Οι αντίχειρες των παλιών θεών

0
702

 Σταυρούλα Τσούπρου. 

«Η ομορφιά είναι ίσως συνάρτηση μιας κάποιας αραίωσης»

(Λουΐ Αραγκόν)

Σωπαίνω ήδη. Και μαζί με την σιωπή μου βυθίζομαι εκεί όπου «κατοικώ μόνον εγώ», για να με ξεχάσω. Διότι, όταν θα έχω αφήσει πίσω μου τις φωνές τους, τα μάτια τους, τα αφτιά τους, τα χέρια τους, τις μύτες τους που χώνονται παντού

όταν δεν θα με βομβαρδίζουν πια οι υποχρεώσεις που μου επιβάλλουν

όταν δε θα με πιέζουν αφόρητα τα ερωτηματικά τους βλέμματα, που μ’ αναγκάζουν να μιλώ κι εγώ, να εξηγώ, να απολογούμαι, να προσπαθώ να πείσω, να καθυστερήσω, να προλάβω, να προβλέψω, να μεριμνήσω, να κανονίσω, να τακτοποιήσω, να ευχαριστήσω, να αποφύγω, να γλιτώσω, να ξεφύγω, να κρυφτώ,

όταν δε θα με αγγίζουν πια, για να με καλοπιάσουν, για να με αγκαλιάσουν και να με πιέσουν, να με φέρουν κοντά τους για να με δέσουν

τότε

θα μπορέσω ίσως να αρχίσω να ξεχνάω πως είμαι: πώς είμαι, πού είμαι, τι είμαι, γιατί είμαι.

Τότε ίσως να μου γίνει η χάρη – χάρη, χαρά ή χαμός; – να αναλυθώ σε αέρα, αέρα ανάλαφρο και αραιό, thin air, και να εξαφανιστώ – για λίγο.

Και τότε θα είναι δυνατόν εγώ, που δεν θα είμαι εγώ (τι ανακούφιση να μην με αναγνωρίζω)

να κυριαρχώ ερήμην μου πάνω σε όλα

σε φωνές και κραυγές των άλλων

σε απειλητικές ματιές και χειρονομίες

σε ικεσίες και φοβέρες.

 

Θα περνώ ανάμεσά τους, αέρας αραιός

δεν θα μου κοστίζει που θα τις αγνοώ, αέρας αραιός

δεν θα έχω μέλλον ούτε παρελθόν, αέρας αραιός

δεν θα μου δίνω λογαριασμό, αέρας αραιός

δεν θα γερνάω, δεν θα πονώ, αέρας αραιός

θα είμαι της ανυπαρξίας μου φρουρός, αέρας αραιός.

 

Σωπαίνω ήδη. Δεν τις θέλω τις συναναστροφές τους. Τις περισσότερες φορές δεν είμαι εγώ εκεί, είναι το ψέμα μου, η εικόνα που με επιμέλεια έχω φτιάξει, ανάλογα κάθε φορά με τις περιστάσεις. Μα κι όταν είναι λιγότερο ψεύτικη, κρατάει η στιγμή τόσο λίγο. Και μετά πάλι προσποίηση και κατασκευή και ύφος.

Δεν τους θέλω. Γιατί ούτε κι εμένα με θέλω. Με κούρασα.

 

Σωπαίνω ήδη. Κι όμως! Πιστεύουν, είναι πεπεισμένοι πως είμαι τύπος κοινωνικός, ευγενικός, ίσως και καλόκαρδος. Λάθος κάνουν. Τίποτε και κανέναν δεν θέλω. Αφού δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα με μένα, τι ελπίδα έχω με τους άλλους; Δεν με γνωρίζω. Και δεν θα με μάθω ποτέ. Δεν υπάρχει Κατάκτηση στο Τέλος του Δρόμου και το Μαυσωλείο βρυχάται κάθε στιγμή μέσα μου.

Σωστά! Υπάρχει μόνο η σιωπή.

Γιατί να έρχεται όταν είναι πια αργά; Όταν τα πάνδεινα έχουν αφήσει τις χαρακιές τους και οι αλυσίδες των άλλων τα σημάδια τους; Θα έπρεπε να προηγείται, θα έπρεπε να είναι εκεί εξ αρχής, μόνη Βασίλισσα, Τυραννίς.

Σωπαίνω ανώφελα. Το Μαυσωλείο θα αρχίσει σύντομα να μου σφυροκοπάει και πάλι κατά διαστήματα τα μηλίγγια, «το αποτύπωμα των αντιχείρων των παλιών θεών», αλίμονο, όταν μας έφτιαχναν με λάσπη. Ελπίζω μόνον στα κενά, ενδιάμεσα.

Εξάλλου, μπορεί και να έχω γίνει κάποτε αέρας αραιός.

Δεν θα το γνώριζα, έτσι κι αλλιώς.

Σταυρούλα Τσούπρου

Προηγούμενο άρθροΤι έμαθα για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου
Επόμενο άρθροΣυγχώρεση

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ