Οι διακειμενικοί διάλογοι του Ντίνου Χριστιανόπουλου (του Θανάση Αγάθου)

0
743

 

του Θανάση Αγάθου (*)

 

Το βιβλίο του Μάριου-Κυπαρίσση Μώρου Πέρα από τις ισχνές αγελάδες. Μελετήματα για την ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου απαρτίζεται από έντεκα μελετήματα, που επικεντρώνονται στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου και κινούνται γύρω από τρεις άξονες: τον διακειμενικό διάλογο του Θεσσαλονικιού ποιητή με τη βιβλική και την ευρύτερη χριστιανική γραμματεία και τους Σολωμό, Καβάφη και Σικελιανό, την πρόσληψή του μέσα από τις μελοποιήσεις έργων του από τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Σταύρο Κουγιουμτζή και μέσα από ανθολογήσεις ποιημάτων του και τις φάσεις από τις οποίες πέρασε το έργο του κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν η ποιητική του βρισκόταν ακόμη υπό διαμόρφωση.

Στο πρώτο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Βιβλικά διακείμενα εκτός Εποχής: μια ανίχνευση», ο Μώρος επιχειρεί αναγνώσεις του ποιήματος «Βαλτάσαρ» (που περιέχεται στη συλλογή του 1962 Ο αλλήθωρος και βασίζεται στη γνωστή ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης σχετικά με τον βασιλιά Βαλτάσαρ, που προειδοποιείται από τη γραφή που κρατάει ένα αόρατο χέρι για το τέλος της βασιλείας του και τον επερχόμενο θάνατό του) και έξι ολιγόστιχων ποιημάτων από τη συλλογή του 1975 Μικρά ποιήματα (που είναι εμπνευσμένα από στίχους των Ψαλμών, των Ευαγγελίων και των Ύμνων), σε παραλληλία με τα χωρία από τα οποία πηγάζουν. Ως προς τον «Βαλτάσαρ», ο μελετητής αποφαίνεται ότι ο Χριστιανόπουλος καθιστά κεντρικό στοιχείο της αφήγησης τα ίδια τα χέρια που γράφουν και το ποιητικό υποκείμενο δεν ζητά ερμηνεία του μηνύματος, καθώς τη θέση του παίρνει ο γραφέας, που δεν είναι πια ο Θεός, αλλά ο εκάστοτε ερωτικός σύντροφος που προειδοποιεί για την επερχόμενη καταστροφή. Ως προς τα έξι σύντομα ποιήματα, ο Μώρος παρατηρεί ότι τα αρχικά χωρία πλαγιογραφούνται από τον Χριστιανόπουλο, έτσι ώστε να καταστεί εμφανής η αλλοτριότητά τους και οι στίχοι του ποιητή να αφεθούν να αποτελέσουν σχόλια στον ευαγγελικό λόγο και στη συνέχεια επιχειρεί ένα close reading των εν λόγω ποιημάτων σε αντιβολή με τις πηγές τους, τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου προς Κολοσσαείς και προς Κορινθίους, το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο του Ιωάννη και τους Ψαλμούς του Δαυίδ. Ο Μώρος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτά τα ποιήματα εγγράφονται στη «βιβλική» μέθοδο (δηλαδή την άντληση προποιητικού υλικού από τη χριστιανική γραμματεία) που ο Χριστιανόπουλος είχε εγκαινιάσει με τη συλλογή Η εποχή των ισχνών αγελάδων, με τη διαφορά ότι δεν αφορούν στα πρόσωπα του υπο-κειμένου του, αλλά στο πρόσωπο του ποιητή και «μεταφέρουν το συμβολικό φορτίο των χωρίων από τα οποία προήλθαν στο παρόν του αφηγητή που, στα πλαίσια ενός διαλόγου του με το βιβλικό κείμενο, βρίσκει […] στηρίγματα για να μιλήσει για τα ίδια πάθη του, να διαλεχθεί με τις επιταγές και τις ρήσεις του Ιησού και να προβάλει τις θέσεις του» (σ. 46).

Το δεύτερο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Λίγα ακόμη για τη “Μαγδαληνή” του Ντίνου Χριστιανόπουλου: ένας λανθάνων “υπαινιγμός”» και μελετά τις πηγές του ποιήματος «Μαγδαληνή» του Χριστιανόπουλου, που ανήκει στην πρώτη ποιητική συλλογή του Η εποχή των ισχνών αγελάδων. Ο Μώρος επικεντρώνεται σε δύο στίχους του ποιήματος, στους οποίους διακρίνει έναν «υπαινιγμό» του ποιητή στον βίο της Μαρίας της Αιγυπτίας, όπως τον κατέγραψε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος. Αφού παραθέτει τις απόψεις της Μαρίας Ιατρού και του Αναστασίου Νικολαΐδη σχετικά με το εν λόγω ποίημα, αναφέρεται στη βαρύτητα που αποδίδει ο Χριστιανόπουλος στην εγκυρότητα των πηγών του, επισημαίνει ότι στην Εποχή των ισχνών αγελάδων το ποίημα που ακολουθεί τη «Μαγδαληνή» είναι η «Μαρία η Αιγυπτία» και, δεχόμενος ότι η συγχρονία της γραφής των ποιημάτων είναι μια μορφή εγγύησης και για τη συγχρονία των αναγνωσμάτων ή και ακουσμάτων των εκκλησιαστικών κειμένων, προχωρεί στη βάσιμη υπόθεση ότι ο Χριστιανόπουλος «παραχώρησε» ένα επεισόδιο από τον βίο της Οσίας στη Μαγδαληνή, εμφανίζοντας την τελευταία να πουλά τα σώμα της σε ανθρώπους των καραβανιών, τελώνες, Ρωμαίους και Φαρισαίους, προκειμένου να ακολουθήσει τον Ιησού.

Το τρίτο κεφάλαιο επιγράφεται «Μια Πορτογαλίδα μοναχή στην Εποχή των ισχνών αγελάδων: με αφορμή ένα “Υστερόγραφο” του Ντίνου Χριστιανόπουλου» και επιχειρεί μια παράλληλη ανάγνωση του ποιήματος «Υστερόγραφο Πορτογαλίδας μοναχής» –που ο ποιητής συνθέτει το 1949, αλλά εκδίδει αργότερα, το 1975, συμπεριλαμβάνοντάς το στη συλλογή Μικρά ποιήματα– και του υπο-κειμένου του, που δεν είναι άλλο από τις Ερωτικές επιστολές μιας Πορτογαλίδας μοναχής, δημοφιλές ανάγνωσμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, που μετέφρασε στα ελληνικά ο Κώστας Ουράνης το 1921, και αποτελείται από πέντε επιστολές που απευθύνει η Μαριάνα Αλκοφοράδο σ’ έναν Γάλλο αξιωματικό που την έχει εγκαταλείψει, επιστολές που ακολουθούν την πορεία της από την «ερωτευμένη Μαριάνα» ως την «αδελφή Μαριάνα»· αντίθετα με τη Μαριάνα, που επιλέγει τον δρόμο της μετάνοιας  λόγω της απόρριψής της από τον αξιωματικό, η μοναχή του Χριστιανόπουλου ενδύεται το μοναχικό σχήμα και αφοσιώνεται στον Ιησού λόγω του κορεσμού από τους πολλούς άντρες που έχει γνωρίσει στο παρελθόν. Εντάσσοντας το «Υστερόγραφο» σε ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς με τα ποιήματα «Μαγδαληνή» και «Μαρία η Αιγυπτία» (από την Εποχή των ισχνών αγελάδων) ο Μώρος παρατηρεί ότι και στο «Υστερόγραφο» εμφανίζεται η τακτική της αλλαγής κινήτρων που χρησιμοποιείται στην Εποχή, βασική ειδοποιός διαφορά του υπερ-κειμένου από το υπο-κείμενό του, αφού αποτελεί παρέμβαση του ποιητή πάνω στο αρχικό κείμενο, ενώ και στα τρία ποιήματα η ερωτική συντριβή και η αμαρτία οδηγούν το υποκείμενο στην ύψιστη αλήθεια, τον Χριστό.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο; Σχόλια σε έξι “παραθέματα” κι έναν “υπαινιγμό”», ο Μώρος επικεντρώνεται στην ειρωνική διάθεση την οποία προκαλούν σε ποιήματα του Χριστιανόπουλου κάποιες γραμματειακές αναφορές. Η περιορισμένη έκταση του υπο-κειμενικού υλικού (ένας στίχος ή ένα δίστιχο) οδηγεί τον μελετητή στην επισήμανση ότι ο ποιητής στρέφεται αποκλειστικά εναντίον αυτών των γραμματειακών αναφορών τις οποίες πλαγιογραφεί και χωρίζει από τους δικούς του στίχους με κενό. Επιπρόσθετα, ο Μώρος κάνει μιαν εύστοχη διάκριση μεταξύ «βιβλικής ειρωνείας», ειρωνείας δηλαδή που προκύπτει από ένα ανάγνωσμα ή άκουσμα, και ειρωνείας που στρέφεται κατά ενός προσώπου, τονίζοντας τη διάσταση πράττειν και γράφειν. Σχολιάζονται λοιπόν τέτοιου είδους περιπτώσεις: η πρώτη ενότητα του ποιήματος «Ξένοι στρατοί» (από τη συλλογή Παράξενο που βρίσκει το κουράγιο κι ανθίζει) σε συνάρτηση με δύο στίχους της Σαπφούς (μεταφρασμένους τον ίδιο τον ποιητή), που ανασύρει στον νου του παιδικές μνήμες από την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής· ένα από τα Μικρά ποιήματα δανείζεται τον στίχο «δόξα έχει η μαύρη πέτρα σου και το ξερό χορτάρι» από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού, για να αποστασιοποιηθεί ειρωνικά ο ποιητής και να αντιτάξει τη θλιβερή πραγματικότητα της νεοελληνικής κοινωνίας· το ποίημα «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» (και πάλι από τη συλλογή Μικρά ποιήματα) διαλέγεται ειρωνικά με τον διάσημο στίχο του Σεφέρη «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει», χρησιμοποιώντας, όπως υπογραμμίζει ο μελετητής, «τη βράβευση του Σεφέρη με το Νόμπελ ως “αλωτικό” μηχανισμό» (σ. 69)· δύο άλλα ποιήματα από την ενότητα των Μικρών ποιημάτων προκύπτουν από μια καινούρια ανάγνωση ενός στίχου δημοτικού τραγουδιού («εσύ ’σαι τριαντάφυλλο / κι εγώ θα σε μαδήσω») και μιας παροιμίας («από ξανθά μαλλιά και μαύρα μάτια να φυλάγεσαι»)· σε ένα ακόμη ποίημα από την ίδια ενότητα ο Χριστιανόπουλος σχολιάζει τον διάλογο του Μακρυγιάννη με κάποιον άλλον αγωνιστή, αντιτάσσοντας ένα μελαγχολικό και πικρό σχόλιο για το αντιηρωικό πνεύμα της σύγχρονης εποχής και την άγνοια των νέων ανθρώπων.

Το πέμπτο μελέτημα, με τίτλο «Μαγαρισμοί μ’ απομιμήσεις…: η έννοια της βεβήλωσης στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου», ασχολείται με τη διάθεση του Χριστιανόπουλου για επανερμηνεία της βιβλικής παράδοσης, «συχνά υπονομευτική έως βέβηλη», κατά τη διατύπωση της Μαρίας Ιατρού[1].

Το αξιοσημείωτο, κατά τον Μώρο, είναι ότι μετά την Εποχή των ισχνών αγελάδων ο Χριστιανόπουλος αποδεσμεύεται από τη βιβλική μέθοδο και τοποθετεί το ποιητικό υποκείμενο να μιλά σε πρώτο πρόσωπο. Στο πλαίσιο αυτό διαβάζονται τα ποιήματα «Μυστικός δείπνος» (από τα Ξένα γόνατα) και «Τα πάθη τα σεπτά» (από τη Νεκρή πιάτσα), που αντλούν το προποιητικό τους υλικό από το απόσπασμα του Ευαγγελίου του Ιωάννη που αποδίδει τη σκηνή του Νιπτήρος, τη σκηνή δηλαδή στην οποία ο Ιησούς συμβολικά πλένει τα πόδια των μαθητών του: το πρώτο ποίημα αποπειράται έναν σαφή υπαινιγμό στο βιβλικό κείμενο, επαναφορτίζοντας ερωτικά τη σχετική σκηνή, και το δεύτερο ποίημα χτίζεται πάνω στη «βέβηλη» αναλογία ανάμεσα στη νίψη των ποδιών των μαθητών από τον Χριστό και στη νίψη των ποδιών του ερωτικού συντρόφου από το ποιητικό υποκείμενο. Στο ίδιο μελέτημα γίνεται αναφορά και σε ποιήματα όπου το ερωτικό πάθος εκφράζεται μέσω των Γραφών, χωρίς, ωστόσο, να παρατηρείται το φαινόμενο της αίσθησης της βεβήλωσης (για παράδειγμα, στα «Προσκυνήματα» από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός η συμβολική πράξη της προσκύνησης των εικόνων μετατρέπεται σε προσκύνηση «ποδιών αγαπημένων»), ενώ εξετάζονται και περιπτώσεις όπου το σύμβολο δεν αποσπάται από το ιερό όνομα και η αναλογία δηλώνεται ρητά (η φάτνη της Βηθλεέμ στα «Χριστούγεννα» από τον Ανυπεράσπιστο καημό γίνεται το ερωτικό καταφύγιο των δύο εραστών). Ο μελετητής αποφαίνεται ότι στην ποίηση του Χριστιανόπουλου το «ιερό» και το «βέβηλο» εφάπτονται, το ερωτικό πάθος συμπορεύεται με τη θρησκευτική λατρεία και η ταπείνωση της χριστιανικής πίστης συμβαδίζει με τη φετιχιστική αυτοταπείνωση του ποιητικού υποκειμένου.

Το έκτο κεφάλαιο («Φωτο-γραφίσεις και εικονο-γραφήσεις στο έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου») επικεντρώνεται στις σχέσεις φωτογραφίας και ποίησης, με άξονα αναφοράς το έργο του Χριστιανόπουλου. Γίνεται λόγος για δύο ποιήματα της Εποχής των ισχνών αγελάδων όπου εμφανίζεται η έννοια της αποτύπωσης του προσώπου σε χαρτί, πρώτα στο «άλμπουμ με τα εικόνια» από πλανόδιους ζωγράφους (στο ποίημα «Δημάς») και ύστερα από τον φωτογραφικό φακό (στο ποίημα «Λουκάς ο αγαπητός»), περιπτώσεις που εγγράφονται στη σειρά των εσκεμμένων αναχρονισμών που επιχειρούνται στη συγκεκριμένη συλλογή. Ύστερα εξετάζεται το ποίημα «Φωτογραφία» από τη Νεκρή πιάτσα, όπου αναδεικνύεται η φετιχιστική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στην ίδια τη φωτογραφία του νέου που κάθεται στο κρεβάτι πριν να γδυθεί (το κατά Μπαρτ φωτογραφικό stadium), αλλά και –κυρίως– απέναντι σε ένα συγκεκριμένο σημείο της φωτογραφίας, την «κουλτουριάρικη αρβύλα» του νέου, που αποτελεί και το ερέθισμα από το οποίο εκπορεύεται το ενδιαφέρον για τη φωτογραφία (το κατά Μπαρτ φωτογραφικό punctum) και αναπαράγει το στερεότυπο του σκληρού, σκοτεινού αρσενικού· ο Μώρος διαβάζει τη χριστιανοπουλική «Φωτογραφία» και σε συνάρτηση με το ομότιτλο ποίημα του Καβάφη, όπου η θέαση της φωτογραφίας δεν συνδέεται με τη σκληρότητα της ερωτικής πράξης αλλά  με τη νοσταλγία για τον εικονιζόμενο –χαμένο πλέον– εραστή και την «ερωτική αισθητική» των δύο εραστών, που δεν έδωσε ποτέ σημασία στα σχόλια των τρίτων. Μια άλλη συγκριτολογική προσέγγιση επιχειρείται ανάμεσα στο ποίημα του Καβάφη «Εικών εικοσιτριετούς νέου καμωμένη από φίλον του ομήλικα, ερασιτέχνη» και το «Εξώφυλλο» του Χριστιανόπουλου: στο καβαφικό ποίημα το ποιητικό υποκείμενο παρακολουθεί τον νεαρό άντρα που εικονίζεται σε μια φωτογραφία, ξεκινώντας από τα ρούχα και φτάνοντας στον λαιμό, στα μαλλιά και στα μάτια, ενώ στο ποίημα του Χριστιανόπουλου η, εκ πρώτης όψεως, πορνογραφική φωτογραφία που βρίσκεται στο εξώφυλλο ενός βιβλίου χάνει την όποια χυδαιότητά της, καθώς το βλέμμα του ποιητικού υποκειμένου τη διαβάζει ως «ένα μνημείο στην αιώνια άντληση, μια ελεγεία στην αναπότρεπτη εξάντληση». Επικουρικά στην έρευνά του ο Μώρος χρησιμοποιεί και δύο δοκιμιακά κείμενα του ποιητή («Η στιγμή της φωτογραφίας», «Στο μνημείο του Λεωνίδα»), ενώ το θεωρητικό υπόβαθρο του μελετήματος στηρίζεται σε απόψεις του Ρολάν Μπαρτ και της Ελένης Παπαργυρίου.

Το έβδομο μελέτημα επιγράφεται «Ο Χριστιανόπουλος, ο Κουγιουμτζής και ο Χατζηδάκις: το σκαληνό τρίγωνο των μελοποιήσεων». Από τις δεκαπέντε μελοποιήσεις ποιημάτων του Χριστιανόπουλου από τη δεκαετία του 1960 ως το 2000 ο Μώρος επιλέγει να ασχοληθεί με αυτές του Μίμη Κουγιουμτζή (1982) και του Μάνου Χατζιδάκι (1996), με κριτήριο την «επέμβαση» των δύο συνθετών στο υλικό τους: την παράλειψη και την «ηθικοποίηση» στίχων στην περίπτωση του πρώτου, με στόχο τη λείανση της σκληρής επιφάνειας των ποιημάτων του Χριστιανόπουλου και την απάλειψη του ομοερωτικού στοιχείου, και τη συνένωση διστίχων στην περίπτωση του δεύτερου, που ανασκευάζουν, επανασυνθέτουν και δίνουν νέα πνοή στο υπάρχον υλικό.

Το όγδοο μελέτημα, με τίτλο «Ο Χριστιανόπουλος ανθολογούμενος: (Ευαγγέλου, Παπαγεωργίου, Γαραντούδης, Πίστας, Δημητράκος)», εστιάζεται στην παρουσία του Χριστιανόπουλου σε πέντε ανθολογίες, τρεις νεοελληνικής ποίησης (Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά 1950-1970, του Ανέστη Ευαγγέλου, Παρατηρητής, 1994· Η ελληνική ποίηση. Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά των εκδόσεων Σοκόλη, σε επιμέλεια-ανθολόγηση Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, 2002· Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα του Ευριπίδη Γαραντούδη, Μεταίχμιο, 2008)  και δύο αφιερωμένες αποκλειστικά στον ποιητή (Ανυπεράσπιστοι και υπερασπισμένοι έρωτες του Παναγιώτη Πίστα, που κυκλοφορεί το 1988 μαζί με το αφιέρωμα του περιοδικού Παρατηρητής στον ποιητή· Βολέματα καταστροφής του Βασίλη Δημητράκου, που περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού Μπιλιέτο στον ποιητή το 2007 και έναν χρόνο αργότερα κυκλοφορεί σε αυτοτελή τόμο). Ο Μώρος δίνει πολύτιμα στοιχεία για το ποια και πόσα ποιήματα κάθε συλλογής περιλαμβάνονται σε κάθε ανθολογία και προβαίνει σε χρήσιμα συμπεράσματα αναφορικά με τα κριτήρια και το κέντρο βάρους του κάθε ανθολόγου.

Το ένατο μελέτημα τιτλοφορείται «Τριαντάφυλλος Πίττας – Ντίνος Χριστιανόπουλος: ανιχνεύοντας μια σχέση» και διερευνά τη σχέση ανάμεσα στον Χριστιανόπουλο και τον ποιητή και πεζογράφο  Τριαντάφυλλο Πίττα, σχέση που στάθηκε καθοριστική για τη διαμόρφωση του νεότερου δημιουργού, που σκιαγραφεί τον πρεσβύτερο στο διήγημά του «Ο κ. Γαρύφαλλος» (από τη συλλογή διηγημάτων Η κάτω βόλτα). Ο Μώρος εντοπίζει στα πρώτα δεκαοχτώ ποιήματα του Πίττα που δημοσιεύονται στη Διαγώνιο το 1962 κάποιες μορφικές επιλογές που υποθέτει ότι επηρέασαν την ποιητική του Χριστιανόπουλου στην Εποχή των ισχνών αγελάδων, αλλά και μορφικές αναλογίες με τα ποιήματα του Χριστιανόπουλου. Πέρα, ωστόσο, από τις παραπάνω μορφικές συσχετίσεις, ο Μώρος είναι επιφυλακτικός στο να κάνει λόγο για επιρροές του Πίττα στον Χριστιανόπουλο, θεωρώντας αιτία και όχι αποτέλεσμά τους τα κοινά λογοτεχνικά νήματα που συρράπτουν τις σχέσεις των δύο αντρών (επαφές με τα μέλη του Κοχλία, επιρροές από Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη, σχέση με την εκκλησιαστική ορθόδοξη παράδοση).

Το δέκατο μελέτημα («Έξι πρώτες μορφές ποιημάτων του Ντίνου Χριστιανόπουλου: “Αλλοφροσύνη”, “Επίλογος”, “Διάλειμμα”, “Επικίνδυνη μοναξιά”, “Νυχτερινή ηδυπάθεια”, “Γράμμα στο Ντάση”) εξετάζει εκ του σύνεγγυς τις πρώτες μορφές έξι γνωστών ποιημάτων του Χριστιανόπουλου, που στάλθηκαν από τον τελευταίο στη Ζωή Καρέλλη στις 18 Ιουνίου 1953 (και φυλάσσονται στο ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης στο Αρχείο Καρέλλη, μαζί με τις 15 επιστολές του ποιητή προς την ποιήτρια), εντοπίζοντας τις αλλαγές και επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την πρώτη εκδομένη τους μορφή και διερευνώντας τους όρους και τις συνθήκες διαμόρφωσης του ποιητή στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Το ενδέκατο και τελευταίο μελέτημα («Κι ως τώρα, μόνος μας δεσμός / δεν ήταν παρά κάποιοι στίχοι. Ναπολέων Λαπαθιώτης – Ντίνος Χριστιανόπουλος: το πολύπλευρο μιας σχέσης») προσεγγίζει την όντως πολύπλευρη σχέση του Χριστιανόπουλου με τον Λαπαθιώτη, με βάση τρεις άξονες: το βιβλιογραφικό ενδιαφέρον του Χριστιανόπουλου και των συνεργατών του στη Διαγώνιο για τον Λαπαθιώτη, τα δύο δοκίμια του Χριστιανόπουλου για τον Λαπαθιώτη που δημοσιεύονται στη Διαγώνιο το 1952 και το 1965 (όπου ο νεότερος ποιητής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον αισθητισμό του Λαπαθιώτη, στην ομοφυλοφιλία του και τη θέση του ανάμεσα στον Παλαμά και τον Χατζόπουλο) και τα εννέα ποιήματα που ο Χριστιανόπουλος αφιερώνει στον Λαπαθιώτη, οκτώ δημοσιευμένα το 1958 και ένα από τη συλλογή Παράξενο που βρίσκει το κουράγιο κι ανθίζει. Πρόκειται για το εκτενέστερο κείμενο του βιβλίου, γεμάτο ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες παρατηρήσεις.

Το βιβλίο του Μάριου-Κυπαρίσση Μώρου αποτελεί μια πολύτιμη συμβολή στο πεδίο της νεοελληνικής φιλολογίας και ένα ευπρόσδεκτο εργαλείο για κάθε συστηματικό αναγνώστη του Χριστιανόπουλου. Ο Μώρος βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τους άλλους μελετητές, όχι μόνο τους συστηματικούς σχολιαστές του έργου του Χριστιανόπουλου (όπως η Μαρία Ιατρού), αλλά και με άλλους νεοελληνιστές, συγκριτολόγους και θεωρητικούς της λογοτεχνίας, χρησιμοποιώντας –σύντομα ή εκτενή– παραθέματα όπου χρειάζεται, άλλοτε για να συμφωνήσει και να ενισχύσει και άλλοτε για να τα αξιοποιήσει ως σημεία εκκίνησης, ως λαβές για προσωπικούς του προβληματισμούς, για δικά του σχόλια. Η καλά σχεδιασμένη ανάγνωση των ποιημάτων του Χριστιανόπουλου με βάση τους άξονες όπου κάθε φορά επιλέγει να στρέψει το βλέμμα του ο Μώρος, οι εύστοχες επισημάνσεις, η προσεκτικά οργανωμένη επιχειρηματολογία, η επαρκέστατη τεκμηρίωση, η πλούσια βιβλιογραφία, οι γόνιμοι διακειμενικοί συσχετισμοί αποκαλύπτουν έναν μελετητή που, παρά το νεαρό της ηλικίας του, είναι εφοδιασμένος με ισχυρό ιστορικογραμματολογικό και θεωρητικό εξοπλισμό και μια φρέσκια, νεανική, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ματιά πάνω στο έργο ενός από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς μας ποιητές. Το κάθε μελέτημα έχει τη δική του αυτοτέλεια, αλλά το βιβλίο δεν αποτελεί μια απλή συναγωγή δοκιμίων, καθώς τα κείμενα του Μώρου λειτουργούν παραπληρωματικά, φωτίζοντας ποικίλες πλευρές του πλούσιου και πολύμορφου έργου του Χριστιανόπουλου και διαμορφώνοντας έναν πολύτιμο οδηγό ανάγνωσης του έργου του.

 

Info: Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος, Πέρα από τις ισχνές αγελάδες. Μελετήματα για την ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου, πρόλογος Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Ιανός, Αθήνα 2018.

 

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

[1] Μαρία Ιατρού, Η εποχή των ισχνών αγελάδων του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ανίχνευση διακειμενικών σχέσεων, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 25.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here