Οι Κηφήνες (διήγημα της Αγγελίνας Κλαυδιανού)

0
438

Αγγελίνα Κλαυδιανού

Μας στρίμωξαν εκεί που μετά βίας χωρούσαμε. Η γενιά μας αυτή όλη κι όλη.  Με ενοχλούσαν τα τόσα σώματα στοιβαγμένα, χάναμε το δικό μας μέσα στα πολλά.  Αν κάποιος έφευγε όλοι θα πέφταμε. Δεν στηριζόμασταν πλέον στα πόδια μας, ο ένας τον άλλον στηρίζαμε.     Ο θάνατος ενός από εμάς θα έδινε ελπίδα στους υπόλοιπους. Μεγάλωνε την πιθανότητα να επιβιώσουμε. Γιατί όμως; Γιατί να επιβιώσει κανείς;  Ο Θάνατος δεν είναι έτσι κι αλλιώς η μοίρα για την οποία μας προορίζουν; Για αυτό δεν γεννηθήκαμε ωραίοι κι ευθυτενείς με τα κεντριά μας καλογυαλισμένα, με τα φτερά μας νευρικά κι αδημονούντα για την ύστατη πτήση, την ωραιότερη των πτήσεων;  Με έπιανε τότε και γελούσα, όχι εγώ, κάτι από μένα, ίσως το αθάνατο κομμάτι μου που δεν κινδύνευε ή δεν το ‘νιωθε πως κινδυνεύαμε κι εγώ κι αυτό μαζί, κι όλοι απορούσαν που τρανταζόντουσαν οι πλάτες μου, όπως απορούν συνήθως οι περαστικοί, αδιάφοροι στο βάθος τους για την ψυχή μου. Μόνο έτσι από συνήθεια ίσως ή επειδή δεν έβρισκαν κάτι καλύτερο να κάνουν πασχίζανε να στρίψουν το κεφάλι και να δουν, μα το χανε ξεχάσει κι αυτό κι έτσι κοιτούσανε ευθεία μπροστά κι όσο μπορούσαν επιδείκνυαν την δυσαρέσκεια τους που κάποιος αποφάσισε να γελάσει, να τους χαλάσει την ησυχία τους.

Δεν κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, ήμασταν πολύ κοντά, δεν γινόταν. Ούτε και βρίσκαμε κάτι να πούμε, όπως δεν βρίσκει κανείς πάντα κάτι να πει στον εαυτό του. Μας διαπερνούσε μόνο που και που ένα ρίγος, όπως εκείνο που χαϊδεύει την επιφάνεια των υδάτων, ένιωθε τότε κανείς πως γινόμασταν ένα πράγμα, ένα μεγάλο πληγωμένο θηρίο δαμασμένο από αφανή εχθρό κι ανασαίναμε αργά και βαριά λες και συλλογιζόμασταν τη μοίρα μας, μα τίποτα δεν περνούσε από τον νου μας. Στεκόμασταν έτσι δειλοί χωρίς λόγο να πούμε ούτε τρόπο να αντιδράσουμε. Το κουτί ήταν ανοιχτό από ψηλά κι υπήρχαν μέρες που ονειρευόμασταν την πτήση.    Όμως δεν είχαμε άλλο τρόπο από το να στεκόμαστε ο ένας πλάι στον άλλο, να περιμένουμε.

Ο ουρανός άλλαζε χρώματα κι ήταν κι αυτό κάτι σαν υπόσχεση.  Μια υπόσχεση πως θα αλλάζαμε κι εμείς. Κάτι που ώρες-ώρες σε εμένα έφερνε φόβο.Δεν ξέρω στους άλλους.

Θα αναρωτιέστε πώς έγινε πλάσματα όπως εμάς να μας μαντρώσουν έτσι με τόση ευκολία. Η αλήθεια είναι πως ακόμη κι αν είχαμε κεντρί δεν ξέραμε τι να το κάνουμε. Ήταν επάνω μας μια άχρηστη λεπτομέρεια, ένα εξεζητημένο αξεσουάρ που κρεμόταν πολύτιμο κατά τα άλλα, ανάμεσα στα πόδια μας.   Θα μπορούσαν ίσως να μας είχαν αφοπλίσει, αναρωτήθηκα πολλές φορές γιατί δεν το έκαναν, ήταν ίσως ένας ακόμη τρόπος να μας κάνουν να αισθανθούμε πόσο αδύναμοι είμαστε ακόμη και μπροστά στα ίδια τα όπλα μας.

Μας τάιζαν επτά φορές τη μέρα. Περιμέναμε την ώρα της Τροφοδοσίας όπως ένα σπουδαίο γεγονός. Δεν είχαμε μάθει να συνομιλούμε κι ο ενθουσιασμός μας εκδηλωνόταν με μια σωματική αναταραχή, καθώς δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε και πολύ λόγω έλλειψης χώρου καταλήγαμε απλώς να σερνόμαστε ο ένας πάνω στον άλλο με ανοιχτά στόματα λυσσασμένοι για φαγητό χωρίς πραγματικά να πεινάμε απλώς για να κάνουμε κάτι διαφορετικό από το να περιμένουμε. Κλείναμε τα μάτια η τροφή κατέβαινε στα λαρύγγια μας, αναστενάζαμε ελαφρά χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ύστερα η τροφή τελείωνε κι έπρεπε πάλι να περιμένουμε.  Το πάχος που αποκτούσαμε ύστερα από αυτά τα γεύματα μας έφερνε μεγαλύτερη δυσφορία από πριν καθώς ο ήδη περιορισμένος χώρος μίκραινε κι άλλο. Τα κορμιά μας τσίτωναν το ένα πάνω στο άλλο ώσπου χάναμε τη συνοχή μας. Μουδιάζαμε και παύαμε να νιώθουμε τα όρια μας ακριβώς. Το πόδι μου ή το κεντρί μου θα μπορούσε να είναι εξίσου το κεντρί του διπλανού μου. Χάναμε τις αισθήσεις μας προετοιμαζόμενοι για έναν μεγαλειώδη θάνατο για τον οποίο κανείς δεν μας είχε μιλήσει ακριβώς αλλά τον γνωρίζαμε όλοι μέσα μας.  Ήταν ίσως και μια ανακούφιση αυτό. Η ενόχλησή μας ήταν τόση που παύαμε να την αισθανόμαστε, γινόταν μια παρήγορη συνήθεια.

Μια μέρα ένας από μας, δηλαδή όλοι, αρρώστησε. Τον έπιασε κάτι σαν μανία κι άρχισε να χτυπάει με το κεντρί του στα τυφλά «σας σώζω» έλεγε «σας σώζω» μα εμείς δεν θέλαμε να σωθούμε. Κάποιοι έπεσαν νεκροί, δηλαδή δεν έπεσαν γιατί δεν είχαν χώρο να πέσουν, μονάχα απόμειναν άψυχοι να στέκονται όπως και ζωντανοί στεκόντουσαν, μετά βίας αντιληφθήκαμε τη διαφορά κι ήταν πολύ αργά, είχαν αρχίσει ήδη να σαπίζουν και μας έπνιγε η σήψη. Ύστερα μάθαμε να αναγνωρίζουμε τους επιθανάτιους σπασμούς, όταν πέθαινε ένας το νιώθαμε όλοι, σπαρταρούσαμε όλοι μαζί ώσπου τελείωνε και πάλι από την αρχή. Μικροί σεισμοί που μας έκαναν να νιώθουμε κι εμείς νεκροί από τον φόβο μας χωρίς όμως και να πεθαίνουμε. Πολλές φορές πίστεψα πως ήμουν εγώ αυτός που πέθαινε. Δεν εμπιστευόμουν πια τις αισθήσεις μου, κι ίσως και πολλοί άλλοι ακόμη.

Το δωμάτιο είχε αρχίσει να αδειάζει, όμως κανείς δεν σκεφτόταν την απόδραση. Καχύποπτοι ο ένας προς τον άλλον, προστατεύαμε την καρδιά μας με τις λεπτές φτερούγες μας. Το σώμα μας πονούσε από την προσπάθεια να κρατηθούμε στα πόδια μας. Δεν είχαμε συνηθίσει έτσι. Τώρα ο χώρος ήταν αρκετός αλλά όχι τόσος ώστε να μπορέσουμε να αναπαυθούμε, τα σώματα μας έπεφταν το ένα στο άλλο, βαριά και σκουντούφλικα χωρίς να σωριάζονται έπεφταν κι έπρεπε να μάθουμε να στεκόμαστε ήσυχοι. Ήθελε κόπο αυτό. Νοσταλγήσαμε τότε τις εποχές που μας είχαν στριμωγμένους. Οι φονιάδες θανατώνονταν μαζί με τα θύματα τους από κάποια μυστηριώδη δικαιοσύνη της φύσης που ήθελε όποιον επιτίθεται να πεθαίνει ακαριαία μόλις βυθίσει το κεντρί του. Κάθε φόνος ήταν διπλή απώλεια. Είχαμε πλέον χώρο να ξύσουμε την κοιλιά μας, είχαμε χώρο να αισθανθούμε τα πόδια μας, το κεντρί μας μίζερο και σαν τρομαγμένο να σέρνεται άνεργο και τρομερό πλέον στα μάτια μας εφόσον μπορούσε να μας φέρει τον θάνατο.

Την χιλιοστή έβδομη ημέρα Την είδαμε να διασχίζει τον στενό ουρανό μας. Δεν ήταν μια όμορφη μέρα. Έβρεχε κι εμείς αχόρταγοι ανοίγαμε τα ανεπαρκή μας σαγόνια προς τον θεό. Το νερό ερέθιζε τη δίψα μας, μέχρι τότε δεν είχαμε καταλάβει πως διψούσαμε. Σαν κάτι άλλο από μέσα μας να απαιτούσε το νερό κι όχι εμείς.

Όταν Την είδαμε ήμασταν πλέον σίγουροι. Έπρεπε να πεθάνουμε γιατί υπήρχε Εκείνη.  Και δεν βρήκαμε όσο κι αν ψάξαμε άλλο τρόπο καλύτερο να Της δείξουμε την αγάπη μας, δεν υπήρχε δώρο που να είχαμε στα χέρια μας και να μην άξιζε να Της το χαρίσουμε κι ότι είχαμε όλο κι όλο ήταν η ζωή μας.

Ήταν πλέον ώριμη για τις πρώτες εκείνες δοκιμαστικές πτήσεις, της επέτρεψαν να πετάει επάνω από το Κουτί μας, ίσως σε μια στιγμή καλοσύνης ή από κάποια σκοτεινή ανάγκη να διασκεδάσουν με τον πόνο μας, δεν ήξερα να πω τι από τα δύο ήταν, αποφάσισαν να μας χαρίσουν ένα σκοπό για την μίζερη ζωή που ζούσαμε.   Ένα λόγο να ριχτούμε στον θάνατο πιστεύοντας τάχα πως είμαστε ήρωες.                                                                          Μια καλή δικαιολογία να υπακούσουμε στη φύση μας πιστεύοντας πως τάχα πως μπορούσαμε να κάνουμε κι αλλιώς, πως άλλοι πριν από μας δεν το είχαν νιώσει αυτό το πράγμα που ονομάζεται Έρωτας ή Θρησκεία ή Έμπνευση ή που δεν έχει κανένα όνομα κι είναι όλα τα ονόματα μαζί, τάχα πως εμείς είχαμε πρώτοι το προνόμιο να αισθανόμαστε έτσι, να πράττουμε έτσι για αυτό το σκοπό, τάχα πως Εκείνη ήταν η μόνη κι η Εκλεκτή, διαφορετική από όλες τις άλλες που είχαν υπάρξει πριν από Εκείνη κι άλλοι πολλοί σαν κι εμάς ίσως και καλύτεροι από εμάς τους είχαν αφιερώσει την τιποτένια ζωή τους.

Ένας από εμάς δεν άντεξε, τα φτερά του σάλεψαν σαν από μόνα τους, σηκώθηκε στον ουρανό δεν πρόφτασε να φτάσει πολύ ψηλά, ένα σμήνος από κεντριά εξαπέλυσαν εκείνοι στην καρδιά του. Αυτός πραγματικά έπεσε ανάμεσα μας. Κανείς όμως δεν τον είδε να πέφτει όλοι κοιτούσαμε Εκείνη.   Μας επέτρεψαν ύστερα τις ερωτήσεις. Το δεχτήκαμε σαν ένα δώρο.  Τώρα μπορούσαμε κάτι να περιμένουμε, κι ήμασταν κάπως ήσυχοι όπως Εκείνοι που ξέρουν να κάνουν υπομονή.

Όλοι θέλαμε κάτι από Αυτήν, μια ερώτηση τη φορά μας είχαν πει και πέσαμε σε συλλογή τόση όση ποτέ μας δεν είχαμε βυθιστεί σε ολόκληρη τη ζωή μας.    Δεν δώσαμε την παραμικρή σημασία στο πτώμα του αδελφού μας που έσερναν οι φρουροί έξω από τη φωλιά για να μην μολυνθούμε οι υπόλοιποι. Περιμέναμε Εκείνη και μόνο.  Τόσο που έπαψε να μας ενδιαφέρει η τροφή. Μπορούσαμε να την δούμε δυο φορές την ημέρα όταν διέσχιζε το λιβάδι την μια φορά στον πηγαιμό της και την άλλη όταν επέστρεφε, κουρασμένη κάπως πιο όμορφη από την πρώτη φορά, ευωδιάζοντας ήλιο και δροσιά νεαρής χλόης.

Η Άνοιξη μπήκε άγρια με βροχές. Τώρα δεν διψούσαμε παρά μόνο για τις απαντήσεις που Εκείνη ποτέ δεν μας έδινε. Αυτό ήταν το μαρτύριο όλων μας. Μας είχαν επιτρέψει τις ερωτήσεις όμως οι απαντήσεις δεν ήταν δεδομένες. Εκείνη πάντοτε σώπαινε. Αναρωτήθηκα εάν είχε μάθει να μιλάει. Αυτό όμως διαστρέβλωνε την όμορφη εικόνα που είχα για Αυτήν κι έδιωξα αμέσως αυτή τη σκέψη, προτιμούσα να σκέφτομαι πως είχε διδαχτεί κάποιαν άγνωστη σε εμάς γλώσσα, ανώτερη κατά πολύ από αυτή που μιλούσαμε κι αν δεν μας απαντούσε ήταν, όχι γιατί δεν ήθελε, μα γιατί δεν αναγνώριζε την γλώσσα μας ως δική της.

Τη ρωτούσαμε όλα εκείνα τα πράγματα που ρωτάει κανείς τον Θεό. Ήταν ένα πλάσμα χρυσό που μας έκαιγε τα μάτια απορροφώντας όλο τον ήλιο δεν άφηνε τίποτα για μας και εμείς τρέμαμε από το κρύο εκλιπαρώντας για κάτι που δεν ξέραμε ακόμη καλά-καλά τι ήταν κι ούτε και θα μαθαίναμε ποτέ ακριβώς. Είχαμε πέσει στην παγίδα. Το ξέραμε κι ανατριχιάζαμε τα βράδια στον ύπνο μας όπως ανατριχιάζουν οι μελλοθάνατοι, όλα τα πλάσματα που εγκαταλείπονται στο έλεος του ύπνου. Συχνά Την έβλεπα να μπήγει τη μαλακή χνουδάτη προβοσκίδα της και να ξεσκίζει την καρδιά μου όπως τον μίσχο των λουλουδιών που Της πρόσφεραν το μεδούλι τους. Ξυπνούσα ήρεμος κι όμως ένιωθα την καρδιά μου πιο έντονα από άλλες φορές. «Όνειρο ήταν» Έλεγα και δεν ήξερα αν λυπόμουν ή αν γαλήνευα που ήμουν ακόμη ζωντανός.

Πότε πότε έριχνε τα μάτια Της σε εμάς και τότε ούτε που ανασαίναμε. Η παρουσία Της μας ήταν ανυπόφορη όπως εκείνο που δεν φτάνει το χέρι και το θέλει η ψυχή. Ένα ποτήρι νερό ένα κομμάτι ψωμί μια κουβέρτα, λίγο φως. Όλα αυτά μαζί. Ο Θεός. Αυτή ήταν για εμάς ο Θεός. Πότε πότε το βλέμμα Της γλιστρούσε πάνω σε κάποιον από εμάς, τυχαία, δείχνοντας εύνοια σε κάποιον καθυστερώντας περισσότερο επάνω του την ματιά Της σα να ήθελε κάτι να διαπιστώσει. Εκείνος γινόταν εχθρός μας και θα τον σκοτώναμε ευχαρίστως αν δεν ήταν βέβαιο πως θα πεθαίναμε κι εμείς, και δεν επιθυμούσαμε να πεθάνουμε προτού Εκείνη το διατάξει. Δεν θέλαμε άλλο θάνατο από αυτόν που θα διέταζε Εκείνη. Ώρες-ώρες το σκεφτόμουν αυτό και με έπιανε εκείνο το γέλιο το ανεξήγητο από το λαιμό, δεν με άφηνε κι όλοι τριγύρω με κοιτούσαν σα να ‘μουν τρελός. Ίσως και να ήμουν.

Είχαμε απελπιστικά λιγοστέψει κι αν θέλαμε μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε και τα φτερά μας ακόμη όμως ένας άνεμος περαστικός κι αιφνίδιος μας έκανε κι ανατριχιάζαμε σα ρίγος πυρετού κάπως σα να ερχόταν από μέσα μας κι ούτε που ξέραμε να πούμε από ποιάν αιτία. Εγώ ήμουν βέβαιος πως από Εκείνη ερχόταν κι ίσως χωρίς Αυτή να το γνωρίζει εμείς κάτι να της κλέβαμε και μυστικά μες στα νωθρά κορμιά μας να φτιάχναμε μετά κόπων και βασάνων αυτόν τον τόσο ανησυχητικό τον άνεμο. Κι ενώ οι μέρες περνούσαν κανείς μας δεν ήθελε πια να φύγει γιατί είχαμε καταλάβει πως δεν μπορούσαμε να ελπίζουμε πια σε τίποτε άλλο κι ούτε ποτέ μας ήταν σωστό να ελπίσουμε σε κάτι τέτοιο όπως να την αγγίξουμε για παράδειγμα όπως ισχυρίζονταν πολλοί από εμάς πως είχαν κάνει τάχα στα όνειρα τους. Εγώ ήξερα πως δεν γινόταν κανείς να την αγγίξει γιατί Αυτή έτσι όπως την αντικρίζαμε δεν είχε σώμα απτό. Ήτανε κάτι σαν τα αστέρια. Μια ψευδαίσθηση. Εκεί που την κοιτούσαμε δεν υπήρχε κι εκεί που υπήρχε εμείς δεν αξιώναμε να κοιτάξουμε.

Εκείνες τις ημέρες που είχαμε πάψει πια να επιθυμούμε το οτιδήποτε και απολαμβάναμε με την οδύνη που του άξιζε, εκείνο το πράγμα που είχαμε, έφτασε ένα πρωί ο Πρώτος Φύλακας και μας πρόσταξε να ελευθερώσουμε τους εαυτούς μας αλλιώς θα μας σκότωνε. Κοιταχτήκαμε όλοι αμήχανοι σα να μας είχε μιλήσει σε μια ξένη γλώσσα και δεν κουνηθήκαμε βήμα από τη θέση μας. Σηκώσαμε τους ώμους και τους αφήσαμε να πέσουν, νιώθαμε όλοι το βάρος των φτερούγων πάνω μας σαν καταδίκη. Ο ουρανός ήταν χλωμός πολύ μέχρι που λέγαμε πάει θα πέσει να μας πλακώσει.

Κι ενώ όλοι προσμέναμε μια λιποθυμία, ένα ξέσπασμα, κάτι μοιραίο που δεν είχαμε ευθύνη να το αποφύγουμε κι ούτε και επιθυμούσαμε πλέον να πάρουμε καμιά, Την είδαμε απρόσμενα να κόβει κύκλους πάνω από τα κεφάλια μας δροσερή και μυρωδάτη όπως το χώμα που ψυχανεμιζόταν τη βροχή.

Δεν είχαμε όμως λόγο πλέον να κοιτάμε ψηλά γιατί εκείνο που βρισκόταν ψηλά μπορούσε να γίνει η νέα φυλακή μας εκείνο που θα ονομάζαμε ελευθερία και θα χωνόταν στο στόμα μας γεμίζοντας μας μέχρι τα σπλάχνα, βίαια σαν ανάσα που δεν επιδιώξαμε διόλου, εκβιάζοντας την ζωή από μέσα μας. Είχαμε όμως πλέον συνηθίσει και περισσότερο βαριόμασταν μέχρι θανάτου να σηκώσουμε το άχθος των φτερούγων, τα κεντριά μας τα είχαμε ολωσδιόλου πια λησμονημένα, που και που μονάχα μας πονούσανε καθώς τεντώναμε τα αδύναμα πόδια μας για να την δούμε καλύτερα, εκείνη που ήταν πλέον ένας ουρανός για μας, συνεπώς κάτι απαγορευμένο για τα χέρια και τα στόματα μας, και το κεντρί μας γρατζουνούσε το έδαφος αφού το αφήναμε έτσι βίαια να κρέμεται, στην τύχη του. «Άντε μπρος» έκανε ο Φύλακας κι ύψωσε το κεντρί του ανάμεσα μας. Τότε αναστατωθήκαμε, κανένας δεν ήθελε να πεθάνει, όχι πως είχαμε πλέον κάποιο σπουδαίο έργο να της αφιερώσουμε, όχι πια δεν πιστεύαμε τους εαυτούς μας για τόσο άξιους, μα είχαμε συνηθίσει πλέον αυτή τη ζωή κι είχε μια γλύκα ανείπωτη να Την κοιτάζουμε εκεί ψηλά να πετάει κι ας μην μπορούσαμε να Την φτάσουμε ή ίσως ακριβώς για αυτό να ήταν η γλύκα τόση. Που δεν μπορούσαμε να αναμετρηθούμε με τα ύψη εκείνα και το ξέραμε καλά. Μας έφτανε να βλέπουμε Εκείνη να τα κατακτά. Θα χάναμε λοιπόν την ευκαιρία να σηκώνουμε το κεφάλι και να Την βλέπουμε εκεί ψηλά, κι ας γνωρίζαμε πως αν ήθελε μπορούσε να πετάξει και ψηλότερα ακόμη.

Κάνα δυο από μας λούφαξαν βαθύτερα στο κουτί κι ενώ εγώ στεκόμουν παρατηρώντας αντιλήφθηκα πως η απάθεια μου έγινε αποδεκτή ως αντίσταση και πως κινδύνευα κι εγώ να θεωρηθώ στασιαστής. Τότε..

Ένα κεντρί πιέζει την πλάτη μου, η καρδιά μου σέρνεται μέσα στο στήθος μου, νιώθω αδύναμος πολύ, φοβάμαι πως θα πέσω, θα χάσω τη δύναμη να στέκομαι όρθιος, αυτή που με τόσο κόπο εξάσκησα όταν εμείς λιγοστέψαμε στο κουτί, κι έτσι το κεντρί θα με τρυπήσει πέρα ως πέρα. Φοβάμαι περιγράφοντας τον φόβο μου, μα δεν φοβάμαι άμεσα παρά μόνο σα να βλέπω κάποιον άλλο να κινδυνεύει κι όχι τον εαυτό μου. Είμαι ένας αμέτοχος παρατηρητής στον ίδιο μου τον θάνατο. Καταλαβαίνω πως πλέον δεν με αφορά το θέμα. Ποτέ δεν με αφορούσε. Γιατί άλλωστε; Ποιος είναι αυτός που παθαίνει αν όχι κάποιος που παύω να είμαι. Κάποιος που στην τελική δεν είμαι εγώ.

«Εμπρός» λέει ο Φύλακας. «Βάδισε. Βάδισε γρήγορα μέχρι που να πετάξεις. Έχεις φτερά, θυμήσου για αυτό γεννήθηκες»

Πασχίζω να θυμηθώ αυτό που χρόνια με εκβίαζαν να ξεχάσω. Θυμάμαι τον πόθο μου να πετάξω. Θυμάμαι πόσο με πονούσε μέσα μου να στέκομαι ασάλευτος ανάμεσα σε τόσους ξένους. Ξένος κι εγώ. Τόσο ξένος που ξέχασα τι ήθελα. Και τώρα δεν θέλω πια. «Δεν θέλω» του φωνάζω «Δεν θέλω ρε, ξέρεις γιατί; Γιατί δεν γουστάρω πια να μου λέτε τι πρέπει να θέλω και τι όχι. Ποτέ δε γούσταρα.»

Ο Φύλακας κάνει πως δεν ακούει, με σπρώχνει, δεν έχει σκοπό να με σκοτώσει, δεν τον συμφέρει ήδη έχουμε απομείνει ελάχιστοι, ίσως όχι προτού δυσκολέψουν πολύ τα πράγματα. Νιώθω πως κραυγάζω πλέον μα ίσως και να ψιθυρίζω μόνο. Ξέμαθα τόσο να μιλάω πόσο μάλλον να φωνάζω. Δεν έχω φωνάξει ποτέ. Ίσως και να μην ακούγομαι καθόλου. Ίσως για αυτό εκείνη να μην απαντούσε στις ερωτήσεις μας. Δεν ακουγόμασταν. Μας έμαθαν να παραμένουμε σιωπηλοί και σιωπηλοί παραμέναμε. Μάθαμε να μιλάμε σιωπηλά να ρωτάμε σιωπηλά να μην πράττουμε τίποτα. Εξασκηθήκαμε στην απραξία. Τώρα όμως εγώ για πρώτη φορά στη ζωή μου κι έναντι όλων τους έπραττα κάτι με την απραξία μου. Ο Φύλακας έχει τρομάξει, το βλέπω στα μάτια του, το άψυχο μαύρο αποκτά κάποια κίνηση, με σπρώχνει δυνατά, πονάει, υπερβάλλων ζήλος, λέω μέσα μου, δεν είναι από τους Πρώτους, πασχίζει κι αυτός, μόνο που δεν είμαστε ίσοι αντίπαλοι, εγώ δεν πασχίζω για τίποτα, συνεπώς έχω ήδη νικήσει. Με πιάνει πάλι το γέλιο μου.

«Υπερβάλλων ζήλος»

Ανοίγω εκείνες τις φτερούγες που ποτέ δεν άνοιξα ως τώρα. Πονάω σφαδάζω στον πόνο. Το σημείο που ενώνονται οι ωμοπλάτες μου είναι μια πληγή. Απραξία. Πασχίζω να κρατηθώ ψηλά σα να πνίγομαι. Αυτούς που πέφτουν τους σκοτώνουν. Όχι για αυτό. Δεν είναι για αυτό που πασχίζω αλλά για κάτι άλλο δικό μου.

Οι φύλακες γεννιούνται χωρίς φτερά. Στην αρχή τους τα κόβανε, τώρα το γένος τους εκφυλίστηκε γεννιούνται φρουροί και τίποτε άλλο. Τους φοβάμαι, φοβάμαι την ζωή τους που είναι δεμένη με την δική μας ζωή. Γιατί δεν έχουνε άλλο σκοπό από το να μας φυλάνε. Τρέμω στον καθαρό αέρα, εκεί ψηλά, και μου αρέσει. Πληρώνω το τίμημα με πόνο στις αρθρώσεις μου, πονάω τόσο που δεν βλέπω καθαρά. Έχω ανέβει πολύ. Πολύ πάνω από αυτούς πολύ πάνω κι από Εκείνη ακόμα.

Αφουγκράζομαι την οσμή του δάσους που σαπίζει σιγά-σιγά στην καρδιά της πόλης. Τα δέντρα μουρμουρίζουν ένα τραγούδι. Πότε ξεχνώντας τα λόγια πότε τη μελωδία, καμιά φορά και τα δυο, δεν παύουν όμως να το μουρμουρίζουν όπως και να ‘χει.

Σταδιακά αναπτύσσω ταχύτητα, εισβάλλω στην πόλη και σε όλα εκείνα τα μέρη που μας είναι απαγορευμένα τάχα, νιώθω ένα σιγανό τρέμουλο σε όλο μου το κορμί, δεν κρυώνω  πια, δεν πονάω πια, καίγομαι από μέσα μου. Πλάι μου στάζουν τα κλιματιστικά θα νόμιζε κανείς πως βρέχει, κι όμως ο ήλιος αρπάζει τα πάντα απ’ το λαιμό. Είμαστε όλοι ευτυχισμένοι, μ’ αυτή την ευτυχία την ανυπόφορα ανυποχώρητη, την ευτυχία των μακρινών αποστάσεων που πριν την δεις και την κοιτάξεις έχει κιόλας χαθεί μες στα σωθικά σου λες και δεν ήταν τίποτα και σε βασανίζει και μόνο με την βεβαιότητα πως υπήρξε ήταν εδώ, όχι κάποτε παλιά, μόλις πριν λίγα δευτερόλεπτα. Τα δέντρα σκέπτονται και δε μιλούν, σφίγγουν τα χείλη. Αφόρητη ζέστη την κουβαλούμε με τα μάτια, ο άνεμος με μαστιγώνει ανάμεσα στα φρύδια αλύπητα όπως τα ζώα οι άνθρωποι. Με βρίσκει η οσμή των σκουπιδιών, ολόκληρη η πόλη σαπίζει και την υπερασπίζεται ένα μονάχα νυχτολούλουδο. Κι αυτό στο φεγγάρι φυτρώνει, τι να το κάνει κανείς. Στάζουν τα κλιματιστικά κι οι άνθρωποι νιώθουν σταγόνες στα μαλλιά και στα χέρια τους, κοιτάζουν ψηλά, ζητούν εξηγήσεις. Το Φεγγάρι σηκώνει τους ώμους, εμείς σηκώνουμε τους ώμους. «δεν είναι τίποτα» λέω «τα σπίτια λιώνουν.»

Ο ουρανός με κοιτάζει με μάτι μισό. Κανείς δε δίνει δεκάρα πια για μένα. Ξανοίχτηκα πολύ. «Πας γυρεύοντας» τα δέντρα σπάνε τη σιωπή τους. Κάνω πως δεν ακούω. ……………………………………………………………………………………

Μπαίνω σε κάτι παρέες αμίλητες και σαν αλαφιασμένοι αναζητούμε ένα μέρος να στηρίξουμε τα φτερά μας στην πόλη. Στον ξύλινο πάγκο κάποιου μπαρ ίσως, αποφεύγοντας να κοιταχτούμε μεταξύ μας, τσιμπολογώντας ανόρεχτα φυστίκια, ή κάτι τέτοιο, με γεύση χαρτιού, που ξέμειναν απ’ την προηγούμενη παρέα. Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην ώρα που δε λέει να περάσει κι ας ξέρουμε πως θα περάσει στο τέλος και θα ναι αργά πολύ κι εμείς δεν θα ξέρουμε τίποτα πια και θα μας έχουνε πιάσει στον ύπνο, μεθυσμένους από εκείνα τα ποτά που σε κανέναν από εμάς δεν αρέσουν κι όμως τα πίνουμε αφού έτσι κάνουν κι οι άλλοι. Αφού έτσι κάνουν όλοι. Τα συνηθίσαμε σιγά-σιγά, όπως συνηθίζει κανείς την ώρα ή εκείνο που λείπει και δεν ξέρει τι του φταίει. Στεκόμαστε στη σειρά, ο ένας πλάι στον άλλο, στο βλέμμα μας φαίνεται, λυσσάμε από δίψα για ένα άλλο μέρος. Αυτή η πόλη λιώνει, αποσυντίθεται, πρασινίζει το φρέσκο δέρμα μας, κόβει το αίμα μας.

Έχουμε χρέος να σκοτωνόμαστε. Να γινόμαστε ο ένας του άλλου λίπασμα. Όχι από γενναιότητα ούτε από συμπάθεια. Από μια στιγμιαία τύφλωση, ενός είδους πυρετό, μια διαύγεια ψυχής δυσανάλογη κι αβάσταχτη για το μικρό μας κορμί. Από έρωτα. ………………………………………………………………………………………………

Είμαι γενναίος πια, είμαι ήσυχος. Όπως εκείνοι που έχουν πλέον σκοτωθεί. Όπως ο ήλιος που πεθαίνει κάθε μέρα. Είμαι ήσυχος και συλλογίζομαι τη μάνα μου. Κακό σημάδι. Μόνο τη μυρωδιά της έχω, αυτό μου άφησε, και τη ζωή μου, τίποτα σπουδαίο. Σε λίγο θα την δώσω, να πάει στο καλό. Η πόλη βουίζει, σέρνεται αργά προς την Μεγάλη Νύχτα. Η νύχτα σέρνεται προς τα εκεί που αύριο Εκείνη θα τραγουδήσει. Πάνω από τις εξουθενωμένες κεραίες των πολυκατοικιών θα υψώσει ως απειλή την όμορφη δίψα Της πάνω από όλα τα λουλούδια κι εμείς πια δεν θα αντέχουμε άλλο στον ίσκιο της να τρέμουμε από πόθο. Θα πάρουμε τότε την απόφαση να τρέξουμε ίσια στο θάνατο.

Συλλογίζομαι την μάνα μου και πως για χάρη της κάποιος σκοτώθηκε. Κάποιος όπως εγώ σκοτώθηκε για να γεννήσει αυτή εμένα. Μισώ τη μάνα μου. Μισώ το αίμα μου και το κρύο χάδι της στο μέτωπο μου. Ότι θυμάμαι το μισώ.

Έχει ήδη αρχίσει.

Το βασανιστήριο του ξημερώματος. Αναρωτιέμαι σε τι έχουμε φταίξει. Δε βρίσκω τίποτα παρά τις ζωές μας. Σήμερα μας φώναξαν εκεί. Εμείς πήγαμε. Δεν μας διέταξαν κι όμως πήγαμε επειδή έτσι έχουμε μάθει να κάνουμε. Μας τάισαν καλά για να αντέξουμε. Έχει άλλη αξία να αντέχει κανείς. Είμαι δειλός τελικά. Διστάζω. Φοβάμαι. Ποιος ξέρει τι.

Ο ήλιος αργεί πολύ. Μας φέρνει απελπισία. Στον ορίζοντα λυσσομανούν φώτα. Λευκό, κόκκινο, ξεψυχισμένο πράσινο, μαβί. Μια ακαθόριστη ελπίδα μου γαργαλάει το κεντρί. Σαν βγει ο ήλιος θα του χιμήξω.

Μα αυτός δε βγαίνει. Θα γέμιζε αίματα όλη η πόλη. Το ξέρει. Για αυτό δε βγαίνει. Ο ήλιος φοβάται. Κι έτσι εμείς περιμένουμε. Καλοταϊσμένοι, με μια νύστα γλυκιά που δεν την ξεχωρίζουμε από την θλίψη μας. Κάναμε να Την δούμε μέρες. Την κρύψανε για να την νοσταλγήσουμε πολύ. Καταλαβαίνω τα πάντα με ακρίβεια κι όμως μέσα τους βρίσκω τον εαυτό μου όλο και πιο βαθιά βυθισμένο.

Επιθυμώ να τη δω. «Δεν είμαι γενναίος» απολογούμαι. «Δεν είμαι εγώ γενναίος»

Αυτοί θα σηκώσουν τους ώμους, θα φέρουν την ωραία λεπίδα τους, θα διαπεράσουν με αυτήν τα μικρά μου σπλάχνα, τη μικρή μου ζωή. Μπαμ. Τέλος. Φέρτε τον επόμενο. Έτσι θα γίνει. Το ζήτημα θα έχει λήξει. Δεν είμαι επαναστάτης. Είμαι απλώς δειλός. Δεν τους αρέσω. Θα το ‘ φχαριστηθούν όταν πεθάνω. Ίσως και όχι. Ίσως να μην τους νοιάξει και καθόλου. Αυτό είναι το χειρότερο. Όταν δεν νοιάζεται κανείς. Ένας πραγματικός λόγος για να πεθάνει κάποιος. Κάτι που μπορεί να σκοτώσει από μόνο του.

Κανείς τους δεν θα λυπηθεί όπως και να ‘χει για κανέναν. Αναλώσιμοι όλοι μας, μα εγώ ο πιο δειλός από όλους, ο πιο λιγοστός, αν ήθελα θα μπορούσα να τον δάγκωνα τον ήλιο. Αν ήθελα. Μα πλήττω αφόρητα μες στην ατέρμονη επιθυμία μου για Εκείνη. Μες στην Αναμονή την δίχως νόημα. Μες στη ζωή μας όλη που μας τη χαρίσανε σαν ένα κόκαλο στον σκύλο. Πλήττω αφόρητα κι όμως κοιτάζω ακόμη ψηλά, χλευάζοντας τον εαυτό μου γι αυτό.

……………………………………………………………………………………………….

Τότε βγαίνει Αυτή. Όπως την πρώτη φορά. Είναι αιχμηρή, κάπου μέσα μου με κόβει το σχήμα Της.  Όμορφη μα καθόλου ωραία. Σε τίποτα δεν έχει να κάνει με την ώρα.     Οι σύντροφοί μου εξαπολύουν τους εαυτούς τους στα σύννεφα. Τους αποχαιρετώ διστακτικός, η αδράνεια μου με καθιστά στόχο. Οι φύλακες ευτυχισμένοι που τους δόθηκε εργασία κραδαίνουν τα βέλη προς το μέρος μου, όμως δεν ρίχνουν, μου επιτρέπουν ακόμη να αποφασίσω ή απλώς είναι περίεργοι να δουν τι θα κάνω. Βρίσκομαι σε πλεονεκτική θέση. Κι αυτό όμως ακόμη μοιάζει χλευασμός.

Υψώνω το βλέμμα και Την κοιτάζω. Μόνο αυτό. Τίποτα από ότι βλέπω δεν είναι εκεί. Σμήνη από τους άλλους τρέχουν ξωπίσω της. Κάποιοι σκοτώνονται στον δρόμο, η καρδιά τους εγκαταλείπει τα όπλα, κάποιοι αναμεταξύ τους σκοτώνονται.     Αυτή συνεχίζει την πορεία Της κλέβοντας από τα μάτια μας το φως.

Ξαφνικά αρχίζω να τρέχω κι εγώ μα σε αντίθετη κατεύθυνση.

Όλοι γυρίζουν και με κοιτάζουν. Η Βασίλισσα απομένει μόνη στον ουρανό.

«Το σκάει» λένε «είναι δειλός»

Οι Φύλακες βαριεστημένοι τρίβουν τα κεντριά τους «τον σκοτώνουμε αργότερα»     κι εγώ αποσπώντας τα χειροκροτήματα των συντρόφων μου τους τρίβω στα μούτρα το αναπάντεχο ενός θανάτου που επέλεξα εγώ ο ίδιος για τον εαυτό μου. Υψώνω το αχρησιμοποίητο επί χρόνια κεντρί μου και το βυθίζω με λύσσα όμοια με αυτή που επιδεικνύει ο ήλιος πάνω στα αφράτα σύννεφα, στο μπράτσο μιας γυμνής κοπέλας που άφησε το παράθυρο μισάνοιχτο καθώς ντυνόταν.

«Αχ» Κάνει να με διώξει όμως εγώ βρίσκομαι ήδη εκεί που δεν έπρεπε.

Όλο το σώμα της σπαράζει απ’ το ξάφνιασμα του πόνου ενώ εγώ πεθαίνω χωρίς να αισθάνομαι τίποτα πια. Την ίδια στιγμή η Πτώση μου είναι ταυτόχρονα κι υπόκλιση στο χειροκρότημα των Κηφήνων που ήταν προορισμένοι να πεθάνουν για Έρωτα.

Οι Φύλακες απελπισμένοι από την πορεία των πραγμάτων, φοβούμενοι την τιμωρία από τους Ανωτέρους τους που πολύ πιθανό να μην υπάρχουν μιας που κανένας από μας ποτέ του δεν τους είχε δει, κι ίσως για αυτό το λόγω ακόμη περισσότερο τρέμοντας, βυθίζουν στην καρδιά ο ένας του άλλου τα κεντριά τους, πέφτοντας αγκαλιασμένοι σαν εραστές ενώ η Βασίλισσα, ακίνητη πλέον χωρίς καμιά στεναχώρια που την απορρίψανε χιμάει προς τον ήλιο εγκαταλείποντας την Κυψέλη.  Με την ορμή εκείνου που τίποτα δεν έχει δικό του να του θυμίζει πώς επιστρέφουνε.

Οι λιγοστοί που παραμένουν ψύχραιμοι και στο πόστο τους κατηγορούν ο ένας τον άλλο πότε με απειλές πασχίζοντας να Την φέρουν πίσω, πότε με υποσχέσεις που Εκείνη ευτυχώς δεν έχει μάθει να ακούει, αφού κανείς ποτέ του δεν μερίμνησε για αυτό, η εργασία που την προόριζαν ήταν άλλη. Τώρα άτεκνη, αμείλικτα κωφή και απαστράπτουσα τόσο που τους πονάει τα μάτια περισσότερο από τον ήλιο χάνεται βαθιά μέσα στα σύννεφα.

Οι Φύλακες μαδάνε τα κεντριά τους, οι Κηφήνες χειροκροτούν μανιωδώς πότε τον θάνατο πότε την φυγή.

Κάπως έτσι ξεκληρίστηκε η γενιά μας, εμάς των Κηφήνων. Κάποιοι μόνο Φύλακες τριγυρίζουν ακόμη έξω από την Κυψέλη, όμως δεν έχουν τι άλλο κι αυτοί πια να φυλάξουν κι έτσι επάνω στην τρομερή ανία τους παίζουν, αραιά και που, κάποιο παιχνίδι που μόνοι τους επινόησαν, να τους θυμίζει τα παλιά.                                                                         Τρέχει ο ένας ψηλά στον ουρανό όσο πιο ψηλά μπορεί κι οι άλλοι τον κυνηγούν, στα μισά του δρόμου σκοτώνονται αναμεταξύ τους ποιος θα τον πρωτοφτάσει αυτόν τον Έναν, και πάλι από την αρχή ξεκινούν όσοι απέμειναν και πάει λέγοντας.  Έτσι βρήκαν κι αυτοί έναν τρόπο να λιγοστέψουνε, μιας που δεν γίνεται διαφορετικά κι όσο κι αν πάσχισαν δεν μπόρεσαν να σώσουν την γενιά τους.

 

Προηγούμενο άρθροΣτην Φρανκφούρτη, ένα ενθαρρυντικό ξεκίνημα (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)
Επόμενο άρθροΣιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος, “Ένας κατεργάρης μωρός σ’ έναν κόσμο (ακατ)ανόητο κι απατηλό” (της Πέρσας Αποστολή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here