Οφέλη και αδυναμίες ενός “χαμένου Νόμπελ” (του Χρήστου Δανιήλ)

0
1188
Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige Levi και τον αδελφό της Doro Levi στη Φλωρεντία. Οκτώβριος 1926.

Χρήστος Δανιήλ (*)

Κοντεύει σχεδόν ένας χρόνος από την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα Το Χαμένο Νόμπελ, μια αληθινή ιστορία, και το βιβλίο έχει ήδη διαγράψει μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα πορεία. Έχει αξιολογηθεί θετικά από πολλούς και αξιόλογους κριτικούς (βλέπε ενδεικτικά τις κριτικές που συμπεριλαμβάνονται στην οικεία σελίδα της Biblionet), ενώ γνωρίζει ιδιαίτερη απήχηση και στο αναγνωστικό κοινό, και δεν εννοώ μόνο από άποψη κυκλοφορίας (πάντως τα 6.500 αντίτυπα που έχουν διατεθεί έως τώρα, για ένα μη μυθοπλαστικό βιβλίο σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, το καθιστούν ως ένα από τα πλέον επιτυχημένα βιβλία της χρονιάς). Το παραπάνω επίτευγμα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τυχαίο. Ο Αρκουδέας έχει μια συνεχή και συνεπή παρουσία στα νεοελληνικά γράμματα από το 1986, οπότε και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ας’ τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει. Εάν μετρώ σωστά, το Χαμένο Νόμπελ είναι το δέκατο έβδομο βιβλίο του και, κατά τη γνώμη μου, το πιο φιλόδοξο και το πιο πολυεπίπεδο από όλα. Σπεύδω να προσημειώσω πως το τελικό αποτέλεσμα δείχνει να δικαιώνει τον δημιουργό του.

Ο Αρκουδέας ευτύχισε να επιλέξει ως βασικό θέμα του βιβλίου του ένα άκρως ενδιαφέρον θέμα: το Νόμπελ Λογοτεχνίας που θα κέρδιζε ο Καζαντζάκης και πώς τελικά αυτό δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει και ο επιτυχημένος (και εμπορικά) τίτλος. Πως δηλαδή ο Καζαντζάκης είχε αυξημένες πιθανότητες (για τον Αρκουδέα βεβαιότητα) να κερδίσει το Νόμπελ, αλλά τελικά αυτό, για λόγους που παρουσιάζονται στο βιβλίο, χάθηκε. Ο επεξηγηματικός υπότιτλος, Μια αληθινή ιστορία, εξάπτει το ενδιαφέρον του πιθανού αναγνώστη: δεν πρόκειται για προϊόν μυθοπλασίας, αλλά για την παράθεση μια αληθινής ιστορίας. Το όνομα του Καζαντζάκη, μάλιστα, δεν αναφέρεται πουθενά στον τίτλο του βιβλίου. Η φιγούρα του δεσπόζει εικαστικά στο εξώφυλλο και ο αναγνώστης προχωρά μόνος του στη σύνδεση: χαμένο Νόμπελ-Καζαντζάκης.

Ο χαρακτηρισμός χαμένο εμπεριέχει ένα είδος μυστηρίου, υπονοεί πιθανώς μια συνωμοσία, μια πλεκτάνη, στοιχεία δηλαδή που καθιστούν την αληθινή ιστορία θελκτική στους αναγνώστες. Η αναγνώριση και το κύρος που συνοδεύουν το βραβείο Νόμπελ, την ύψιστη λογοτεχνική διάκριση παγκοσμίως, καθιστούν αυτήν την ιστορία μυστηρίου ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Τα περί βραβεύσεων, επιλογών των επιτροπών, σκεπτικού και σκοπιμοτήτων που πιθανώς αυτές υποκρύπτουν, όπως αποδείχθηκε και πολύ πρόσφατα με την επιλογή της επιτροπής να τιμήσει με το κορυφαίο βραβείο τον τραγουδοποιό και ποιητή Bob Dylan, αποτελούν προνομιακό πεδίο τόσο για τους συγγραφείς όσο και για το φιλότεχνο αναγνωστικό κοινό. Ταυτόχρονα, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου του Αρκουδέα, ο Νίκος Καζαντζάκης, είναι ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα και ταυτόχρονα μυθοποιημένα πρόσωπα της ελληνικής πνευματικής ζωής. Πρόκειται για τον πλέον γνωστό και διαβασμένο Έλληνα πεζογράφο παγκοσμίως, η ζωή του οποίου συνδέεται, ακόμη και στις μέρες μας, με μια σειρά από μύθους π.χ. ο αφορισμός από την εκκλησία, η σχέση του με τις γυναίκες. Η αμηχανία ή και η αποσιώπηση του έργου του Καζαντζάκη από τους κριτικούς και τους μελετητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας (σε κάθε περίπτωση η προσοχή που δόθηκε στο έργο του είναι δυσανάλογα μικρότερη της εμβέλειας και της απήχησής του) προσθέτουν μια ακόμη ενδιαφέρουσα παράμετρο στο φαινόμενο Καζαντζάκης. Όλα τα παραπάνω ζητήματα αποτελούν αντικείμενο συζήτησης στου έργο του Αρκουδέα.

Ο Αρκουδέας ορθώς επέλεξε να διαπραγματευτεί το βασικό του θέμα όχι με τη συμβατική μορφή μιας μυθοπλαστικής ανάπλασης αλλά να ενσωματώσει στο έργο του στοιχεία από διάφορα είδη λόγου, παρουσιάζοντας μια ενδιαφέρουσα, απολαυστική γραφή, ένα υβριδικό κειμενικό ύφος και είδος. Στοιχεία μυθοπλασίας, βέβαια, υπάρχουν στο έργο, πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει αλλιώς, αφού ο Αρκουδέας είναι πρωτίστως ένας χαρισματικός συγγραφέας αφηγηματικής λογοτεχνίας, ταυτόχρονα όμως στο έργο του ενσωματώνονται στοιχεία φιλολογικής μελέτης και γραμματολογίας, βιογραφίας, δοκιμιακού λόγου, ιστορικής μελέτης κ.ά. Τούτο γιατί ο Αρκουδέας επέλεξε να μην εστιάσει αποκλειστικά στο βασικό του θέμα, αλλά με κέντρο αυτό να εξακτινωθεί σε ποικίλα άλλα ζητήματα. Έτσι, εκτός από τα στοιχεία που αφορούν τη μη βράβευση του Καζαντζάκη (παρασκηνιακές κινήσεις και δημόσιες σχέσεις του συγγραφέα, παρεμβάσεις και ραδιουργίες των αντιπάλων του, μικρότητες και σκοπιμότητες μεταξύ των ομοτέχνων, κι όλα αυτά μέσα από τεκμήρια και παραπομπές σε ιστορικά ντοκουμέντα), ο Αρκουδέας παρουσιάζει στοιχεία και πληροφορίες για τη θέσπιση των βραβείων Νόμπελ, αναπλάθει το ιστορικό κλίμα της εποχής στην οποία αναφέρεται, παρουσιάζει τους βραβευθέντες δημιουργούς με το Νόμπελ λογοτεχνίας αλλά και τους συνυποψήφιούς τους, τους λογοτέχνες εκείνους που βραβεύτηκαν αλλά στη συνέχεια πέρασαν στη λήθη, αυτούς που δεν έλαβαν το βραβείο αλλά εξακολουθούν στις μέρες μας να διαβάζονται ή και να θεωρούνται κορυφαίοι, παραθέτει ενδεικτικά αποσπάσματα από τα έργα τους, προσφέρει μια ευσύνοπτη πορεία εξέλιξης της νεοελληνικής λογοτεχνίας με αναφορές σε πρόσωπα, έργα και σχέσεις μεταξύ των δημιουργών (και με την παρουσίαση περιστατικών ανεκδοτολογικού τύπου), ενδιαφέρεται για τον τρόπο πρόσληψης των έργων τους από κριτικούς και κοινό, εστιάζει στο βίο του Νίκου Καζαντζάκη από τα παιδικά του χρόνια, τους έρωτες και τους γάμους του, στις σχέσεις του με τους ομοτέχνους του (με ιδιαίτερη έμφαση στις σχέσεις του και τις κοινές αναζητήσεις με τον Άγγελο Σικελιανό) αλλά και τον οικογενειακό του περίγυρο, στα έργα που συνέθεσε και στο πώς αυτά προσλήφθηκαν στην εποχή τους, στις κινηματογραφικές εκδοχές των έργων του· ο Αρκουδέας μάλιστα προχωρά χρονικά και μετά το θάνατο του κεντρικού του προσώπου και  εξετάζει τα παρασκήνια των άλλων ελληνικών Νόμπελ Λογοτεχνίας, του Ελύτη και του Σεφέρη και πολλά, πολλά άλλα.

Όλος αυτός ο πλούτος στοιχείων και πληροφοριών, αποτέλεσμα αδιαμφισβήτητης και συστηματικής έρευνας από την πλευρά του συγγραφέα, καθιστούν το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον στην ανάγνωσή του καθώς παρουσιάζονται για πρώτη φορά συγκεντρωμένα και προσφέρονται στον αναγνώστη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως οι περισσότερες από τις κριτικές παρουσιάσεις του βιβλίου έως τώρα σε αυτά τα στοιχεία εστιάζουν και αυτά τα στοιχεία παραθέτουν προκειμένου να κερδίσουν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού. Υπό αυτό το πρίσμα, το βιβλίο καθίσταται πολλαπλά ωφέλιμο για την ελληνική βιβλιογραφία. Εστιάζοντας και στο παρασκήνιο των βραβεύσεων αναδεικνύει το σχετικό της αξίας τους, τα εμφανίζει ως αποτέλεσμα ισορροπιών, παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, προσωπικών πολιτικών. Η αναφορά στην άγνωστη στο ευρύ κοινό πρόταση της Σουηδικής Ακαδημίας για από κοινού βράβευση των Οδυσσέα Ελύτη και Γιάννη Ρίτσου με το βραβείο Νόμπελ και στην αντίδρασή τους είναι ενδεικτική αυτών των διεργασιών. Είναι εμφανές πως το βιβλίο καλύπτει ένα κενό της φιλολογικής έρευνας, αυτό δηλαδή που αφορά τις ελληνικές υποψηφιότητες για τα βραβεία Νόμπελ (για παράδειγμα, ομολογώ πως όχι μόνο δεν γνώριζα την υποψηφιότητα για Νόμπελ του μυθιστοριογράφου Γεώργιου Βουγιουκλάκη, αλλά ούτε καν το όνομά του). Άποψή μου είναι πως ενώ, ορθώς, διαθέτουμε αξιόλογες μελέτες για άλλα, ήσσονος σημασίας συγκριτικά με τα Νόμπέλ βραβεία, π.χ. τους ποιητικούς διαγωνισμούς του 19ου αιώνα, δεν υπάρχουν κάποιες αντίστοιχες μελέτες για τα βραβεία του 20ου (και δεν εννοώ μόνο τα Νόμπελ). Εξαιρετικό ενδιαφέρον θα παρουσίαζαν μελέτες π.χ. αναφορικά με τα κριτήρια επιλογής και τα παρασκήνια των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, των βραβείων της Ακαδημίας Αθηνών ή και των λογοτεχνικών περιοδικών.

Όμως όλος αυτός ο πλούτος στοιχείων και πληροφοριών θεωρώ πως αποτελεί, υπό μία άποψη, και σημείο αδυναμίας του έργου αναφορικά με τη δομή και τη συνοχή του. Η γραφή του Αρκουδέα κάποιες φορές δείχνει να παρεκκλίνει σε ζητήματα που ελάχιστη ή καμία σχέση φαίνεται να διαθέτουν με τον κεντρικό του ήρωα ή το βασικά του θέμα, κάποιες φορές φαίνεται να παρασύρεται σε, ενδιαφέρουσες είναι η αλήθεια, πλην όμως μη οργανικά ενταγμένες αφηγήσεις που αφορούν άλλα πρόσωπα και άλλα θέματα. Τα όσα αναφέρονται σχετικά την παρτίδα σκάκι που έπαιξαν στο Ρέικιαβικ ο Αμερικάνος Φίσερ με τον Ρώσο Σπάσκι (σελ. 350-352) ή με τη σχέση του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Νίκο Καββαδία (σελ. 400-406) είναι ενδεικτικά. Οι σχετικές ανεκδοτολογικού τύπου αφηγήσεις μπορεί να κεντρίζουν αφ’ εαυτού τους το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν νομίζω όμως να συμβάλουν στην προώθηση του κεντρικού ζητήματος του βιβλίου. Υπό αυτήν την έννοια, η παράθεση ανάλογων αφηγήσεων θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον π.χ. με την παράθεση των εξίσου ενδιαφέροντων περιστατικών ανεκδοτολογικού τύπου που αφορούν τη σχέση του Νίκου Καββαδία με τον βραβευμένο με Νόμπελ λογοτεχνίας Γιώργου Σεφέρη ή με την παράθεση και άλλων γεγονότων που αφορούν την ελληνική ή την παγκόσμια ιστορία. Ο Αρκουδέας θέλησε, εν μέρει, να δώσει ένα καλειδοσκόπιο της πολιτικής και της πνευματικής ιστορίας του 20ου αιώνα σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, φτάνει μάλιστα έως την Ελλάδα της κρίσης και τον Τζούλιαν Ασάνζ, θα χρειαζόταν όμως αυστηρότερος έλεγχος υλικού και πιο σφικτή οργάνωσή του.

Κάποιες λίγες ακόμη επιφυλάξεις διατηρώ και αναφορικά με το ύφος γραφής που υιοθετεί σε ορισμένα σημεία ο Αρκουδέας. Η έρευνα που διεξήγαγε είναι αδιαμφισβήτητη, γνώμη μου όμως είναι πως σε μη μυθοπλαστικά έργα, σε έργα τεκμηρίωσης και έρευνας, ο απόλυτος λόγος στις κρίσεις και στις διατυπώσεις δεν είναι ο πλέον συμβατός: π.χ. «Ο Δράκος ανήκει στην τριάδα των κορυφαίων ελληνικών ταινιών του 20ου αιώνα, μαζί με την Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού και τον Θίασο του Θόδωρου Αγγελόπουλου» (σελ. 398) ή «το πτώμα του οποίου [του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ] βρέθηκε να επιπλέει στα νερά του Θερμαϊκού τον Μάιο του 1948. Δράστες ήταν οι Άγγλοι πράκτορες που υπηρετούσαν στο προξενείο της Μεγάλης Βρετανίας στη Θεσσαλονίκη, εκτελώντας εντολές της Ιντέλιτζενς Σέρβις» (σελ. 366), ενώ η παραπομπή στις πηγές θα μπορούσε να ήταν πιο συστηματική και πιο οργανωμένη π.χ. για την πρόταση της από κοινού βράβευσης Ελύτη και Ρίτσου, για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, δεν δίνεται κάποια σαφής παραπομπή στις πηγές που αξιοποιήθηκαν. Ο Αρκουδέας δεν γράφει (ιστορική) μελέτη ή πραγματεία (αν και φλερτάρει και με αυτό το είδος). Από τη στιγμή όμως που υιοθετεί το σύστημα των παραπομπών και των πηγών είναι απορίας άξιο γιατί αυτό δεν το ακολουθεί με συνέπεια και γιατί δεν υιοθετεί ένα από τα διεθνώς αναγνωρισμένα συστήματα γραφής των παραπομπών και των συντομεύσεων (ίσως και με τη συνδρομή του επιμελητή της έκδοσης). Έτσι, για παράδειγμα, αναρωτιέμαι τι συνεισφέρει στο έργο η επαναληπτική παράθεση (για δέκα συνεχόμενες φορές) της παραπομπής στο έργο «Καζαντζάκης, Νίκος, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία – Κίνα, Αθήνα, Ελένη Καζαντζάκη, 1969», χωρίς μάλιστα να δηλώνεται κάθε φορά ο αντίστοιχος αριθμός της σελίδας από την οποία αντλείται το παράθεμα στο οποίο παραπέμπει ο συγγραφέας (σελ. 565-566).

Οφείλω ακόμη να διατυπώσω μια τελευταία ένσταση που διατηρώ αναφορικά με το περιεχόμενο του έργου και συνακόλουθα με τον βασικό του προσανατολισμό. Ο Αρκουδέας με αφορμή την υπόθεση της υποψηφιότητας του Καζαντζάκη για το βραβείο Νόμπελ προσφέρει ένα απολαυστικό ανάγνωσμα με συμπερίληψη και πολλών άλλων εύστοχων και αξιοσημείωτων παραμέτρων. Έτσι, εκτός των άλλων επιχειρεί να δώσει στοιχεία βιογραφίας και ψυχογραφίας του συγγραφέα, γεγονός καταρχήν θεμιτό. Η συμπερίληψη όμως της μη διασταυρωμένης συζήτησης τρίτων προσώπων αναφορικά με την ύπαρξη ή την μη ύπαρξη σεξουαλικών σχέσεων μεταξύ του Καζαντζάκη και της πρώτης του συζύγου Γαλάτειας ειλικρινά αναρωτιέμαι τι συνεισφέρει στην ανάδειξη του τόσου σημαντικού ζητήματος της υποψηφιότητάς του για το βραβείο και το πώς τελικά αυτό χάθηκε· αντίθετα μπορεί να στρέψει το ενδιαφέρον μιας μερίδας αναγνωστών προς κατευθύνσεις που προφανώς βρίσκονται εκτός των στοχεύσεων του συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση ο Αρκουδέας συνέθεσε ένα αξιόλογο βιβλίο, ένα βιβλίο αναφοράς για τον Καζαντζάκη και το έργο του. Γνώμη μου είναι πως το βιβλίο θα ήταν εξίσου απολαυστικό και ενδιαφέρον στην ανάγνωσή του, εξίσου αξιοσημείωτο ως προς τα επιτεύγματά του εάν εξέλειπαν ορισμένες παρεκκλίσεις του Αρκουδέα σε δευτερεύουσας σημασίας, ως προς το κεντρικό, ζητήματα· γνώμη μου είναι πως με μια πιο σφικτή και πιο αυστηρή δομή τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα του βιβλίου θα ήταν ακόμη πιο σημαντικά.

(*)Ο Χρήστος Δανιήλ διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία στο ΕΑΠ και στο ΑΠΚΥ

INFO

Κώστας Αρκουδέας, Το χαμένο Νόμπελ, μια αληθινή ιστορία, Καστανιώτης, Αθήνα 2016, σελ. 576.

 

 

Προηγούμενο άρθροΠεδίο βολής Ίψεν: Η αλήθεια είναι επαναστατική;
Επόμενο άρθροΠοίηση για τον Δεκέμβριο (Γ.Λίκος, Μ. Μουντές, Δ. Χριστοδούλου και Β. Ντόκος (ανθολογεί ο Θ. Χατζόπουλος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ