Οι στυφές κωμωδίες του Αντώνη Σουρούνη (του Β. Χατζηβασιλείου)

0
767

                        

 

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.

 

Δεν είδα στους απολογισμούς που ακολούθησαν τον θάνατο του Αντώνη Σουρούνη να θίγεται μια θεμελιώδης κατά την κρίση μου παράμετρος του έργου του: η σχέση του με την παρωδία και ο τρόποι του να διακωμωδεί δύσκολες αν όχι και βαριά τραυματικές εμπειρίες. Η ειρωνεία αποτελεί για τον Σουρούνη ένα ισχυρό μέσον προκειμένου να αποφύγει τον μελοδραματισμό στον οποίο θα μπορούσε να υποκύψουν υπό διαφορετικό καθεστώς οι σκληρές και απάνθρωπες μέσα στη βαθύτερη ανθρωπιά τους ιστορίες του: είναι μια ειρωνεία που αγγίζοντας  την καρδιά της καθημερινότητας, σπεύδει να παραμερίσει τις ηθικές κρίσεις ή την χύδην καταγγελία και να μιλήσει διά της πλαγίας οδού για την τύχη των Ελλήνων στη Δυτική Γερμανία των δεκαετιών του 1960 και του 1970 ή για τα πάθη της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Οι χασμωδίες, οι αδράνειες και οι εμπλοκές των χαρακτήρων του Σουρούνη δεν συνιστούν σε ένα τέτοιο πλαίσιο παρά εκφάνσεις μιας ισοπεδωμένης ατομικότητας. Ένας παγωμένος αέρας φυσάει συχνά στις στυφές του κωμωδίες, παγώνοντας μοιραία και τα ποικιλοτρόπως παρεμποδισμένα πρόσωπά του. Με την ειρωνεία του, ωστόσο, ο Σουρούνης θα στραφεί καταρχάς εναντίον του εαυτού του, χαράσσοντας από  μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα και από διήγημα σε διήγημα μια σταθερά αυτοβιογραφική γραμμή. Στο μήκος αυτής της γραμμής διαγράφονται πολύ καθαρά και τα μοτίβα του: η μετακίνηση από πόλη σε πόλη και από επάγγελμα σε επάγγελμα, η ζωή των γκασταρμπάιτερ στο εργοστάσιο και στον μίζερο εξωεργασιακό τους χρόνο (χωρίς, μολοντούτο, να απουσιάζουν από τις αφηγήσεις του το άφθονο χρήμα ή τα πλούσια σαλόνια της μεταπολεμικής Γερμανίας), η χαρτοπαιξία, ο εκ πεποιθήσεως αριβισμός και, πρωτίστως, η ακατάλυτη και απαραβίαστη μοναξιά και μοναχικότητα του πρωτοπρόσωπου αφηγητή και κεντρικού του ήρωα, που ρέπει μονίμως προς τον αναχωρητισμό.

Κι αν αυτά ισχύουν για το μεγαλύτερο μέρος της πεζογραφίας του Σουρούνη, για τους Συμπαίχτες,  το Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι , τον Χορό των ρόδων, το Γκας ο γκάνγκστερ (από τα μυθιστορήματα) και τα Μερόνυχτα Φραγκφούρτης ή Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου (από τις συλλογές διηγημάτων), με το μυθιστόρημα της ωριμότητάς του Το μονοπάτι στη θάλασσα μπορεί η παρωδία να υποχωρήσει θεαματικά, αλλά δεν θα απουσιάσει σε καμιά περίπτωση το χιούμορ. Με ιστορικό του χαλί τη Θεσσαλονίκη των παιδικών του χρόνων, στα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο Σουρούνης θα φιλτράρει με το χιούμορ του τις εμφυλιακές αγριότητες και τη δεινή φτώχια που θα αναδείξει ο τερματισμός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην καραβοτσακισμένη Ιστορία, που αγωνίζεται με όσες δυνάμεις τής έχουν απομείνει να απομακρυνθεί από τα κύματα της βίας και του εξανδραποδισμού, ο συγγραφέας θα αντιπαραβάλει τον περίκλειστο καθημερινό χρόνο ενός παιδιού: του μικρού Αντώνη ο οποίος περιδιαβαίνει τις φτωχογειτονιές ή τις κεντρικές αγορές της Θεσσαλονίκης, για να γίνει τη μια μέρα έμπορος λαδιού και την άλλη ιδιοκτήτης ψιλικατζίδικου ή βοηθός μανάβη. Με παρόμοια ταχύτητα ή ποικιλία εναλλάσσονται και τα πρώτα ερωτικά ενδιαφέροντα του μικρού Αντώνη, που κατακαίνε από πολύ νωρίς την καρδιά του, χωρίς, εντούτοις, να μας φορτώσουν ποτέ το δράμα τους, και διατηρώντας ολοζώντανη τη γλυκόπικρη γεύση τους.

Ασφαλώς ο κύκλος δεν έχει κλείσει. Η κριτική και η φιλολογία έχουν από καιρό υποδείξει κατευθύνσεις σαν και τις προηγούμενες για τη μελέτη του έργου του Σουρούνη και εναπόκειται σε όσους θα πάρουν στο μέλλον τη σκυτάλη να τις εξετάσουν διεξοδικότερα, βάζοντας προφανώς στο παιχνίδι και άλλα, ανεύρετα ακόμη desiderata.

Προηγούμενο άρθροΠηνελόπη Δέλτα, Όμηρος και Ιούλιος Βερν για πολύ μικρά παιδιά(της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΣαλώμη, όπως Σελήνη (της Νίκης Κώτσιου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ