Νατάλια Γκορμπανέφσκαγια, in memoriam

0
238

 

 

του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη.

 

Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα, ένα εύθραυστό πλάσμα μα με τεράστιο ηθικό σθένος, ικανή να σηκώσει στους λεπτούς της ώμους το βάρος ενός ολόκληρου λαού, όταν στις 25 Αυγούστου 1968, σπρώχνοντας το καροτσάκι με το μωρό παιδί της,  μαζί με τους Κωνσταντίν Μπαμπίτσκι, Τατιάνα Μπαγιεβάγια, Λαρίσα Μπογκοράζ, Βαντίμ Ντελόν, Βλαντίμιρ Ντρεμλιούγκι, Πάβελ Λιτβίνοφ και Βίκτωρ Φάινμπεργκ, μια δράκα γενναίων και έντιμων σοβιετικών πολιτών, βγήκαν στην Κόκκινη πλατεία να διαμαρτυρηθούν για την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία. Γνωρίζοντας πολύ καλό τον κίνδυνο, αλλά και το τίμημα που θα κληθεί να καταβάλει, η νεαρή γυναίκα έκανε τα λιγοστά βήματα που πρόλαβε, έτοιμη να συναντηθεί με την ιστορία, σώζοντας τη τιμή ενός λαού που στέναζε στη τυραννία.

Η στάση της έγινε σύμβολο του αγώνα για τη δημοκρατία και ενέπνευσε πολλούς στη Δύση, μεταξύ δε αυτών και τη διάσημη τραγουδοποιό Τζόαν Μπαέζ που έγραψε γι’ αυτήν το τραγούδι «Νατάλια».

Η μικροκαμωμένη αυτή γυναίκα, η Νατάλια Γκορμπανέφσκαγια, ποιήτρια, μεταφράστρια, ακτιβίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μια από τις πλέον επιφανείς προσωπικότητες του κινήματος των Αντιφρονούντων της ΕΣΣΔ, πέθανε προχθές στην ηλικία 87 ετών στο Παρίσι.

 

Γεννήθηκε η Ναταλία Γκορμπανέφσκαγια στις 26 Μαΐου 1936. Οι γονείς της δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Η μητέρα της ήταν βιβλιοθηκάριος, ρωσίδα και ο πατέρας της εβραϊκής καταγωγής, τον οποίο δε γνώρισε, αφού σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Το 1953 γίνεται δεκτή στη Φιλολογική σχολή του Πανεπιστημίου της Μόσχας, τρία χρόνια αργότερα όμως συλλαμβάνεται από την ΚΑ.ΓΚΕ.ΜΠΕ ως φίλη του Αντρέι Τερεχίνιν και του Βλαντίμιρ Κουζνετσόφ, οι οποίοι είχαν συλληφθεί επειδή πέταξαν προκηρύξεις με τις οποίες καταδίκαζαν την επέμβαση των σοβιετικών στην Ουγγαρία. Τρείς ημέρες αργότερα απελευθερώνεται, αλλά κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των φίλων της. Το φθινόπωρο του 1957 αποβάλλεται οριστικά από το πανεπιστήμιο με το πρόσχημα ότι απουσίαζε από τα μαθήματα.

Το 1958 ξεκινάει να σπουδάζει εξ αποστάσεως στη Φιλολογική σχολή του Πανεπιστημίου του Λένινγκραντ, από το οποίο και αποφοίτησε το 1964 ως «φιλόλογος, δασκάλα της ρωσικής γλώσσας και λογοτεχνίας της μέσης εκπαίδευσης». Στη συνέχεια, εργάζεται στη Μόσχα ως βιβλιοθηκονόμος και μεταφράστρια τεχνικών και επιστημονικών κειμένων. Είναι η περίοδος όπου αναπτύσσει φιλικές σχέσεις με τον Αλεξάντρ Γκίζνμπουργκ και Γιούρι Γκαλανσκόφ και ασχολείται έντονα με την αντιγραφή κειμένων του κινήματος Σαμιζντάντ (cамиздат). Το 1961 απέκτησε τον πρώτο και το 1968 το δεύτερο γιο της.

Στη Ναταλία Γκορμπανέφσκαγια οφείλουμε το Ενημερωτικό Δελτίο του κινήματος Σαμιζντάντ «Το Χρονικό των γεγονότων της εποχής μας» του 1968. Η συμμετοχή της στη διαμαρτυρία της 25η Αυγούστου 1968 την οδήγησε σε περιπέτειες. Την ίδια εκείνη ημέρα συνελήφθη, αλλά απελευθερώθηκε αμέσως. Στη συνέχεια παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία των «ομαδικών ενεργειών διατάραξης της κοινωνικής τάξεως», μετά όμως από ιατρική πραγματογνωμοσύνη (;) κλείστηκε με δικαστική απόφαση σε Ψυχιατρικό κατάστημα επειδή, «δεν αποκλείεται η πιθανότητα σχιζοφρένειας» κατά τη γνώμη των γιατρών (;). Έτσι, κρίθηκε ως μη έχουσα σώας τα φρένας και τέθηκε υπό την επιμέλεια της μητέρας της.

Στις 24 Δεκεμβρίου 1969 συλλαμβάνεται ξανά με την κατηγορία «διάδοση ψευδών ειδήσεων, οι οποίες βλάπτουν το σοβιετικό κρατικό και κοινωνικό σύστημα». Τον Απρίλιο του 1970 στο Ινστιτούτο Δικαστικής Ψυχιατρικής «Β. Π. Σερμπσκόι» διέγνωσαν «κατατονική σχιζοφρένεια» και παρά την απουσία αναφορών στην ψυχιατρική γνωμάτευση των παραμικρών ψυχοπαθολογικών ευρημάτων, τα οποία θα τεκμηρίωναν την αναγκαιότητα εγκλεισμού, στάλθηκε για «υποχρεωτική θεραπεία σε ψυχιατρικό κατάστημα σωφρονιστικού τύπου», όπου παρέμεινε για 2 χρόνια και 2 μήνες μέχρι τις 22 Φεβρουαρίου 1972.

Το 1971 η Γκορμπανέφσκαγια δημοσίευσε τη συλλογή της «Δωρεάν ιατρική βοήθεια», που είχε γράψει τον Μάρτιο του 1968 και το αφιερωμένο στις καταχρήσεις εξουσίας της Ψυχιατρικής στην ΕΣΣΔ βιβλίο «Τιμωρημένοι τρελοί».

Στις 17 Δεκεμβρίου 1975 έφυγε στο εξωτερικό. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου εργάστηκε στη σύνταξη του περιοδικού «Ήπειρος» (Континент), ήταν εξωτερικός συνεργάτης του ραδιοφωνικού σταθμού «Ελευθερία» (радио Свобода)  από τις αρχές του 1980 μέχρι και το 2003 εργάστηκε στην εφημερίδα «Ρωσική σκέψη» (Русская мысль). Από το  1999 ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του ρωσόφωνου περιοδικού της Βαρσοβίας «Νέα Πολωνία», όπου δημοσίευσε πολλά δικά της έργα, αλλά και μεταφράσεις της. Το 2005 πήρε την πολωνική υπηκοότητα. Συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ «Αυτοί επέλεξαν την ελευθερία» του σκηνοθέτη Κάρα – Μούρζ, το 2005.

Στις 3 Ιουνίου 2008 υπέγραψε τη Διακήρυξη για την ευρωπαϊκή συνείδηση και τον κομμουνισμό της Πράγας. Στις 23 Οκτωβρίου 2008 το Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνας «Μαρία Κιουρί Σκλοντόφσκαγια» την τίμησε με τον τίτλο του Επίτιμου Διδάκτορα (doctor honoris causa).

Η Ναταλία Γκορμπανέφσκαγια έγραψε δεκάδες ποιητικές συλλογές. Έχει μεταφράσει από τα πολωνικά, τα τσεχικά, τα σλοβακικά και τα γαλλικά.

Το 2010 τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του διεθνούς λογοτεχνικού διαγωνισμού «Ρωσικό βραβείο» στην κατηγορία «ποίηση». Στις 27 Απριλίου 2011 στη Μόσχα, η σύζυγος του πρώτο προέδρου της Ρωσίας Ναϊνα Ιώσηφοβνα Γιέλτσινα, της απένειμε το βραβείο για το βιβλίο «Σφίξε τη γη, καρδιά μου», μια ποιητική συλλογή, στην οποία περιέλαβε ποιήματα της περιόδου 1956 – 2010.

Στις 25 Αυγούστου 2013, 45 ολόκληρα χρόνια, η Γκορμπανέφσκαγια συμμετείχε και πάλι σε διαδήλωση στην Κόκκινη πλατεία με το σύνθημα «Για τη δική μας και δική ας ελευθερία». Το πανό με το σύνθημα ξετύλιξε μια ομάδα 12 ανθρώπων, από τους οποίους οι 10 συνελήφθηκαν από την αστυνομία. Η αστυνομία δε τόλμησε να αγγίξει την Γκομπανέφσκαγια. Στις 22 Οκτωβρίου 2013 η Γκορμπανέφσκαγια τιμήθηκε με το παράσημο του Πανεπιστημίου του Καρόλου, για τον πολυετή αγώνα της υπέρ της δημοκρατίας, της ελευθερίας και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ποιήματα της Γκορμπανέφσκαγια έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον Τζέραλντ Σμιθ και το Ντάνιελ Βάισπορτ, στα πολωνικά από τον Βίκτορα Βοροσίλσκι, το Στανισλάβ Μπαραντσάκ, τον Άνταμ Πομόρσκι, στα ουκρανικά από τη Βαλέρια Μπουγκουσλάφσκαγια.

 

Εργογραφία

Ποιήματα, Φρανκφούρτη, 1969

Μεσημέρι. Η υπόθεση της διαδήλωσης της 25ης Αυγούστου 1968 στην Κόκκινη πλατεία, Φρανκφούρτη, 1970

Ακτή, Ann Arbor, 1973

Τρία τετράδια ποιημάτων. Bremen, 1975

Ξεφυλλίζοντας τη χιονισμένη σελίδας, Paris, 1985

Πού και πότε, Paris, 1985

Μη κοιμάσαι στο δείλι. Αγία Πετρούπολη, 1996

Επιλογή, Μόσχα, 1996

Ποιος τραγουδάει για τι, Μόσχα, 1997

13 οκτάστιχα και άλλα 67 ποιήματα, Μόσχα, 2000

Τελευταίοι στίχοι εκείνου του αιώνα, Μόσχα, 2001

Ρωσο-ρωσικός διάλογος: επιλογή ποιημάτων. Ποίημα χωρίς ποίημα. Νέο βιβλίο ποιημάτων. Μόσχα, 2003

Ρόδο του τσαγιού, Μόσχα, 2006

Και τότε ερωτεύτηκα ξένα ποιήματα … Επιλογή μεταφράσεων από την πολωνική ποίηση. Βαρσοβία – Κράκοβ, 2006

Μεσημέρι: η υπόθεση της διαδήλωσης της 25ης Αυγούστου 1968 στην Κόκκινη πλατεία, Μόσχα 2007

Διακλαδώσεις. Σαμάρα, 2010

Κύκλοι στο νερό, Μόσχα, 2010

Σφίξε τη γη καρδιά μου. Μόσχα, 2011, («Ρωσικό βραβείο» 2010)

Στόιτο, Μόσχα 2011

Πρόζα για την ποίηση, Μόσχα, 2011

Ο Μίλος μου, Μόσχα 2012

Πόλεις και δρόμοι, Μόσχα, 2013-12-01

 

Τα βιογραφικά στοιχεία για το μικρό αυτό σημείωμα έχουν αντληθεί από τη ρωσική έκδοση της Wikipedia αλλά και δημοσιεύματα ρωσικών εφημερίδων της 30ης Νοεμβρίου 2013.

 

Ποιήματα

(μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©)

 

Ποιος είμαι εγώ; Τι είμαι εγώ; Πού είμαι εγώ;

Και ποια ιδέα

Μου ήρθε στο μυαλό πάνω στη γη,

Σε τούτο το μακρύ καράβι

Που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του,

 

Ξέρω: προσδοκώ αιώνια ζωή,

Μα προς το παρόν αόρατα

Είναι για τούτη τη ζωή το θαύμα κι ο καπνός,

με τα οποία σώζω τη ψυχή:

να συναντήσω εκείνο που δεν περιμένω.

 

* * *

Ξεχνάω μα δε λυπάμαι

αργοσβήνω μα δε φοβάμαι,

κι ούτε με την παγωνιά, μήτε με τον καύσωνα

δεν παλεύω και δεν πολεμώ.

Και στραβώνουν τα ρήματά μου

και στρεβλώνουν τα λόγια μου,

γυμνά, φτωχά και πεινασμένα,

μόλις που ακούγονται, μόλις

που λέγονται ευκρινώς

με χείλη σφαλιστά,

και ζουν χωριστά από μένα

όπως το δέντρο από τον ξυλοκόπο.

 

* * *

Νυσταγμένη γράφοντας και λησμονώντας

Όλα  για το πρωί τ’ αφήνω… Ω Κύριε, απάλλαξε με  –

Όχι από τη λήθη, από τη συγγραφή,

Από τις νυσταγμένες μουτζούρες, από τις μουτζουρωμένες ανατριχίλες,

Από την έξοδο χωρίς τη λαμπίτσα του ορυχείου,

Όπου σύντομα θα φάει η σκόνη τα υποστυλώματα.

 

* * *

του Λ. Λόσεφ

 

Σκοτεινή νυχτιά.

Καίγεται του Μπετόβεν ο ραδιοσταθμός.

Ύπνος για το γιόκα.

Και πέρα από τα χωράφια μακραίνει η γραμμή.

Όποιοι κι αν ήμασταν εκεί

Οι θλίψεις μας

Θα είχαν φτάσει,

Μα ούτε προσδοκούσαν.

Σκότωσαν, ήρθαν –

Σα σκοτάδι, σαν αχτίδες.

Από το θάνατο

Δεν μας γλίτωσαν.

 

Ρόδο του τσαγιού.

Απόγνωση και απειλή.

Και χωρίς νάρκωση

Σε ρίμες κομματιάστηκε η πρόζα.

 

* * *

Κύριε, Κύριε, η νύχτα κι η ομίχλη

τους σκέπασαν.

Κύριε, τι μας χάρισες,

Εκτός από αδυναμία;

Εκτός από το πνίξιμο της φωνής της ελευθερίας:

«Ελεύθερη Πολωνία!»

Και μέσα από τις ζώνες να επιτίθενται

Στις πόρτες της πρεσβείας.

 

Η φωνή μου, ο ρόγχος μου είναι θλιβερά και ήρεμα:

«Αδελφές και αδέλφια!»

Είναι προφανές ότι ο Κύριος αγάπησε υπερβολικά

αυτή την πεδιάδα.

Είναι προφανές, ότι ο Κύριος και Θεός μας γι’ αυτούς

– όπως και για τον Υιό του –

δεν έχει άλλες εκδηλώσεις της αγάπης του

εκτός από τη σταύρωση.

 

* * *

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ αθέατη Μεταπολίτευση
Επόμενο άρθροΑναζητώντας τη «μυστική παπαρούνα»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ