Οι βλαβερές συνέπειες της …ανάγνωσης

3
557

Kοινωνικές και ιατρικές αντιλήψεις στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.

Θανάσης Καράβατος

Ι. «Περί της των βιβλίων αναγνώσεως»

Για το καλό της ψυχής τους, απαγορεύουμε
να διαβάσουν έστω και ένα βιβλίο

Voltaire: Περί του φοβερού κινδύνου της αναγνώσεως(1)

Τα αγαθά της ανάγνωσης προβάλλει ο Βολταίρος με την αλληγορική του σατιρική παμφλέτα De l’horrible danger de la lecture. Στο σκηνικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η εισαγωγή της τυπογραφίας κατά το έτος 1143 της Εγίρας, αναθεματίζεται ως ολέθρια, διαβολική εφεύρεση, επειδή μειώνει την αμάθεια που προστατεύει τα ευνομούμενα κράτη∙ επειδή ανάμεσα στα βιβλία που έρχονται από τη Δύση υπάρχουν και μερικά που ασχολούνται με τη γεωργία και τις τέχνες, που μπορεί να εμπνεύσουν στους υπηκόους την αγάπη για το δημόσιο καλό, πλουτίζοντάς τους συνάμα∙ επειδή, ακόμα, θα μπορούσε να αναζητήσουν σ’ αυτά την ισότητα ή τη γνώση των μεταδοτικών ασθενειών, προσβάλλοντας την τάξη της θείας πρόνοιας∙ επειδή, εν τέλει, θα μπορούσε έτσι να φωτιστούν, κι αυτό θα ήταν επικίνδυνο. Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, η ανάγνωση και η εκμάθησή της στα παιδιά απαγορεύτηκε. Ο Βολταίρος σαρκάζει.
Αυτή η «απόλυτη απαγόρευση» δεν είναι άγνωστη στην ιστορία. Ο Alberto Manguel αναφέρεται στον Κάρολος Β’ της Αγγλίας που δίδαξε τον χριστιανισμό στους σκλάβους των βρετανικών αποικιών το 1660. Σύμφωνα, όμως, με το προτεσταντικό δόγμα που ακολουθούσε η Αγγλία, η σωτηρία της ψυχής εξαρτιόταν από την ικανότητα του καθενός να διαβάζει μόνος του τον Θείο Λόγο. Έτσι προέκυψε ο φόβος των «εγγράμματων σκλάβων». Οι δουλέμποροι και οι κάτοχοι σκλάβων δεν πίστευαν ότι η καινοφανής αυτή εκπαίδευση θα περιοριζόταν μόνο στην Αγία Γραφή, γι’ αυτό και αντέδρασαν έντονα, κυρίως στις αμερικανικές αποικίες. Στην Νότιο Καρολίνα, 100 χρόνια μετά, θεσπίστηκαν αυστηροί νόμοι που απαγόρευαν σε όλους τους μαύρους να μάθουν ανάγνωση∙ οι νόμοι αυτοί άντεξαν μέχρι τα μισά του 19ου αιώνα.(2)
Η «απαγορευμένη ανάγνωση» έχει βέβαια εκδηλωθεί και με άλλους τρόπους: με το κάψιμο των βιβλίων, βέβαια, σε έκτακτες καταστάσεις, κυρίως όμως με την λογοκρισία, από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονή μας εποχή. Στις ΗΠΑ, το πρώτο αποτελεσματικό όργανο λογοκρισίας δημιουργήθηκε το 1872 από τον Άντονι Κόμστοκ που ίδρυσε στη Νέα Υόρκη την Εταιρεία για την Καταστολή της Ανηθικότητας∙ ο προπάτοράς μας ο Αδάμ δεν γνώριζε ανάγνωση, έλεγε, αλλά μια και το κακό είχε γίνει θα διάλεγε αυτός τι θα μπορούσε ο καθένας να διαβάσει.(3)
Υπάρχει όμως και μια άλλη, ανάλογη αλλά όχι τόσο γνωστή, πρακτική που βασίζεται στην «ιδέα ότι ορισμένα βιβλία είναι προορισμένα για τα βλέμματα μόνο συγκεκριμένων ομάδων», πρακτική που είναι «εξίσου πανάρχαιη όσο και η ίδια η λογοτεχνία». Αφορούσε κυρίως στις γυναίκες. «Ανάγνωση υπό περιορισμό» την ονομάζει ο Alberto Manguel: από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα τα «ελαφρά αναγνώσματα» προορίζονται κυρίως για τις γυναίκες. «Η ανάγνωση τέτοιων μυθιστορημάτων όχι μόνο πρόσφερε στη γυναίκα αναγνώστρια έναν τρόπο να αναζητήσει πού και πού καταφύγιο στην παθητικότητα που επέφερε το όπιο της λογοτεχνίας∙ της πρόσφερε κάτι πολύ συναρπαστικότερο: της επέτρεπε να διεκδικήσει μια αίσθηση ατομικότητας, γνωρίζοντας παράλληλα πως δεν είναι η μόνη που επιδίδεται σε αυτή την ασχολία. Και φυσικά, από απομνημονεύτων χρόνων, οι γυναίκες αναγνώστριες επινοούσαν τρόπους για να ανατρέψουν το υλικό που η κοινωνία τοποθετούσε στανικά στα ράφια τους».(4)
Κι όμως, θα είναι η ίδια η ανδροκρατική κοινωνία του 19ου αιώνα που, μέσα από μια πληθωρική ηθικολογούσα λογοκρισία των αναγνωσμάτων, θέλησε να ανατρέψει ή, έστω, να περιορίσει τα προορισμένα για τις γυναίκες «ελαφρά αναγνώσματα» ως ιατρικώς επικίνδυνα. Διότι στο έργο αυτό είχε αρωγό της την ιατρική επιστήμη που, με τη σειρά της, αντλούσε κι αυτή «επιχειρήματα» από την κοινωνία: κατά τον 19ο αιώνα υποστηρίχτηκε με πάθος ότι έπρεπε να αποφεύγονται τόσο η ανάγνωση μυθιστορημάτων όσο και η παρακολούθηση του θεάτρου διότι βλάπτουν σοβαρώς την υγεία, των νέων γενικώς, των γυναικών ιδίως.

*

Ο Ερμής ο Λόγιος, το μακροβιότερο των προεπαναστατικών ελληνικών περιοδικών (1811-1821), εξέφραζε τον νεοελληνικό διαφωτισμό, κάνοντας πράξη την προτροπή του Κοραή που καλούσε τους έλληνες λογίους να «μετακενώσουν» στον ελληνόφωνο κόσμο τις επιστημονικές γνώσεις της Εσπερίας.
Ανάμεσα στα κείμενα που θα δημοσιεύσει ο Λόγιος Ερμής –εκτός των αμειγώς ιατρικών που εν πολλοίς, βέβαια, απηχούν και κοινωνικές παραδοχές της εποχής– υπάρχουν και κείμενα κοινωνικής προβληματικής που χρησιμοποιούν τις κρατούσες τότε ιατρικές αντιλήψεις. Χαρακτηριστικό είναι το ειδικό άρθρο «Περί της των βιβλίων αναγνώσεως» που δημοσιεύει, τον δεύτερο κιόλας χρόνο του περιοδικού, ο Δημήτριος Νικολάου Δάρβαρις: η ανάγνωση είναι χρήσιμη πηγή σοφίας, προσφέρει χρήσιμες και αναγκαίες γνώσεις «αλλ’ όταν γίνεται χωρίς εκλογής ή ασκέπτως και απροσφυώς, είνε ολέθριος εις τον άπειρον νέον, επειδή διαστρέφει τον νουν του, και διαφθείρει την καρδίαν του»∙ κατά τον συγγραφέα, στα «άχρηστα και ανωφελή βιβλία» ανήκουν «το πλήθος των μυθιστοριών» και ο «μέγας σωρός των κωμωδιών και των ποιημάτων» (…). Γι’ αυτό και εφιστά την προσοχή του αναγνώστη του: «πρέπει να κάμνη μετρίαν χρήσιν αυτών, καθώς των γλυκισμάτων, τα οποία, όταν τα μεταχειρίζεταί τις κατακόρως και υπέρ το μέτρον, χαλούσιν τον στόμαχον». Διότι, λέει, οι μυθιστορίες και οι κωμωδίες εξάπτουν το πάθος και την περιέργειαν ώστε ο νέος σπαταλά τον καιρό του∙ στο τέλος κυριαρχεί η φαντασία και «η ψευδαίσθησις εξορίζει την αληθή αίσθησιν εκ της καρδίας του, και αι ψευδείς ιδέαι αναπληρούσι τον τόπον των αληθών εννοιών περί της φύσεως των πραγμάτων εις τον εγκέφαλόν του».(5)
Στα 1820 ο Ερμής ο Λόγιος θα δημοσιεύει επιστολή που καταγγέλλει τον αφόρητο διδακτισμό που, προφανώς, έχει επιβάλλει στη λογοτεχνία η αυστηρή τήρηση των κρατούντων, περί τα ήθη, «υγιεινομικών» κανόνων. Ο επιστολογράφος, σχολιάζοντας μια μεταφρασμένη «μυθιστορίαν», γράφει: «είναι δε ως εκ της υποθέσεως συμπεραίνεις γεμάτη από διδαχάς και γνωμικά, και σκυθρωπάς συζητήσεις περί ευδαιμονίας. Πολλοί τοιούτοι μυθιστοριογράφοι φοβούμενοι μήπως η εκ της αναγνώσεως ηδονή φθείρη των αναγινωσκόντων νέων τα ήθη, στηρίζουσι τας μυθιστορίας των εις την ηθικήν, και ασχολούνται να τας κάνουν ωφελιμοτέρας μάλλον παρά τερπνάς∙ ως να μην ήναι δυνατόν να ηδύνουν χωρίς να βλάψουν, ή να ωφελήσωσι χωρίς να πλήξουν».(6)
Τη μέση οδό έχει, όμως, ήδη προτείνει ένα άλλο δημοσίευμα του Ερμή του Λόγιου (1819) –μετάφραση «ομογενούς τινος Ηπειρώτου» από το Philosophie de l’esprit humain του Dugald Stewart– με τίτλο «Συνέπειαι ολέθριαι, αίτινες αμέσως ακολουθούν μίαν φαντασίαν κακώς κυβερνωμένην». Κακώς κυβερνωμένην, βέβαια, από την ανάγνωση «των μυθιστοριών». Αλλά ας μη «συμπεράνη τις εντεύθεν, ότι αναθεματίζω διόλου τας πλαστάς ιστορίας και τα παθητικά συγγράμματα∙ εξ εναντίας στοχάζομαι, ότι δύναται καθείς εκ τούτων να πορισθή μεγάλην ωφέλειαν, οπόταν η ολεθρία αυτών επιρροή καταπολεμήται από την συνήθειαν των πραγμάτων και από τον αληθινόν του κοινωνικού βίου θέατρον». Σκοπός του είναι, λέει, «να προκαταλάβη την κατάχρησιν, και να απαγορεύση την εις τοιαύτην ανάγνωσιν υπερβολήν»( 7).
Στην αρχή του ελληνικού διαφωτισμού η θέση του έλλογου πνεύματος που ρυθμίζει τη συμπεριφορά υποβοήθησε την εγκατάλειψη της ασκητικής αντίληψης για την ηθική. Η συντήρηση της ηθικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη το ίδιο, προπαντός «η εύκαμπτη και βολική έννοια της μεσότητας». Κατοπινότερα, οι αντινοησιαρχικές τάσεις, που βλέπουν με περισσότερη συγκατάβαση τα πάθη, αντισταθμίζονται από επιβιώσεις νοησιαρχικές που τονίζουν την πειθάρχηση των παθών με τη λογική.(8)

ΙΙ. «Εν αρχή ην» ο εγκέφαλος και η καταπόνηση των λειτουργιών του

Ο Samuel-Auguste Tissot, ο διάσημος ελβετός γιατρός της εποχής του Διαφωτισμού, περισσότερο γνωστός από την τεράστια απήχηση του βιβλίου του, με τις αλλεπάλληλες επανεκδόσεις, για τις βλαβερές επιπτώσεις του αυνανισμού (L’Onanisme), τόνιζε το 1768: «Οι αρρώστιες των ανθρώπων των γραμμάτων έχουν δύο βασικές πηγές, την αδιάκοπη εργασία του πνεύματος και την συνεχή ανάπαυση του σώματος»∙ και επεξηγούσε ότι «κάθε μέρος του σώματος που βρίσκεται σε δράση κουράζεται κι όταν η δράση διαρκεί πολύ, οι λειτουργίες του διαταράσσονται (…), σύμφωνα μ’ αυτή την αρχή ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι, όταν ο εγκέφαλος εξαντλείται από τη δράση της ψυχής, πρέπει απαραιτήτως να υποφέρουν τα νεύρα και ότι η διαταραχή τους επιφέρει τη διαταραχή της υγείας».(9)
Ήδη, όμως, πίστευαν ότι, πέραν του γενικού κινδύνου από υπερβολική νοητική δραστηριότητα, ελλοχεύει πάντοτε και κάποιος ειδικότερος που αφορούσε στις γυναίκες, στις γυναίκες των πόλεων, τις μορφωμένες. Σ’ αυτές, που διάγουν «εξ απαλών ονύχων εν εδραίω τρόπω ζωής», που πιέζονται από τον ανθυγιεινό ιματισμό τους και ασχολούνται «τη μαθήση παντοίων τεχνών και επιστημών», σ’ αυτές, παρά «ταις απαιδεύτοις και αγροδιαίτοις», παρατηρείται αύξηση «των ρύσεων αίματος και των νόσων υστέρας εν γένει». Το κυριότερο, η γενετήσια ορμή τους αποκαλύπτεται πρωΐμως και «ξένω τινί τρόπω επαυξάνεται, το υπογάστριον αυτών ανοικείω διαίτη εξασθενούται και η αυτών φαντασία δια της ανωφελών ερωτικών βιβλίων αναγνώσεως εν ίλλιγγι διηνεκεί πλάζεται».10 Αυτά γράφει ο Γεωργιάδης-Λευκίας, στην Αντιπανάκεια το 1810 και παραπέμπει στον Reil, τον Γερμανό ρομαντικό γιατρό και δημιουργό της λέξης ψυχιατρική, που είχε δεχτεί τις επιδράσεις του Philipe Pinel. Ο Philippe Pinel συμπεριελάμβανε μεταξύ των αιτίων της υστερίας τα «αισθησιακά αναγνώσματα».(11)
Θα το τονίσει πάλι, το 1863, ο Κωνσταντινοπολίτης γιατρός Σπυρίδων Μαυρογέννης, βασιζόμενος στον Esquirol, τον μαθητή του Pinel. Η γυναίκα «ει λειποτάκτις του φυσικού αυτής προορισμού αφίσταται, ασθενεία και νοσήμασι τη αυστηρά φύσει δίκην υπέχει»: οι στατιστικές έδειχναν να υπερτερεί το πλήθος των νοσηλευομένων στα φρενοκομεία γυναικών και ο «διασημότερος των Γάλλων φρενοϊατρών Εσκουϊρόλης» εντόπιζε το αίτιο αυτής της υπεροχής «εν τη κακώς των κορασίων εκείσε νοουμένη ανατροφή, εν ταις πρωΐμως ανεγειρομέναις ακαθέκτοις επιθυμίαις, εν ταις φαντασιοσκοπίαις, εν τη εμπαθή φοιτήσει των θεάτρων και αδιακόπω των μυθιστορημάτων αναγνώσει, ταις κακαις και ανειμέναις συναναστροφαίς, τη καταχρήσει της μουσικής και τη ανεργία. Αρμοδία δε και πρόσφορος μόρφωσις του νοός συν αναλόγω αναπτύξει του σώματος ουδαμού ουδέποτε βλάβην επήνεγκε».(12)
Με το πέρασμα του χρόνου και όσο, προς τα μέσα του αιώνα, φουντώνει στην Ευρώπη ο «πανικός» του αυνανισμού, αυτής της «επονείδιστης ακολασίας που αποδεκατίζει τη νεότητα» (Proudhon, 1858), κοντά στα ποικίλα, και βάρβαρα πολλές φορές, προφυλακτικά ή διορθωτικά μέτρα που στοχεύουν το σώμα, θα υπάρξουν και μέτρα για την υγιεινή του πνεύματος. Εχθρός, η φαντασία και ό,τι την διεγείρει: η παρουσία των νέων σε χορούς και θέατρα θεωρείται ολέθρια το ίδιο και η ανεξέλεγκτη πρόσβασή τους σε βιβλία, εφημερίδες πίνακες ζωγραφικήςˑ εναλλακτικά προτείνεται η σπουδή των φυσικών επιστημών που απαιτούν άσκηση και δεν ξυπνούν κανένα πάθος.(13)

*

Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπεραφθονούν, μετά το 1840, τα μεταφρασμένα, γαλλικά κυρίως, μυθιστορήματα. Το 1856 θα ξεσπάσει στην Αθήνα η βίαιη επίθεση της εφημερίδας Αθηνά εναντίον του περιοδικού Πανδώρα για τις μεταφρασμένες μυθιστορίες που δημοσίευε.(14) Κι όταν ο Στέφανος Κουμανούδης κατακεραυνώνει, στον Φιλλίστορα, το ανώνυμο φυλλάδιο Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας (Αθήνησι τύποις Δ. Αθ. Μαυρομμάτη, 1861), διακρίνει με βεβαιότητα το αίτιον: «Ηροστράτειον και τούτο τη αληθεία μάθημα! Ιδού που φέρει η ραδιούργος παίδευσις και η επιπολαιομάθεια! Ιδού που παρασύρουσιν αι ρωμάντσαι!» [συγγραφέας των «σκέψεων ενός ληστού» είναι ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873), δικηγόρος και ποιητής, διδάκτωρ της Νομικής, γιος του γνωστού ιστορικού]. Γι’ αυτό κι ο Κουμανούδης επαινούσε τον Αλέξανδρο Ζωηρό (Δράματα δύο και λυρική ποίησις, Εν Ερμουπόλει 1861), που εκφραζόταν «κατά της κακοσχολίας των μεταφραζόντων αχρεία των ξένων μυθιστορήματα», επειδή αυτά «πληρούν ρωμαντικότητος τον εγκέφαλον».(15)
«Υπηρέτης ανωτέρας τινός δυνάμεως, (την οποίαν) ονομάζομεν ψυχήν» είναι ο εγκέφαλος, διά του οποίου αυτή ενεργεί, δηλαδή αισθάνεται, εννοεί και επιθυμεί. Οι διανοητικές δυνάμεις και τα πάθη είναι έμφυτα αλλά «εκ των περιστάσεων έπειτα αναπτύσσονται ή αμαυρούνται και παντελώς αφανίζονται». Αυτές είναι οι βασικές θέσεις που εκ προοιμίου εξαγγέλλει ο Ι. Ν. Λεβαδεύς για να εκθέσει, εν είδει λεξικού, τις αρετές και τις κακίες της κοινωνίας. Σ’ αυτό, λοιπόν, το Κάτοπτρον της Κοινωνίας (1864) διαβάζουμε: «Πόθεν άρα γε λαμβάνουσιν αρχήν πάντα τα φυσικά και ηθικά δεινά; Ομολογουμένως εκ των ασέμνων θεαμάτων και ακουσμάτων, εκ της αναγνώσεως αισχρών βιβλίων, εκ της συναναστροφής αχρείων και λυμεώντων της ηθικής ανθρώπων. Τούτων δε πάντων εξέχουσι βεβαίως τα θέατρα και οι χοροί. Ουδέποτε νεάνιδες και νέοι πρέπει να πατώσι το θέατρον. Διότι εκεί ως εν σχολείω μανθάνομεν πάσας τας ραδιουργίας του έρωτος, δηλαδή την κακοήθειαν ήτις φέρει θλιβερά αποτελέσματα (…). Ο χορός βλάπτει πολύ μάλλον τας δυστυχείς θυγατέρας διά την έξαψιν του αίματος, τον θόρυβον της καρδίας, την ταραχήν του εγκεφάλου και όλου του νευρικού συστήματος»ˑ ο χορός μόνο ως γυμναστική γίνεται αποδεκτός.(16)
Λίγα χρόνια αργότερα, ο καθηγητής Κ. Α. Ζανετάκης, απευθυνόμενος στους μαθητές του, προέτρεπε: δια να «προφυλαχθώμεν (…) των εκ της εσπερίας προερχομένων δηλητηριωδών αναγνωσμάτων», «ας μη δανειζωμεθα (εκ της Δύσεως) ειμή τας επιστήμας και σίδηρονˑ τας επιστήμας διά να εξασφαλίσωμεν την πνευματικήν ημών υπεροχήν επί των λοιπών εν τη Ανατολή εθνοτήτων, τον σίδηρον δια να ελευθερώσωμεν ποτέ τους έτι υπό τον βαρύν του ξένου ζυγόν στενάζοντες».(17)

*

Είναι ευνόητο ότι κοντά στη θεωρητική διατύπωση αυτών των αντιλήψεων υπάρχει και η πρακτική τους εφαρμογή. Παράδειγμα η «μικρή λεπτομέρεια» που σταχυολογώ μέσα από την πολυσέλιδη βιογράφηση του Βικέλα από τον ανεψιό του Αλέξανδρο Οικονόμου: «Κατά το έτος 1857 ο Δημητράκης έμαθε εν Λονδίνω ότι ιταλικός θίασος έδιδε παραστάσεις εις την Σύρον και ότι η Σμαράγδα Βικέλα επήγε τα κορίτσια της εις το θέατρον! Έσπευσε τότε να επισύρη ευσεβάστως την προσοχήν της μητρός του επί της κακής επιδράσεως των ιταλικών μελοδραμάτων επί αθώων παρθενικών ψυχών!».(18)
Δεν ήταν μόνο το θέατρο. Ο Βικέλας εξέφραζε, επίσης, προς τη μητέρα του και την ανησυχία του «διά τα βιβλία τα οποία θα ημπορούσαν να πέσουν εις τας χείρας των (αδελφών του), ενθυμούμενος το τί είχεν αναγνώσει μείραξ εις την Κωνσταντινούπολιν».(19) Ήταν τότε που, όπως γράφει ο ίδιος, «η αυστηρότης της επιβλέψεως του θείου μου (του Μιχαλάκη, αδελφού της μητέρας του) δεν έφθανε μέχρι του σημείου να απαγορεύση την χρήσιν της βιβλιοθήκης του. Ωφελούμενος της ανοχής του επεδόθην απλήστως εις αναγνώσεις των οποίων σκοπός δεν ήτο βεβαίως η αύξησις των γνώσεών μου. Ανέγνωσα αλλεπαλλήλως μυθιστορήματα παντός είδους –όχι δε πάντοτε και του καλλιτέρου είδους. Παρεκτός των κατά τα έτη εκείνα πολυκρότων έργων του Dumas, της Geοrges Sand, του Eugene Sue, του Soulie και των άλλων συγχρόνων μυθογράφων της Γαλλίας, μου εδόθη ευκαιρία, ουδέποτε άλλοτε παρουσιασθείσα, να διέλθω τινά των χειροτέρων μυθιστορημάτων προγενεστέρας αποχής».(20)
Ο Βικέλας, ώριμος πια, αναρωτιόταν: «Με έβλαψεν άρα γε η κακοχώνευτος εκείνη διανοητική τροφή; Κρίνων εκ του μετέπειτα βίου μου, δύναμαι ν’ αποκριθώ αρνητικώς εις το ερώτημά μου. Αλλά βεβαίως δεν ωφελούν τοιαύται αναγνώσεις, εξάπτουσαι την νεανικήν φαντασίαν, και –αν όχι άλλο– παρεκτρέπουσαι την προσοχήν εκ σοβαρωτέρων μελετών. Εάν δεν μετετοπιζόμην μετ’ ολίγον, εάν εξακολούθουν προπαρασκευαζόμενος διά τοιούτων εφοδίων προς απόλαυσιν της ζωής, εάν συνεχρωτιζόμην προς την κομψευομένην περί εμέ νεολαίαν, ίσως εχαράσσετο διαφορορτρόπως ο κατόπιν δρόμος μου». Τον είχε προφυλλάξει, λέει, η επιρροή της μητέρας του, στην οποία χρωστούσε την «ηθικήν του διάπλασιν». Πόσος, όμως, «ο κίνδυνος εκτροχιασμού, ότε, κατά την κρίσιμον περίοδον της πρώτης νεότητος, ευρίσκεταί τις επί ολισθηρού εδάφους, και πόσον δυσκόλως εκριζώνονται έξεις κακαι, τότε αποκτηθείσαι!».(21)
Γι’ αυτό φρονούσε ότι «εις την παρούσαν περίοδον της διανοητικής ημών ιστορίας έχομεν μεγαλειτέραν ανάγκην φωτισμού ή τέρψεως», αν και, βεβαίως, «επιστήμη μόνη δεν αρκεί. Ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος». Αλλά, το μυθιστόρημα «δεν είναι ως άλλοτε, αφήγησις παραδόξων, ιπποτικών ηρωϊκών ή ερωτικών συμβάντων. Παρά την τάση «τινών εκ των συγχρόνων Γάλλων συγγραφέων προς περιφρόνησιν της αιδούς, προς προτίμησιν σκανδαλωδών υποθέσεων (…), ο μυθογράφος σήμερον είναι και φιλόσοφος, ρέπων ιδίως εις την ψυχολογίαν».(22)
Δηλωμένος στόχος του ήταν να βρίσκει τον «επιθυμητόν μέσον όρον»∙ ως προς τα βιβλία, τον έθελγε η περίπτωση της Γαλλίας και της Αγγλίας. Θα ήθελε και στην Ελλάδα, όπως εκεί, οι συγγραφείς να παρέχουν «ύλην προς ανάγνωσιν ελκυστικήν και διδακτικήν συνάμα» και οι εκδότες να γνωρίζουν «πώς να ωφελούνται αυτοί ωφελούντες τους άλλους, πώς να εκλέγουν τροφήν διανοητικήν υγιή και εύπεπτον», διεγείροντας «την όρεξιν των αναγνωστών διά τοιαύτην τροφήν».(23)
Δύο χρόνια μετά την μόνιμη εγκατάστασή του, το 1897, στην Αθήνα, ακολούθησε η δημιουργία του Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων. Ο Βικέλας πίστευε πως «όταν το Υπουργείον της Παιδείας εν Ελλάδι παύση να θεωρείται και να χαρακτηρίζηται ως μικρόν υπουργείον, τότε δεν θα γίνεται πλέον λόγος περί της ανάγκης του να γενικευθή και παρ’ ημίν η έξις του αναγινώσκειν»ˑ(24) να γενικευτεί αλλά και να προσανατολιστεί, διά «βιβλίων καταλλήλων και καταληπτών»,(25) δηλαδή με βάση το νέο αστικό ηθοπλαστικό διδακτισμό.

*

Ο φόβος των μυθιστορημάτων και του θεάτρου, έστω περιορισμένος και σχετικός, θα παραμείνει ενεργός για χρόνια εντός της νεοελληνικής κοινωνίας. Στην αυγή του 20ου αιώνα, ο δικηγόρος Στάμος Παπαφράγκος θα γράψει στην Ψυχιατρικήν και Νευρολογικήν Επιθεώρησιν του Σ. Βλαβιανού: «το θέατρον και το μυθιστόρημα συνηθέστατα καθίσανται αφορμαί ψυχικών και ηθικών διαταράξεων».(26) Το βεβαίωναν, άλλωστε, και τα Νέα στοιχεία ιατρικής παθολογίας των Laveran και Teissier: μια από τις αιτίες της υστερίας είναι και «οι γενετήσιοι ερεθισμοί, οίτινες προέρχονται εκ τινων θεαμάτων ή εκ της αναγνώσεως μυθιστορημάτων».(27)

 

(1)Voltaire, De l horrible danger de la lecture, http://humanities.uchicago.edu/homes/VSA/danger.html

(2) Alberto Manguel, Η ιστορία της ανάγνωσης, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1997, σ. 438

(3) Στο ίδιο, σ. 445

(4)Ό. π., σσ. 357-363.

(5) Ερμής ο Λόγιος, επανέκδοση ΕΛΙΑ, Αθήνα 1988 ό. π., τ. Β΄, 1812, σσ. 49-53.

(6) Στο ίδιο, τ. Ι΄, τχ. 4, 1820, σσ. 114-120.

(7) Ό.π., τ. Θ΄, τχ. 20 καί 21, 1819, σσ. 800-804 καί 821-829.

(8) Βλ. «Το ηθικοφιλοσοφικό πρόβλημα» στο: Π. Κονδύλη. Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες, Θεμέλιο 1988, σσ. 151-174.

(9) Samuel-Auguste Tissot, De la santé des gens de lettres (1768). Επανέκδοση, Paris, Editions de la Différence 1991, σσ. 29-30.

(10) Αντιπανάκεια. Ήτοι περί των Αιτίων, α τας νόσους δυσιάτους ή ανιάτους, μη τοιαύτας καθ’ εαυτάς ούσας, ως επί το πολύ απεργάζονται. Υπό Αναστασίου Γεωργιάδη Φιλιππουπολίτου. Ιατρού και Χειρουργού και της εν Ιένη Εταιρείας των Ορυκτολόγων, ου μην αλλά και της εν Άλλη Εταιρείας των της Φύσεως Περιέργων, Μέλους αντεπιστέλλοντος, υφ’ ου και εις την λατινίδα φωνήν μεθερμήνευται. Εν Βιέννη 1810, σ. 86.

(11) P. Bercherie, Genèse des concepts freudiens. Les fondements de la clinique 2. Editions Universitaires 1991, σ. 24.

(12) Σπ. Μαυρογένης, «Ομοιότητες και διαφοραί εν εκατέρω των φύλων υπό φυσιολογικήν και ψυχολογικήν έποψιν», Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, 1863, τ. Α΄, σσ. 13-25.

(13) Jean Stengers, Anne Van Neck, Histoire d’une grande peur: la masturbation, Bruxelles, Editions de l’Université de Bruxelles  1984, σ. 22.

(14) Βλ. Άλκης Αγγέλου «Εισαγωγή» στον Πολυπαθή του Γρ. Παλαιολόγου, Ερμής 1989, σσ. 148-165 και Απόστολος Σαχίνης, «Ο Νικόλαος Δραγούμης ως λογοτεχνικός κριτικός», Ελληνικά 1964, τχ 18, σ. 97-119.

(15) «Βιβλιοκριτική», Φιλίστωρ, 1861, τ. Β΄, τχ. 19-20, 1861, σσ. 367-371.

(16) Κάτοπτρον της κοινωνίας, είτε έκθεσις των αρετών και κακιών. Υπό Ι. Ν. Λεβαδέως αρχαίου καθηγητού του Ελληνικού Πανεπιστημίου. Εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Ζ. Γρυπάρη και Α. Καναριώτη, 1864, σ. 64.

(17) Κ. Α. Ζανετάκης, «Περί του γαλλικού μυθιστορήματος και της επιρροής αυτού επί τα εν Ελλάδι ήθη», Πανδώρα, τ. Κ΄, 1869, Φυλλ. 461,  σ. 86 (Το πρώτο μέρος στο Φυλλ. 460 σσ. 72-76).

(18) Αλέξανδρος Αρ. Οικονόμος, Τρεις άνθρωποι. Συμβολή εις την ιστορίαν του ελληνικού λαού (1780-1935), τ. Β΄ «Δημήτριος Μ. Βικέλας (1835-1908)», σ. 105.

(19) Στο ίδιο, σ. 104

(20) Δημήτριος Βικέλας, Η Ζωή μου. Παιδικαί αναμνήσεις, νεανικοί χρόνοι, Βιβλιοπωλείον Ιωαν. Ν. Σιδέρη, χχ, σσ. 165-66.

(21) Στο ίδιο, 166-67.

(22) Δημήτριος Βικέλας, «Τα Παρίσια και η ελαφρά φιλολογία», στο Διαλέξεις και Αναμνήσεις, Εν Αθήναις, Εκδ. Εστίας 1893, σ. 33-57.

(23) Δημήτριος Βικέλας, «Περί βιβλίων και περί της έξεως του αναγινώσκειν», στο Διαλέξεις και Αναμνήσεις, Εν Αθήναις, Εκδ. Εστίας 1893, σ. 1-32.

(24) Στο ίδιο, σ. 32.

(25)  Αλέξανδρος Αρ. Οικονόμος, ό. π., σ. 182.

(26) Στάμος Παπαφράγος, «Ο τύπος και η εγκληματικότης», Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, τ. Α΄, τχ Γ΄, Νοέμβριος 1902, σσ. 74-80.

(27) Laveran καί Teissier, Νέα στοιχεία ιατρικής παθολογίας, Μετάφρασις υπό Κ. Λούρου, επιμελεία Γ. Καρυοφύλλη, Αθήνησι, τυπογρ. Παλιγγεσείας. τ. Α΄, 1890, σ. 960.

 

Προηγούμενο άρθροΤο «α», το «θ» και το «ρ
Επόμενο άρθρο«Εδώ είναι Μπαλκάνια- μετά το 2ο Διαβαλκανικό Συμπόσιο ποίησης.

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Παρομοίως και ο Δον Κιχώτης:

    «Απορροφήθηκε τόσο πολύ στο διάβασμα, που περνούσε τις νύχτες ξάγρυπνος τη μια μετά την άλλη, και τις μέρες του με θολούρα και ζάλη. Και από την αϋπνία και το αδιάκοπο διάβασμα, του στέρεψε το μυαλό και σάλεψε το λογικό του.
    Έχοντας πια τρελαθεί ολότελα, έκρινε σωστό και αναγκαίο, για να τιμήσει το όνομά του, να γίνει περιπλανώμενος ιππότης που θα γυρίζει τον κόσμο με τα όπλα του καβάλα στο άλογό του, αναζητώντας περιπέτειες, τιμωρώντας το άδικο και διορθώνοντας τα στραβά των ανθρώπων.»

  2. Δεν μου κάνει τίποτα εντύπωση, εδώ ακόμη κι εγώ που είμαι νεότατος, πρόλαβα τα φυλλαδιάκια που μοίραζαν οι ενορίες στα παιδιά του κατηχητικού κι έλεγαν να μην βλέπουν τηλεόραση, να μην πηγαίνουν σινεμά, να μην ακούνε ραδιόφωνο -όλα του διαβόλου- και αν διαβάζουν να μην είναι ό,τι κι ό,τι αλλά οι ωραιοτάτοι βίοι των αγίων μας. Βλέπεις η διαφορά της “επανάστασης” (πνευματικής και μη) με τον “μεσαίωνα” είναι ότι η πρώτη πρέπει να ξεσπάσει, ενώ ο δεύτερος είναι συνεχόμενος και πανταχού παρών.

    • Έτσι είναι, όπως τα λέτε…
      μόνο που υπάρχει μια ακόμα διαφορά, η “επικύρωση” των παραινέσεων από την ιατρική και την ψυχιατρική του 19ου αιώνα
      Θ.Κ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here