Οι δαίμονες της ζωής και το αμερικάνικο όνειρο (της Εύας Στάμου)

0
747

 

 

της  Εύας Στάμου

 

Οι Χιλμπίληδες είναι οι φτωχοί, λευκοί Αμερικάνοι της εργατικής τάξης, σκωτοϊρλανδικής καταγωγής που διαβιούν σε αχανείς, αγροτικές εκτάσεις μακριά από τις μεγαλουπόλεις. Σύμφωνα με τα όσα παρουσιάζει, εναργώς και με εκφραστική αμεσότητα, το βιβλίο τού Βανς, οι Χιλμπίληδες ακολουθούν τους δικούς τους νόμους περί τιμής, και οι πράξεις τους υποκινούνται από μια βαθιά συντηρητική και σεξιστική νοοτροπία. Πρόκειται για μια κοινότητα κλειστή, ξενοφοβική, όπου επικρατεί έντονα το θρησκευτικό συναίσθημα (με κυρίαρχο τον Ευαγγελικό Προτεσταντισμό), και που εδώ και δεκαετίες μαστίζεται από τα προβλήματα της ανεργίας, των εθισμών, και της ενδοοικογενειακής βίας.

Ο ήρωας της ιστορίας του βιβλίου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας του, ο Τζέιμς Ντέβιντ Βανς, που εξιστορεί την ζωή του στην  Μιντλτάουν του Οχάιο, όπου γεννήθηκε, και στο Τζάκσον Κεντάκυ, τόπο καταγωγής τής οικογένειας της μητέρας του. Πρόκειται για τις αναμνήσεις του από μια δύσκολη παιδική και εφηβική ηλικία, γεμάτη αστάθεια, εγκατάλειψη και βία, καθώς και για την εξιστόρηση της εντυπωσιακής ανέλιξής του σε απόφοιτο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Γέιλ.

Σε αντίθεση με άλλα βιβλία που εμπλέκουν την αυτοβιογραφία με τη λογοτεχνική αφήγηση, ο Βανς δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εγκυρότητα των όσων παρουσιάζει. Σημαντικός, από αυτή την άποψη, είναι ο αριθμός των υποσημειώσεων που αφενός υποστηρίζουν την ανάλυση του συγγραφέα, αφετέρου μπορούν να λειτουργήσουν ως βιβλιογραφικοί δείκτες για όποιον αναγνώστη επιθυμεί να ενημερωθεί περισσότερο για τα όσα ενδιαφέροντα – και, για το ευρύ αναγνωστικό κοινό, μάλλον άγνωστα – δεδομένα εκθέτει ο Βανς.

Η ανάδυση και μετάδοση προσωπικών αναμνήσεων συνδυάζεται στο Τραγούδι του Χιλμπίλη με την έκθεση κοινωνιολογικών, ιστοριογραφικών, ακόμη και μακροοικονομικών δεδομένων – το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, εγείρει όμως, σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, ζητήματα εγκυρότητας των όσων εκτίθενται στο κείμενο. Αναρωτιέμαι, λόγου χάριν, αν ο Βανς έχει προσαρμόσει την πραγματικότητα στις ακαδημαϊκές έρευνες που παραθέτει για την εσωτερική μετανάστευση και τις συνήθειες της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκει, ή αν απλώς επικαλείται τις έρευνες ώστε  να προσδώσει αληθοφάνεια και να αυξήσει την πειστικότητα της μαρτυρίας του. Όπως και να ’χει, το αποτέλεσμα του συνδυασμού βιογραφίας και κοινωνικών επιστημών δίνει στο έργο του ξεχωριστό ενδιαφέρον και δημιουργεί ένα ιδιαίτερο πλαίσιο όπου πρόσφατα ιστορικά γεγονότα ενδεδυμένα με λογοτεχνικότητα επιτυγχάνουν τον συγκερασμό του ατομικού με το κοινωνικό.

Ένα σημαντικό ζήτημα που διερευνά το βιβλίο είναι το στίγμα της καταγωγής, καθώς θέτει ερωτήματα για τη σχέση που έχει η κοινωνική τάξη με την πιθανότητα υλοποίησης του Αμερικανικού Ονείρου, της κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης, δηλαδή, πολιτών που γεννήθηκαν σε υποβαθμισμένο περιβάλλον, αποκομμένο από τις μητροπόλεις και από όσα αυτές μπορούν να προσφέρουν στους κατοίκους τους. Ο πρωταγωνιστής επιτυγχάνει, παρά την ταπεινή καταγωγή του, να αποκτήσει πανεπιστημιακή μόρφωση και συνεπώς τα εφόδια που του διασφαλίζουν μια άνετη ζωή — όμως πόσο εφικτό είναι κάτι τέτοιο για την πλειονότητα των φτωχών, λευκών Αμερικανών εργατικής τάξης;

Κατά την άποψή μου, το ερώτημα αυτό δεν λαμβάνει ικανοποιητική απάντηση στο βιβλίο, εφόσον ο υπερφωτισμός της προσωπικής ιστορίας τού συγγραφέα αφήνει στη σκιά ζητήματα κάπως πιο περίπλοκα, που αφορούν τις δομικές δυσκολίες μετάβασης μιας ολόκληρης κοινότητας σε διαφορετική κοινωνικοοικονομική κατηγορία, εν αντιθέσει με την σπάνια κι αξιοθαύμαστη περίπτωση ανέλιξης ενός και μόνο μέλους της.

Στον πρόλογο του βιβλίου ο Βανς δηλώνει πως ο συγγραφικός στόχος του είναι να κατανοήσουν οι αναγνώστες πώς είναι να προέρχεσαι από ένα τόσο εξαθλιωμένο περιβάλλον.

«Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν τι συμβαίνει στη ζωή των φτωχών, και τις ψυχολογικές επιπτώσεις που έχει η πνευματική και υλική ανέχεια πάνω στα παιδιά μας. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν πώς νιώσαμε η οικογένειά μου κι εγώ το Αμερικάνικο Όνειρο. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν πώς βιώνεται η κοινωνική ανέλιξη. Και θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν κάτι που εγώ το έμαθα πολύ πρόσφατα: ότι για όσους από εμάς είχαμε την τύχη να ζήσουμε το Αμερικάνικο Όνειρο, οι δαίμονες της ζωής που αφήσαμε πίσω μας συνεχίζουν να μας κυνηγάνε.»

Η οικογένεια του Βανς είναι η τυπική οικογένεια Χιλμπίληδων, όπου οι συναισθηματικές μεταπτώσεις των κηδεμόνων, η ψυχική και ενίοτε η σωματική βία, οι εθισμοί σε αλκοόλ και ουσίες, η αγάπη για τα όπλα, το νταηλίκι, οι νεανικές εγκυμοσύνες, η πρόωρη διακοπή της εκπαίδευσης αποτελούν μέρος μιας κανονικότητας που κληρονομείται από γενιά σε γενιά και την οποία μοιράζονται ολόκληρες κοινότητες λευκών της εργατικής τάξης που κατοικούν στον Νότο. Ο συγγραφέας επιρρίπτει το μεγαλύτερο βάρος των ευθυνών στους ίδιους τους Χιλμπίληδες που δεν δείχνουν συχνά την απαραίτητη θέληση να αλλάξουν τη ζωή τους, αποφεύγουν τη σκληρή εργασία και επαφίονται στην βοήθεια της κρατικής Πρόνοιας για να επιβιώσουν, ή που ελπίζουν ότι θα διασφαλίσουν ένα φωτεινότερο μέλλον μέσω της θεϊκής επιφοίτησης και αρωγής.

Ο Βανς θεωρεί ότι το εκπαιδευτικό σύστημα είναι επαρκές και σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται για την αδιαφορία, την τεμπελιά ή τις απουσίες των μαθητών — για όλα αυτά, σύμφωνα με τον συγγραφέα, φταίνε οι διαλυμένες, ευθυνοφοβικές, δυσπροσάρμοστες οικογένειες των μαθητών. Άλλωστε ο ίδιος απέδειξε ότι αν κάποιος εργαστεί σκληρά και πραγματικά το θέλει, μπορεί να ξεφύγει από αυτή τη ζωή και να αποκτήσει σταδιακά όλα όσα χρειάζεται για να εξασφαλίσει μια ευτυχισμένη καθημερινότητα.

Το πρόβλημα μίξης πεζογραφικών ειδών γίνεται στο σημείο αυτό αρκετά έντονο. Στο μέτρο που ο Βανς αποβλέπει στο να διαβαστεί η αυτοβιογραφία του και ως άσκηση κοινωνιολογικής διάγνωσης, η  προσέγγισή του είναι, νομίζω, απλουστευτική. Οι διαχρονικές ευθύνες τόσο της πολιτειακής όσο και της ομοσπονδιακής διακυβέρνησης υποτιμώνται, ενώ η αίσθηση ματαιότητας των εφήβων προβάλλεται ως πολιτισμική ιδιομορφία, αγνοώντας ίσως το γεγονός ότι για τους περισσότερους από αυτούς η ενηλικίωση συνοδεύεται από τη συνειδητοποίηση ότι κανένα κολεγιακό δίπλωμα δεν μπορεί να διασφαλίσει την έξοδο από την ανέχεια και το εισιτήριο στην μεσοαστική ζωή.

 

Η ελληνική έκδοση του βιβλίου είναι εξαιρετικά επιμελημένη – θετική εντύπωση προκαλεί η ρέουσα γλώσσα της μετάφρασης ενός κειμένου που βρίθει ιδιωματικών εκφράσεων. Το βιβλίο θα ικανοποιήσει τους αναγνώστες που αναζητούν διαρκώς δεδομένα κι ενδιαφέρονται για την διακρίβωση πληροφοριών ή την εγκυρότητα μιας ιστορίας αλλά όχι απαραίτητα και τους λάτρεις τής λογοτεχνίας για τους οποίους το σημαντικότερο είναι ο τρόπος που θα δομηθεί και θα ειπωθεί μια ιστορία, ανεξάρτητα από το εάν αντικατοπτρίζει επακριβώς τα γεγονότα.

info: Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς, Το τραγούδι του Χιλμπίλη, μετάφραση: Αριστείδης Μαλλιαρός (Εκδόσεις ΔΩΜΑ)

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here