Ο άνεμος σφυρίζει ακόμα στην Κουπέλα  (του Χρήστου Δανιήλ)

0
414

 

του Χρήστου Δανιήλ

 

Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα το πρώτο μυθιστόρημα του Θανάση Τριαρίδη κυκλοφόρησε αρχικά το 2000 από τις εκδόσεις Πατάκη αποσπώντας πολύ θετικές κριτικές και γνωρίζοντας εκδοτική επιτυχία. Με το βιβλίο αυτό ο Τριαρίδης ήταν υποψήφιος για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Διαβάζω. Έπειτα όμως από τρεις εκδόσεις το βιβλίο αποσύρθηκε από την κυκλοφορία και επανακυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Δήγμα, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να προσφέρεται από τον διαδικτυακό τόπο του συγγραφέα του «ελεύθερο από κάθε πνευματικό δικαίωμα» (εδώ). Τον Απρίλιο του 2018 το βιβλίο επέστρεψε στον αρχικό του εκδότη και παρουσιάζεται εκ νέου στο αναγνωστικό κοινό σε μια τελική, ξαναδουλεμένη έκδοση.

Δύο είναι οι βασικές διαφοροποιήσεις της νέας έκδοσης από την αρχική, εκτός βέβαια από τη διόρθωση ορισμένων τυπογραφικών αβλεψιών. Η πρώτη είναι η κατάτμηση του βιβλίου σε 66 κεφάλαια, επιλογή που διευκολύνει κατά πολύ την ανάγνωσή του, καθώς η αρχική διαίρεση σε πέντε μόνο μέρη, σε συνδυασμό με την  πληθωρική γραφή του Τριαρίδη (π.χ. παράγραφοι έκτασης έως και 10 σελίδων), δημιουργούσαν αντικειμενικά προσκόμματα στην ανάγνωσή του. Η δεύτερη, η προσθήκη ενός εννιασέλιδου Επιμέτρου με αποσπάσματα από κριτικές που έχουν γραφεί για το βιβλίο, δηλωτικές του ενδιαφέροντος της κριτικής γι’ αυτό (μεταξύ άλλων τα κείμενα υπογράφουν οι Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Ευριπίδης Γαραντούδης, Ισίδωρος Ζουργός, Μάρη Θεοδοσοπούλου, Μάνος Κοντολέων, Μάκης Πανώριος, Ντίνος Σιώτης).

Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η γοητευτική και μυστηριώδης Δομένικα Φραντζή, δασκάλα στο 105ο δημοτικό σχολείο μιας πόλης που αν και δεν κατονομάζεται (αναφέρεται ως Καστρούπολη) παραπέμπει στη Θεσσαλονίκη. Τη συνάντηση της δασκάλας και τη σχέση που αναπτύσσεται με τους μαθητές της αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και σε μεταγενέστερο χρόνο ο αφηγητής του βιβλίου, ένας από τους μαθητές της Φραντζή. Μέσα από εγκιβωτισμένες αφηγήσεις παρουσιάζεται επίσης η ιστορία της οικογένειας της Δομένικας, η ζωή της, από τη στιγμή της σύλληψής της ακόμη, αλλά και των προγόνων της, καθώς και άλλες προγενέστερες ιστορίες που σχετίζονται είτε με τα πρόσωπα είτε με τον τόπο που διαδραματίζεται η ιστορία. Δεν πρόκειται όμως για μια νοσταλγική ή ωραιοποιημένη αναπόληση των παιδικών χρόνων του αφηγητή, για μια εξιδανικευμένη εξιστόρηση των μαθητικών εμπειριών του. Κάθε άλλο. Το βιβλίο ξεκινά με την είδηση του θανάτου της δασκάλας, την αναζήτηση του πτώματός της, την εύρεσή του από τους μαθητές· τα όσα ακολουθούν, στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου, εισάγουν τον αναγνώστη σε έναν εντελώς παράδοξο, ανόσιο και ζοφερό κόσμο μαγείας και λαγνείας· ο αναγνώστης του βιβλίου, στο πρώτο κεφάλαιο, το οποίο λειτουργεί κυριολεκτικά εισαγωγικά στο κλίμα του βιβλίου, έρχεται αντιμέτωπος με ναρκομανείς παπάδες, κλοπές πτωμάτων, ομοφυλόφιλους έρωτες, μαγικά ξόρκια και κατάρες, με κεντρικούς πρωταγωνιστές, ας μην το ξεχνάμε, οκτάχρονα παιδιά. Κεντρικό τοπόσημο του βιβλίου και του παράδοξου κλίματός του ο λόφος της Κουπέλας, ένας λόφος κατάφυτος από αμυγδαλιές που σχηματίστηκε από τα νεκρά κορμιά εκατοντάδων λεπρών που προσφέρει χώρο φιλοξενίας στα πιο ανομολόγητα πάθη των ανθρώπων.

Το βιβλίο, σύμφωνα με την κριτική (ανθολόγηση των κριτικών υπάρχει και εδώ), κινείται στο πλαίσιο του μαγικού ρεαλισμού· είναι ένα ζοφερό παραμύθι ερωτικής αφύπνισης, ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει τον λυρικό αισθησιασμό, την αφέλεια του παραμυθιού, την υπερβολή του αισθητισμού και το άνθος της νοσηρότητας επιχειρώντας μια αποδόμηση του παραμυθιού. Η διαχείριση του παράδοξου, του αφύσικου, του φανταστικού και η συνύπαρξή τους με το πραγματικό και το καθημερινό, όπως και οι αφηγηματικές αρετές του συγγραφέα είναι τα βασικότερα στοιχεία που συντελούν, σύμφωνα με την κριτική, στη θετική αποτίμηση του έργου. Τα δίπολα έρωτας/θάνατος και καλό/κακό αναδεικνύονται ως οι βασικότεροι θεματικοί άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται το έργο. Το βιβλίο αποτέλεσε επίσης αντικείμενο πανεπιστημιακής έρευνας σε μεταπτυχιακό επίπεδο· την ιδιαίτερη σχέση του με τις ευαγγελικές ιστορίες ανέπτυξε με την διπλωματική της η Γαλάτεια Βασιλειάδου υποστηρίζοντας πως ο Τριαρίδης σε αυτό ανακατασκευάζει αντίστροφα τις ευαγγελικές αφηγήσεις (εδώ). Άλλωστε ο αφηγητής υπήρξε μαθητής της δασκάλας και, ως άλλος ευαγγελιστής, καταγράφει τη ζωή της Κυρίας του (η οποία μάλιστα προοριζόταν να φιλοξενήσει στο σώμα της το απόλυτο Κακό).

Κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο Τριαρίδης συνδυάζει το μαγικό και το παράδοξο στοιχείο του έργο του με το ρεαλιστικό. Η αφήγηση είναι εξονυχιστικά προσεγμένη, λογικά οργανωμένη. Ο αφηγητής επικαλείται συνεχώς τεκμήρια και μαρτυρίες, διασταυρώνει πηγές, παραθέτει συνεχώς χρονολογικές σημάνσεις και λεπτομερείς πληροφορίες για τον τόπο. Η παράθεση όμως τόσων εξονυχιστικών λεπτομερειών της πραγματικότητας αν και φαινομενικά υπηρετεί την αισθητική κατηγορία της ρεαλιστικής αντικειμενικότητας επιτελεί τελικά το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα· την υπέρβαση δηλαδή του ρεαλισμού. Για παράδειγμα, ελάχιστα ενδιαφέρει εάν ήταν ή δεν ήταν Οκτώβριος του 1975, εάν η μέρα ήταν ή δεν ήταν συννεφιασμένη,  όταν οι μαθητές της πρώτης τάξης του 105ου δημοτικού σχολείου είδαν από το ματωμένο μαντήλι της δασκάλας τους να γεννιούνται αναρίθμητες κόκκινες πασχαλίτσες που ακολουθώντας γραμμή η μία πίσω από την άλλη ανέβηκαν πρώτα την κοιλιά, έπειτα το στέρνο, πέρασαν το λαιμό και στη συνέχεια μαζεύτηκαν στα χείλη της κυρίας Δομένικας για να εξαφανιστούν μέσα στο στόμα της, ενώ μάλιστα η ίδια ατάραχη συνέχισε να τραγουδάει ένα παιδικό τραγουδάκι· εκείνο που ενδιαφέρει είναι αυτό καθ’ αυτό το γεγονός.

Ο Τριαρίδης ευφυώς έπειτα από το καταιγιστικό σε δράση και πληροφορίες πρώτο μέρος του βιβλίου επιβραδύνει την αφήγηση στο εκτενές δεύτερο μέρος και παρουσιάζει αναδρομικά τη σχέση της δασκάλας με τους μαθητές της από την πρώτη μέρα που αυτοί πήγαν στο σχολείο, εξάχρονοι μαθητές της πρώτης δημοτικού. Η επαφή των μαθητών με το παράδοξο και μαγικό στοιχείο που συνοδεύει τη δασκάλα τους γίνεται σταδιακά, κατ’ επέκταση σταδιακά συντελείται και η επαφή των αναγνωστών με αυτό. Έπειτα από το αρχικό ξάφνιασμα του πρώτου μέρους, το δεύτερο μέρος προσφέρει το απαραίτητο στάδιο προετοιμασίας, εξοικείωσης και μύησης σε έναν υπερφυσικό, ένα μαγικό παράλληλο κόσμο που παρουσιάζει η δασκάλα στους μαθητές της. Κι όταν η μύηση έχει ολοκληρωθεί, οι όποιες ενστάσεις έχουν καμφθεί και η περιέργεια και η αγωνία έχουν κορυφωθεί, οι μαθητές (μαζί και οι αναγνώστες) πληροφορούνται στη συνέχεια του βιβλίου μια σειρά από συγκλονιστικά παράδοξα γεγονότα, με κορυφαίο την ιστορία της γιαγιάς της δασκάλας, της μάγισσας Μπαρμπακούλας, και την απόπειρα  ενανθρώπισης του διαβόλου στο σώμα ενός αγέννητου παιδιού που αργότερα θα λάβει το όνομα  Δομένικα Φραντζή.

Και είναι αυτή η διάσταση του έργου προς το μυστήριο και το υπερφυσικό, το σκοτεινό και το νοσηρό, που σε συνδυασμό με τον έντονο συναισθηματισμό και τις συγκινησιακές εντάσεις, την πλούσια φαντασία και τον κυρίαρχο ρόλο της φύσης που επιτρέπουν την σύνδεση του έργου, εκτός του μαγικού ρεαλισμού όπως έχει ήδη επισημανθεί από την κριτική, με τις ιστορίες μυστηρίου και έρωτα του ρομαντισμού, ακόμη και με το γοτθικό μυθιστόρημα. Ταυτόχρονα όμως το βιβλίο διαθέτει και μια άλλη διάσταση: στις σελίδες του παρακολουθούμε την ιστορία μιας παρέας αγοριών από την πρώτη μέρα τους στο δημοτικό σχολείο έως λίγα χρόνια αργότερα. Στα χρόνια αυτά τα αρχικώς ανυποψίαστα και αθώα παιδιά βιώνουν με τρόπο συμπυκνωμένο και καταιγιστικό καταστάσεις και συναισθήματα που δεν συνάδουν με την ηλικία τους, έρχονται αντιμέτωπα με τον έρωτα και τον θάνατο, τα πάθη και τα λάθη των ενηλίκων, γνωρίζουν το καλό και κακό, προσπαθούν να βρουν το ρόλο και τη θέση τους στη ζωή, μαθαίνουν να διακρίνουν την αξία και τη μαγεία της. Με άλλα λόγια μεγαλώνουν. Υπό αυτή την έννοια, προσωπικά εξέλαβα το βιβλίο του Τριαρίδη ως μια ιδιότυπη, μια καινότροπη, αρκετά προκλητική και βέβηλη ίσως εκδοχή του bildungsroman, ως την κατάθεση δηλαδή της δικής του εκδοχής για ένα αντισυμβατικό μυθιστόρημα διαμόρφωσης.

 

Ο Άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, είναι το πρώτο μυθιστόρημα ενός πληθωρικού, ανήσυχου και αντισυμβατικού, όπως αποδεικνύεται και στη συνέχεια, συγγραφέα. Διαθέτει την ορμή και το πάθος, ίσως και το θράσος και την αυταρέσκεια, που (θα έπρεπε να) χαρακτηρίζει τις πρώτες γραφές χαρισματικών συγγραφέων. Διαθέτει αρετές και διαστάσεις που το καθιστούν απολαυστικό στην ανάγνωση και πλούσιο στον προβληματισμό που προσφέρει· ο Τριαρίδης φροντίζει να δείχνει τις επιδράσεις και της επιρροές του, τις συνθέτει όμως παραγωγικά και προσφέρει τη δική του ιδιαίτερη συγγραφική πρόταση. Ασφαλώς και το βιβλίο έχει στιγμές αδυναμίας, στιγμές αναίτιων επαναλήψεων και άστοχων παρεκβάσεων, οι οποίες όμως δεν υπονομεύουν το τελικό αποτέλεσμα. Το μαγικό στοιχείο του έργου είναι αυτό που από την αρχή, και ορθώς, κέρδισε το ενδιαφέρον των αναγνωστών και των κριτικών.  Ο συνδυασμός αυτού του στοιχείου με την «μαγική» παιδική ηλικία των ηρώων του είναι αυτός που απογείωσε το αποτέλεσμα (άλλωστε στα δύο αυτά στοιχεία βασίστηκε και η επιτυχημένη, αλλά άλλων κατευθύνσεων, σειρά βιβλίων της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ που την ίδια περίπου εποχή άρχισε να δημοσιεύεται και στην Ελλάδα). Γνώμη μου όμως είναι πως υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο, το οποίο δεν αναδείχθηκε όσο θα έπρεπε, που προσδίδει στο βιβλίο μια επιπλέον διάσταση και συντελεί στη θετική πρόσληψή του. Αναφέρομαι στην επιλογή του αφηγητή· αφηγητής είναι ένα από τα παιδιά/ήρωες του βιβλίου, το μοναδικό που δεν γνωρίζουμε το όνομά του, σε μεγαλύτερη όμως ηλικία (οφειλή στην Eroica😉 ο οποίος αφηγείται την ιστορία πότε υιοθετώντας την οπτική του αθώου(;) παιδιού που κάποτε υπήρξε και πότε με τη γνώση(;) του ενήλικα. Και ολόκληρη η αφήγηση διαθέτει μια αμεσότητα καθώς απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο, στην αγαπημένη του αφηγητή. Επομένως ολόκληρη η αφήγηση, ολόκληρη η απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Δομένικας Φραντζή και της άσπλαχνης γιαγιάς της, καθώς και των μαθητών της, με τα πάθη, τα μυστήρια, τους θανάτους και τους έρωτες, τα παράδοξα και τα μαγικά που συντελέστηκαν, θα πρέπει να εκληφθεί ως ένας λόγος με συγκεκριμένο αποδέκτη, ως μια ερωτική προσφορά προς ένα συγκεκριμένο αγαπημένο πρόσωπο. Ίσως για το λόγο αυτό, και παρά το υπερφυσικό του θέματος, η αφήγηση δεν στοχεύει στην πρόκληση φόβου. Αντιθέτως, σε πολλά σημεία η αφήγηση διαθέτει, χωρίς να χάνει τον ρυθμό και την έντασή της, μια λυρικότητα και μια αισθαντικότητα που προσδίδει στο έργο μια έντονη ποιητική διάσταση. Ο λόγος του έργου είναι ένας λόγος παράδοξος και καταιγιστικός, υπερβολικός και απόλυτος, ένας λόγος μαγεμένος και ποιητικός, με άλλα λόγια είναι ένας λόγος ερωτικός.

 

 

info: Θανάσης Τριαρίδης, Ο άνεμος σφυρίζει ακόμα στην Κουπέλα, Εκδ. Πατάκη, 2018.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here