του Γουίτμαν η γενική εντύπωση ήταν ότι επρόκειτο για έναν τρομακτικά άμουσον ποιητή!”

Οι παραπάνω δηλώσεις έφεραν αμέσως στον νού μου κάτι που μόλις είχα διαβάσει σε μια μικρή μελέτη του Ιταλού ελληνιστή Μάριο Βίττι.  Ενα πολύτιμο βιβλίο που είχα ανακαλύψει πέρυσι στις περιδιαβάσεις βιβλιοπωλείων που είναι παντα στο πρόγραμμα των καλοκαιρινών μου διακοπών.  Πρόκειται για το βιβλίο “Ο Κάλβος και η Εποχή του.”  Γράφει, λοιπόν, ο Μ. Βίττι για μια διάλεξη το 1827 στη Γενεύη (που ακολούθως δημοσιεύθηκε) για την ελληνική ποίηση την εποχή του Κάλβου (και του Σολωμού), από έναν κύριον Ιάκωβο Νερουλό.  Σε αυτή την εκτίμηση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης τότε, ο Νερουλός ενδιαφερόταν να προωθήσει την “δική του κάστα , τους Φαναριώτες”, κατά τον Βίττι, και έτσι “παρουσίαζε μιάν ιστορία της λογοτεχνίας που ευνοούσε ιδιαίτερα τους συγγραφείς της Κωνσταντινούπολης…”, που τότε ήταν το κέντρο της ελληνικής διανόησης.  Δεν μπορούσε όμως να αγνοήσει εντελώς τους δύο προαναφερθέντες ποιητές απ’ τα Επτάνησα (που ήταν η περιφέρεια) γιατί ήταν κατά τι γνωστοί εκεί στο εξωτερικό όπου είχαν ήδη κυκλοφορήσει ο πρώτος τόμος των «Ωδών» και ο «Υμνος εις την Ελευθερίαν».  Κι έτσι ο Νερουλός ‘απέρριψε’, μεταξύ άλλων, ‘τη μετρική’, δηλαδή τη μουσική, του Κάλβου ‘ως «αυθαίρετη» και αντίθετη προς την ελληνική παράδοση’.  (Κατά τον Βίττι πάντα, ‘η κρίση του για τον Σολωμό δεν ήταν λιγότερο δίβουλη’.)

Και κάπως έτσι συναντήθηκαν ο Κάλβος κι ο Γουίτμαν στη σκέψη μου.  Για κοίτα, είπα, πώς και στις δύο περιπτώσεις το «κέντρο», την εποχή τους, δεν είχε αυτί για τη διαφορετική μουσική των δυο αυτών μεγάλων ποιητών που μάγεψαν κατόπιν γενεές και γενεές στις ξεχωριστές γλώσσες τους και παραδόσεις.  Αν μου επιτραπεί μια προσωπική εμπειρία, ο Κάλβος είχε ασκήσει μιαν ανεξήγητη μαγεία επάνω μου από τα εφηβικά μου χρόνια, και αργότερα, στην Αμερική, όταν η τζαζ είχε αρχίσει να με πλημμυρίζει σιγά σιγά, διαπίστωνα μια συγγένεια στη μετρική του Κάλβου και στα μέτρα της bebop.  Κι έτσι, για μένα, ο Ελληνας ποιητής του 19ου αιώνα με προσέγγιζε με μια μουσική που έγινε πρωτοπορία σε μιαν άλλη χώρα εναν αιώνα αργότερα.  Και στην Αμερική περνάει επίσης καιρός για να ακούσουν του Γουίτμαν τη μουσική.  Γιατί;  Μήπως το εκάστοτε “κέντρο” της διανόησης κλείνεται σε χώρους αεροστεγείς όπου ακούει κι ευχαριστείται μόνο με την ηχώ της δικής τoυ φωνής (echo chambers);

Εδώ ο νούς μου πάει σε μιάν άλλη συνάντηση, αυτή τη φορά πραγματική και όχι νοητή, στο Μανχάτταν.  Ηταν στο διαμέρισμα του Νίκολα Κάλας, του Ελληνα ποιητή και κριτικού τέχνης στην Αμερική.  Είχαμε συζήτηση για την έρευνα του επάνω στον πίνακα-τρίπτυχο του Ιερώνυμου Μπός, «Ο Κήπος των Απολαύσεων», και εκείνη την εποχή μελετούσε επιμόνως τα έργα Ελλήνων της ελληνιστικής εποχής για να βρεί το κλειδί για την ερμηνεία του αινιγματικού αυτού πίνακα.  Θυμάμαι ότι ο Κάλας στα καλά καθούμενα μου είχε πεί ότι στον ελληνικό πολιτισμό πάντοτε «η περιφέρεια» προσέφερε τα μέγιστα.  (Δεν θυμάμαι αν είχε θέσει χρονικά όρια σε αυτή του την παρατήρηση, αν μιλούσε δηλαδή για τους ελληνιστικούς χρόνους ή για όλη την ελληνική περιπέτεια ανά τους αιώνες).  Κι εκεί που σκεφτόμουνα αυτά τυχαίνει και διαβάζω, αρχές του Δεκέμβρη που μας πέρασε, την εξής πρώτη φράση σε κριτική που είχε γράψει ο σύγχρονος αμερικάνος θεατρικός συγγραφέας Ντέϊβιντ Αϊβς (David Ives) για ένα  βιβλίο του Αγγλου θεατρικού Αλαν Μπένετ (Alan Bennett): «Η λογοτεχνία ενός έθνους τείνει να τρέφεται από την περιφέρεια».  Κι αναρωτήθηκα, λες νάναι αλήθεια;  Κι έτσι ξεκίνησα να κάνω μια γρήγορη περιήγηση στη γνωστή μου λογοτεχνία για να συλλέξω κάποια αρχικά στοιχεία.

Πρώτοι πρώτοι και καλύτεροι, βέβαια, οι τρείς μεγάλοι οι δικοί μας: ο Καβάφης, ο Σολωμός, ο Κάλβος.  (Είναι ιδιαίτερο προσοχής ότι ο τελευταίος γυρίζει στην Ελλάδα μετά την έκδοση των «Ωδών» και ζεί περίπου 25 χρόνια, πριν φύγει για Αγγλία, και η περίοδος αυτή είναι εντελώς στείρα ποιητικώς, ούτε ένα ποίημα.)  Ο Γουίτμαν επίσης γράφει έξω από το «κέντρο», όχι από άποψη γεωγραφική αλλά από άποψη πολιτισμική.  Εμφανίζεται στην ποίηση σχετικά αργά (στα τριάντα έξη του) και έρχεται χωρίς μια λογοτεχνική θητεία αλλά κάνει το πέρασμα απευθείας από την αντιποιητική κάστα της τοπικής δημοσιογραφίας.  Κι αν περάσουμε στον επόμενον αιώνα της Αμερικάνικης λογοτεχνίας, τι πλούτο βλέπουμε να προσφέρει η «περιφέρεια»!  Τα αριστουργήματα πεζογραφίας του Γουίλλιαμ Φώκνερ και της Φλάννερυ Ο’Κόννορ έρχονται από μικρές πολίχνες του Νότου.  Τα «Κάντος» του Εζρα Πάουντ έρχονται από την Ευρώπη, κι ο γιατρός Γουίλλιαμ Κάρλος Γουίλλιαμς δημιουργεί το σπουδαίο του έργο στη μικρή πόλη Πάτερσον, της πολιτείας του Νιού Τζέρσεϊ.  Η Σύλβια Πλαθ, η νεαρά αμερικανίδα, βρίσκει την ποιητική φωνή της στην Αγγλία και η άλλη σπουδαία ποιήτρια, η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, γράφει σιγά σιγά και μεθοδικά αριστουργήματα της αμερικανικής ποίησης στη Βραζιλία όπου ζεί σχεδόν τη μισή της ζωή.   Και στην Ευρώπη, έχουμε την περίπτωση των δυό μεγάλων Ιρλανδών: ο Τζέιμς Τζόυς αναδημιουργεί το Δουβλίνο του «Οδυσσέα» στο Παρίσι και στην Τριέστη.  Ο Μπέκετ γράφει τη μυθιστοριματική του «τριλογία» και τα έργα που θα αλλάξουν το θέατρο στη Γαλλία.  Αν περάσουμε στη Λατινική Αμερική,  βλέπουμε ότι ο μεγάλος ανανεωτής της νοτιαμερικανικής ποίησης, ο Νικαραγουανός Ρουμπέν Νταρίο, συνθέτει την επαναστατική συλλογή του «Μπλε » (“Azul”), πολύ μακριά από την πατρίδα του, στη Χιλή.  Οι μαγευτικές ιστορίες της Κολομβίας του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκεζ δημιουργούνται όταν πιά έχει φύγει από εκεί κι έχει εγκατασταθεί στην Πόλη του Μεξικού.  Ο Χούλιο Κορτάσαρ δημιουργεί τ’ αριστουργήματα του αφού εγκαταλείψει το Μπουένος Αϊρες και εγκαταστηθεί στο Παρίσι.  Τέλος ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, αποσύρεται δίς απ’ το «κέντρο» πριν βρεί τη φωνή που θα τον οδηγήσει στα μεγάλα έργα του που θ’ ανανεώσουν τη σύγχρονη λατινοαμερικανική γραφή.  Πρώτα αφήνει την πατρίδα του τη Χιλή και φτάνει στη μακρινή Πόλη του Μεξικού.  Εκεί εναντιώνεται στο «κέντρο» που έχει καταλάβει η ποίηση του Οκτάβιο Παθ και της…ακολουθίας του.  Κι έτσι ο Μπολάνιο αφήνει το «κέντρο» εκείνο (και την ποίηση) και δημιουργεί τις φοβερές ιστορίες του για το Μεξικό στη μακρινή Καταλονία!  Τέλος, για να επιστρέψουμε στη σημερινή Αμερική, παρατηρούμε ότι μερικά από τα πιό σημαντικά λογοτεχνικά έργα της χώρας αυτής εξακολουθούν να έρχονται από τη γεωγραφική περιφέρεια: απ’ τον βορρά οι ιστορίες του Τζόρτζ Σώντερς κι από τον Νότο του Κόρμακ Μακάρθυ.

Από τα παραπάνω φαίνεται πως υπάρχουν αρκετά στοιχεία που δείχνουν πόσο  συμβάλλει η περιφέρεια στις λογοτεχνίες διαφόρων λαών.  Επιπλέον, θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι η περιφέρεια τείνει να προσφέρει ιδιάζουσες τάσεις.  Στα παιχνίδια εξουσίας, το «κέντρο» είτε αγνοεί την περιφέρεια είτε, ακόμα χειρότερα, κρατάει μια θέση πατερναλιστική απέναντι της.  Ομως, σε πολλές περιπτώσεις, ενώ το «κέντρο» φουσκώνει και φουσκώνει με τον αέρα της σπουδαιότητας του εαυτού, η τέχνη φαίνεται να δυναμώνει ανύποπτα κάπου αλλού.  Αν κάναμε μια απόπειρα να μεταφέρουμε τα παραπάνω στα καθ’ ημάς, μήπως θα έπρεπε να ρωτάμε: τι γράφουν άραγες στην Ξάνθη, στην Αρτα, στην Καλαμάτα, στην Κύπρο, στην Κρήτη, στον Πύργο της Ηλείας;  Σε κάποιες πόλεις της Γερμανίας;

Μακριά μας πήρε η σκέψη όμως…Είχα αρχίσει με τον Γουίτμαν και τον Κάλβο.  Ο Ανδρέας Κάλβος και ο Γουόλτ Γουίτμαν, με επισκέπτονται συχνά, χώρια, επί χρόνια τώρα, συνομιλούν μαζί μου στις γλώσσες τους και μου χαρίζουν πολύτιμα δώρα.  Αυτή ήταν η πρώτη φορά που αντάμωσαν στου νού μου τα κατατόπια, από μια συγκυρία.  Μπορούσα να αφήσω να πάει χαμένη η ευκαιρία;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here