Ο έρωτας επιθυμεί αυτό που δεν έχει (του Κώστα Καλημέρη)

0
438

του Κώστα Καλημέρη

 

 

 

Στη νουβέλα του ο Ανδρέας Μήτσου αξιοποιεί τρεις διαφορετικές δυνατότητες της μυθιστορηματικής γραφής. Αρχίζει με ένα αφηγητή να διηγείται μια ιστορία. Συνεχίζει με ένα ήρωα, τον ανθυπασπιστή Μπεκιάρη, να περιγράφει μια ιστορία (που προτιμά να την γράφει, παρά να την λέει προφορικά, για να ελέγχει πιστά την πορεία της), και βασανίζει τον αφηγητή, αναγκάζοντάς τον να σκέφτεται την ιστορία, προσπαθώντας να ξετυλίξει το μπερδεμένο κουβάρι της και να προλάβει τις συνέπειες, αφού υποψιάζεται ότι είναι ήδη μπλεγμένος σ’ αυτήν.

Εδώ, λοιπόν, έχουμε εγκιβωτισμένες ιστορίες και αλληλοεμπλοκές, έχουμε ήρωες που διαπλέκονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η αστυνομικού τύπου υπαρξιακή ιστορία, να μην ξεπέφτει ποτέ στις ιδέες και στη σκέψη, μακριά ,δηλαδή, απ’ το έργο. Ο Μήτσου το κάνει πολύ καλά, αποφεύγοντας τη γραφομανία κι έτσι  κρατάει  τη σκέψη και την αγωνία μέσα στην πλοκή, φέρνοντας με ρίσκο πολύ κοντά την λύπη με την αστειότητα και την ειρωνεία με τον σαρκασμό. Ο τρόπος που επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του είναι επίσης σημαδιακός. Ο ανθυπασπιστής Μπεκιάρης, μισομορφωμένος , αλλά σπουδαίο λαγωνικό της Βασιλικής Χωροφυλακής, επί χούντας, με το παρατσούκλι Σέρλοκ ο ψείρας,ήταν μανιώδης αναγνώστης αστυνομικών βιβλίων, Ντόυλ, Σιμενόν, Κρίστι, Τσάντλερ, Χάμετ, αλλά σαν σπαστικός υπηρεσιάκιας μας δίνει με το μπλέξιμό του σε μια ιστορία ερωτική ένα παράδειγμα ενός ανθρώπου-Κιτς και μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσία ,  στην οποία ο έρωτας και η εμμονή στην διαλεύκανση αστυνομικών υποθέσεων μοιάζουν πολύ,  γιατί κοινός τους παρανομαστής είναι η τέχνη του ευτελούς, όπου φαίνεται υπόγεια και υπονομευμένα ο ίδιος ο συγγραφέας εντάσσει και την γραφή, φέρνοντάς την αντιμέτωπη με την ίδια τη ζωή.

Ο Ανδρέας Μήτσου παίζει αβίαστα και η νουβέλα τραβάει την προσοχή του αναγνώστη χωρίς να γίνεται “κανονική” αστυνομική, αλλά σαρκαστική, γιατί παίζοντας με την ρομαντική αισθηματολογία, στήνει τη βιογραφία τεσσάρων προσώπων, του Αφηγητή, του Μπεκιάρη, της Ευτέρπης (το εργαλείο του έρωτα-φόνου) και της ερωτικής συντρόφου της,της Γκαλίνα, μεγάλης στην ηλικία και σκοτεινής οικιακής βοηθού της Ευτέρπης, αναδεικνύοντας την “αστυνομική” πλευρά των καθημερινών σχέσεων ,όπου το καθήκον, η συμπόνοια, το αίσθημα , η ίντριγκα, ο ερεθισμός και η καύλα συγχέονται, δημιουργώντας ξέστρωτους χαρακτήρες στη ζωή και τη γραφή.

Αυτή η ιστορία, που ξεκινάει απ’ τα χρόνια της χούντας και πλησιάζει στις μέρες μας, παρουσιάζει περσόνες των οποίων οι βιογραφίες μέσα από την πλοκή οδηγούν στην κατάρρευση βεβαιοτήτων, συγχέοντας το υπερλογικό με την πραγματικότητα και τον απλοϊκό εμπειρισμό με το τέχνασμα. Το παιχνίδι της βιογράφισης καταντά πλαστογραφία, μέσα σε ένα ντελίριο εγωτισμού στηριγμένο στη διαδραστικότητα των ηρώων.

Στον Μήτσου και κύρια στη Γκαλίνα η αγάπη και ο έρωτας αντιπροσωπεύουν βίαια την ανισορροπία του κενού. Έρωτας είναι ό,τι αγαπάμε χωρίς βάσιμο λόγο, λέει κάπου η Ευτέρπη, σα να υποστηρίζει ότι τελικά ζούμε και πεθαίνουμε χωρίς να ξέρουμε τί ζήσαμε.” Το παρόν μας είναι η μνήμη. Αυτή μόνο έχουμε να διαχειριστούμε. Το χτες είναι το μόνο μέλλον μας. Η προσμονή ότι θα ξυπνήσει κάποτε”. Έρωτας, λοιπόν και απώλεια, μια απώλεια που μετά από 34 χρόνια ο ανθυπασπιστής Μπεκιάρης θέλησε να διηγηθεί στον παλιό και νεότερο συνάδελφό του , ο οποίος όμως είχε γίνει συγγραφέας.

Τελικό προιόν αυτής της νουβέλας είναι πως με σχετικά ανάλαφρο τρόπο και αρκετή αγωνία, κανείς αναγνώστης, αλλά και ήρωας του βιβλίου,  δεν είναι σίγουρος ποιος το έγραψε και ποιός για λογαριασμό ποιανού επινόησε τους άλλους ήρωες. Όπως ο έρωτας εξηγείται με άλλο έρωτα, έτσι και μια ιστορία ερμηνεύεται με την εμπλοκή της σε μια άλλη ιστορία, έτσι και το αστυνομικό δαιμόνιο του Μπεκιάρη,του ανέραστου, του άγαμου, που γλιστράει μέσα στην ερωτική αγκαλιά της Ευτέρπης, γίνεται , ένα λαγωνικό που πιάνεται από τη μύτη, χάνοντας τον απόλυτο έλεγχο για τον οποίο φημιζόταν υπηρεσιακά.

Η νουβέλα του Μήτσου αφήνει υπονοούμενα για τον θλιβερό ρόλο της φιλίας, αφού ο ανθυπασπιστής εμπιστεύεται πονηρά την ιστορία του στον φίλο που ποτέ δεν αξιώθηκε να έχει, είναι μια κριτική στον γραπτό λόγο, αφού ο προφορικός είναι αυτοσχέδιος και επιπόλαιος και  φέρνει στην επιφάνεια ,χωρίς να ξεφεύγει από το θέμα του, τη λεσβιακή σχέση της Ευτέρπης με την Γκαλίνα, κι έτσι το θέμα της εμφυλότητας, της ελεύθερης διάθεσης του σώματος στον έρωτα και της ίντριγκας, που απειλεί να καταβροχθίσει και τους καλύτερους ντετέκτιβ ή εραστές.

Όλη η νουβέλα παίζει ανάμεσα στον υποτίθεται γραπτό λόγο και τον φόβο του προφορικού, με την έννοια πως ο τελευταίος μας υποκινεί ύπουλα να αφεθούμε στο ρεύμα της γλώσσας, να βγεί το απωθημένο στην επιφάνεια, ενώ το γραπτό κυριολεκτεί, απέχει, ουδετεροποιεί, μοιάζει με υπηρεσιακή υπόθεση.Όμως και στη μια περίπτωση και στην άλλη βρισκόμαστε πιασμένοι στα δίχτυα της γλώσσας και της γλώσσας του αισθήματος και του σώματος.

Ο Ανδρέας Μήτσου σε όλα του τα έργα ασχολείται άφοβα,άγρια,με τα μελανά σημεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ψάχνει την απορία,την τύφλωση,το αδιέξοδο,την εκκρεμότητα,αδιαφορεί για την αριθμητική της ζωής και σε αυτή τη νουβέλα με κάποιο τρόπο μας υπενθιμίζει πως το σώμα του έρωτα είναι κομμάτι του ασυνείδητου.Οτιδήποτε κλειστεί στον εαυτό του,κινδυνεύει με ενδόρρηξη.Το ανικανοποίητο και η ασύνειδη δυσαρέσκεια φλερτάρουν συνεχώς με την παρέκκλιση, την τρέλα, την παραφορά, τον εκτροχιασμό και το άδειασμα. Και στη Γκαλίνα στοιχειοθετεί το κωμικό της Ιστορίας και το κωμικό της Σεξουαλικότητας.

Η Γκαλίνα του Μήτσου παρωδεί την “αστυνομικότητα”.Η άποψή μου είναι πως αδιαφορώντας για την γελοιότητα της χούντας και το κυνήγι των μαγισσών, παίζει με “το σχεδόν τυχαία” της ανθρώπινης ύπαρξης, οδηγώντας μια απλή ιστορία σε μια “ζωή εν κινήσει”, δηλαδή εκεί που κυριαρχούν οι μορφές του άμετρου και του τραγικά ειρωνικού.

Η νουβέλα αυτή έχει θέμα, πλοκή, πρόσωπα πειστικά, καταστάσεις, διαλόγους, ρυθμό ασίγαστο, νησίδες και απροσδόκητα. Κάνει, ‘όμως, αυτό που ισχυρίζεται ο Πολ Όστερ, καταδικάζοντας το αυστηρό αστυνομικό ,ότι είναι ένα είδος που αδιαφορεί για τα βάσανα των ηρώων  και ασχολείται μόνο με το ποιος είναι ο δολοφόνος. Στη Γκαλίνα, από ένα σημείο κι έπειτα, ο αστυνομικός έχει πάψει να συμπεριφέρεται σαν μπάτσος. Είναι ένας άντρας που τον ανέλαβε η αστυνομία του έρωτα.

Ο Μπεκιάρης ψάχνει τον “εντελώς Άλλο και Άλλη”, και μέσα σε μια νεύρωση μεταβίβασης θέλει με αγωνία να μπει σε ένα έργο,ένα κείμενο, ταυτίζοντας τον εαυτό του με ένα σύγχρονο άντρα που πάσχει, γερνάει, αναζητάει τον έρωτα, θέλει να ενσαρκωθεί, ζει το χάος της ζωής, βλέποντας ότι το ” έμφυλος ”   γίνεται ” εμφύλιος” .

Γλιστρώντας μέσα από τα έμφυλα κατασκευασμένα  καλούπια, συμφωνεί άθελα και άηχα  με τα υπόλοιπα πρόσωπα  του έργου στο συμπέρασμα του συγγραφέα και του αφηγητή, ότι “έρχεται κάποια στιγμή που πέφτουμε πάνω στον εαυτό μας, πάντα μετά από μια μεγάλη τρεχάλα, από ένα άγριο κυνηγητό. Από ένα δυνατό χτύπημα κατακούτελα. Τότε, θέλουμε δε θέλουμε, μπαίνουμε στο παιχνίδι. Τότε ζούμε”. Αν ο έρωτας επιθυμεί αυτό που δεν έχει, η νουβέλα του Μήτσου μας δείχνει “οτι ο έρωτας δεν είναι ποτέ του ενός…τον περνάει κι όποιος τον ακούει”, ή τον διαβάζει. Χωρίς τέλος, γιατί στο τέλος της νουβέλας υπάρχει μία έκπληξη, που δείχνει πως η ζωή είναι μια σκυταλοδρομία χωρίς νικητή.

 

info: Ανδρέα Μήτσου ,”Γκαλίνα,η σκοτεινή οικιακή βοηθός”, εκδ. Καστανιώτη

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here