Μ. Κούντερα:Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα της Ύπαρξης (Της Νίκης Κώτσιου)

0
4132

 

 

Της Νίκης Κώτσιου.

 

Για τους υπαρξιστές, η ζωή δεν διαθέτει από μόνη της κάποιο εγγενές νόημα και είναι οι άνθρωποι αυτοί που καλούνται κάθε φορά να τη νοηματοδοτήσουν και να την κάνουν σημαντική.  Το “βάρος” και η “ελαφρότητα” είναι οι δύο  επιλογές που διαθέτει ο άνθρωπος για να αντιμετωπίσει το παράλογο  και στο θρυλικό μυθιστόρημα του Τσέχου Μίλαν Κούντερα  «Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα της Ύπαρξης»(επανακυκλοφορεί από την Εστία σε καινούρια,εξαιρετική μετάφραση του Γιάννη Η. Χάρη ), οι δυο αυτές επιλογές αντιμετωπίζονται ως ισότιμες και εξίσου σεβαστές εναλλακτικές, χωρίς να τους αποδίδεται συγκεκριμένο ηθικό πρόσημο.

Αν η ζωή επαναλαμβανόταν εις το διηνεκές κι επανερχόταν η ίδια ξανά και ξανά, τότε η κάθε πράξη θα όφειλε να είναι καλοζυγισμένη και συνετή έτσι ώστε να αποφεύγονται ολέθρια  λάθη προορισμένα να επαναλαμβάνονται εις τους αιώνες. Όμως, σε αντίθεση με το νιτσεϊκό μύθο της αέναης επιστροφής, η σύντομη ανθρώπινη ζωή συμβαίνει μόνο μία φορά και μετά σβήνει δια παντός, οπότε προς τι η σχολαστική μέριμνα αποφυγής λαθών και ατοπημάτων ,δεδομένου ότι ο ασήμαντος ανθρώπινος  βίος δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθεί; Για τον πρωταγωνιστή Τόμας που είναι θιασώτης της ελαφρότητας, η ζωή οφείλει να απαλλαγεί από τα βαρίδια που δεν την αφήνουν να πετάξει και να ανυψωθεί, η ύπαρξη πρέπει να απελευθερωθεί απ’όσα την κρατούν καθηλωμένη κάνοντάς την δυσκίνητη και βαριά. Τέτοια βαρίδια είναι τα κάθε λογής εξωτερικά «πρέπει» απ’όπου κι αν προέρχονται, που αλλοτριώνουν και  ψαλιδίζουν τα όποια περιθώρια προσωπικής αυτονομίας. Καθόλου τυχαία, ο  Τόμας ζει μια ζωή αμετανόητα πολυγαμική, αν και είναι παντρεμένος με την Τερέζα, την οποία αγαπά. Η αγάπη του για την Τερέζα εκδηλώνεται ως αίσθημα ευθύνης  και τρυφερότητας απέναντί της, οπότε έτσι θεωρεί πως εξιλεώνεται για το εξωσυζυγικό του κυνήγι. Ο Τόμας αναζητεί σε κάθε καινούρια κατάκτηση εκείνο το κρυφό «εκατομμυριοστό» της διαφοράς που προσδίδει σε κάθε γυναίκα την αναπαλλοτρίωτη μοναδικότητά της. Δεν  τον ενδιαφέρει ο θρίαμβος του επί του γυναικείου φύλου αλλά τον θέλγει αθεράπευτα η  έκπληξη που κάθε φορά δοκιμάζει ερχόμενος σε επαφή με την εκάστοτε καινούρια γυναίκα.

Θιασώτης του τυχαίου, πιστεύει πως όσο πιο τυχαίο είναι ένα γεγονός, τόσο περισσότερο νόημα αποκτά γιατί το τυχαίο κείται πάντα έξω από την επικράτεια του «πρέπει» κι έτσι επιτρέπει στο άτομο να εξασκήσει την ελεύθερη βούλησή του χωρίς κανέναν εξωτερικό περιορισμό. Προνομιακό πεδίο ελευθερίας θεωρεί τις τυχαίες του συνευρέσεις αλλά πόση άραγε ελευθερία επιτρέπει η τυραννία της επιθυμίας και των βιολογικά καθορισμένων ενστίκτων;  Στην πραγματικότητα, ο Τόμας θα φτάσει στο απόγειο της ελευθερίας του όταν από αγάπη  επιλέξει να εγκατασταθεί μαζί με την Τερέζα σε ένα απομακρυσμένο χωριό εγκαταλείποντας οριστικά την ασύδοτη σεξουαλική ζωή και τις ερωτικές ευκαιρίες που του παρείχε αφειδώς η πόλη. Η συνειδητοποίηση ότι η ελευθεριότητα δεν συνεπάγεται κατ’ανάγκη και ελευθερία φέρνει μια δραματική μετατόπιση στη ζωή του Τόμας που εθελουσίως  μεταμορφώνεται από Δον Ζουάν σε Τριστάνο. Κι έτσι,πέρα από κάθε προσδοκία, η μέχρι πρότινος ανάλαφρη ζωή του αποκτά ένα ανύποπτο, απροσδόκητο βάρος.

Η Τερέζα , νεαρή σύζυγος Τόμας, εμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή του κουβαλώντας μια βαριά βαλίτσα, ίσως ενδεικτική και του αβάσταχτου  υπαρξιακού της φορτίου. Το δίλημμα για τον Τόμας είναι η ελαφρότητα/βαρύτητα ενώ για την Τερέζα η κορυφαία αντίθεση έχει να κάνει με το σώμα/ψυχή. Όταν στην παιδική της ηλικία έβλεπε τη μητέρα της να κυκλοφορεί γυμνή μέσα στο σπίτι και να κάνει κακόγουστα αστεία για τις σωματικές λειτουργίες, η Τερέζα συνήθιζε να φρίττει.  Για την Τερέζα, το σώμα είναι σοκαριστικά ρυπαρό και άσχημο, συνώνυμο της χυδαιότητας, της θνητότητας και της βρωμιάς. Ό,τι απορρέει από το σώμα, την κάνει να αισθάνεται βρώμικη  και κατώτερη ενώ το νόημα δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στις ανώτερες σφαίρες της ψυχής. Η μητέρα της προσπάθησε εις μάτην να της διδάξει ότι όλα είναι σώμα κι ότι  όλα ανεξαιρέτως τα σώματα είναι απλοί βιολογικοί μηχανισμοί χωρίς ψυχή. Δέσμια  ενός δυισμού καθαρά πλατωνικού στην ουσία του όπου το σώμα εκλαμβάνεται ως «σήμα», δηλαδή τάφος της ψυχής , η Τερέζα βλέπει πάνω στον μορφωμένο και καλλιεργημένο Τόμας μια ενσάρκωση ευγενικής ψυχής κι αυτό τη συγκινεί και την κάνει να τον ερωτευθεί.

Αυτό είναι και το δράμα της: ερωτεύεται μόνο μια φορά και προορίζεται να υποφέρει για πάντα εξαιτίας των ατασθαλιών του.  Όμως, ο Τόμας ενσαρκώνει, στην πραγματικότητα, όχι όσα εκείνη επιθυμούσε αλλά όλα όσα  βδελυσσόταν. Για τον Τόμας της αβάσταχτης ελαφρότητας, οι αμέτρητες ερωμένες μοιάζουν να είναι  παρόμοιοι κρίκοι  σε μια μακρά αλυσίδα  συζυγικής απιστίας, που τροφοδοτείται από καινούρια εναλλάξιμα σώματα, απλά  υποκατάστατα των προηγούμενων. Αυτό είναι σκανδαλώδες για την Τερέζα, που δεν θέλει να είναι ένα ακόμη αδιάφορο σώμα προς ερωτική κατανάλωση αλλά έχει ανάγκη  να νιώσει εντελώς μοναδική, ανεπανάληπτη και αναντικατάστατη. Η πίστη της στη μοναδικότητα του ατόμου τη φέρνει αυτομάτως αντιμέτωπη και με το καθεστώς. Ζώντας στην Πράγα του 1968, εποχή της ρωσικής εισβολής και σκλήρυνσης της κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, η Τερέζα δεν μπορεί παρά να εναντιωθεί και  στην έννοια  ενός ύποπτου συλλογικού «οράματος» που ισοπεδώνει το άτομο και ζητά να απαλείψει και να καταπνίξει τις ατομικές διαφορές καλλιεργώντας μια απρόσωπη, εξουθενωτική, άψυχη  ομοιογένεια.

Από την άλλη,η Σαμπίνα είναι ένα  ανεξάρτητο πνεύμα και μια ανοιχτόμυαλη ζωγράφος, ερωμένη του Τόμας και του Φραντς. Εξερευνά τις δυνατότητες αυτονομίας που της παρέχει η ζωή και πάντα λέει όχι σε δεσμεύσεις ικανές να την περιορίσουν. Εξελίσσει το ζωγραφικό της ιδίωμα  αντιτιθέμενη στις αισθητικές ντιρεκτίβες του κόμματος και, όταν αισθάνεται πιεσμένη, απλά σηκώνεται και φεύγει. Προδίδει γονείς, οικογένεια, χώρα και τον ίδιο τον Φραντς. Τον παρατά χωρίς κανένα ενδοιασμό, όταν ο Φραντς εγκαταλείπει τη γυναίκα του για λογαριασμό της ώστε να της αφιερωθεί ολοκληρωτικά,  με μια τρομακτική προσήλωση και αφοσίωση. «Αλλά τι είναι προδοσία; Προδοσία είναι να βγεις απ’ τη γραμμή. Προδοσία είναι να βγεις απ’ τη γραμμή και να φύγεις προς το άγνωστο. Για τη Σαμπίνα, δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο». Για τη Σαμπίνα, η προδοσία έχει το νόημα της αντίστασης και της άμυνας, είναι η απάντησή της στις προσπάθειες  της εξουσίας αλλά και των οικείων της να τη βάλουν σε καλούπια και να της επιβάλλουν κανόνες  αντίθετους προς τις πεποιθήσεις της. Ωστόσο, η αδιάκοπη φυγή της μακριά από πρόσωπα και πράγματα έχει σαν αποτέλεσμα ένα είδος απομόνωσης απ’όλους και απ’ όλα, ακόμα και από τον ίδιο τον βαθύτερο εαυτό της, που προσπαθεί εναγωνίως  να διαφυλάξει και να προστατέψει ενάντια στην αλλοτρίωση.

Ο Φραντς είναι ένας διανοούμενος που αναζητά την πραγματική ζωή πέρα από τα βιβλία και τις ατελείωτες ώρες της μελέτης του στις βιβλιοθήκες. Πιστεύει πως το νόημα βρίσκεται στα μαζικά κινήματα, στις πορείες, τις διαδηλώσεις, στη φαντασμαγορία των λαϊκών γιορτών που του προσφέρουν τις συγκινήσεις που δεν μπορούν να του δώσουν τα βιβλία. Είναι ένας τρυφερός άνθρωπος με κουλτούρα κι ευαισθησίες, που λαχταρά να ζήσει  τη γεμάτη ζωή, που του στερεί η αυστηρότητα της ακαδημαϊκής του καριέρας. Πάνω στη Σαμπίνα βλέπει  ένα σύμβολο αντίστασης μαζί με άφθονη γοητεία .Για τον Φραντς, η Σαμπίνα ενσαρκώνει το απόλυτο ιδεώδες στον ύψιστο βαθμό, το ιδεώδες της γυναίκας και μαζί της επανάστασης. Αν και η Σαμπίνα στην πραγματικότητα δε διαθέτει τις ιδιότητες που της αποδίδει ο Φραντς, δεν παύει να αποτελεί εξακολουθητικά το είδωλο και τη λατρεία του. «Για τον Φραντς, ο έρωτας ήταν η λαχτάρα ν’ αφεθεί στο έλεος και την καλή προαίρεση του άλλου. Αυτός που αφήνεται στον άλλο όπως παραδίδεται ο στρατιώτης στον πόλεμο πρέπει να πετάξει προκαταβολικά όλα του τα όπλα. Και, βλέποντας τον εαυτό του ανυπεράσπιστο, δεν γίνεται να μην αναρωτηθεί πότε θα έρθει το χτύπημα… Για τον Φραντς ο έρωτας ήταν η συνεχής αναμονή του χτυπήματος.» Είναι παρόμοια η ψυχική συγκρότηση της Τερέζας και του Φραντς, που αντιπροσωπεύουν στο μυθιστόρημα την πλευρά της  «βαρύτητας» και τη ροπή προς αναζήτηση μεταφυσικού τύπου ερεισμάτων, όπως ο ρομαντικός έρωτας. Η Τερέζα αναζητά το νόημα στο μεγαλείο της αμόλυντης ψυχής και εναποθέτει τις ελπίδες της στον Τόμας, που όμως την απογοητεύει. Ο Φραντς θεοποιεί τη  Σαμπίνα και βιώνει τον έρωτα σα θρησκεία αναζητώντας το απόλυτο. Βλέποντας το πάθος του ως περιοριστικό της ανεξαρτησίας της, η Σαμπίνα τον εγκαταλείπει και τότε αυτός στρέφεται σε άλλο μεταφυσικό υποκατάστατο,τη ρομαντικά ιδωμένη επανάσταση, ώστε η ζωή του να μη στερηθεί νοήματος και «βαρύτητας».

Ο μόνος που θα αλλάξει στάση και θα μετακινηθεί από την ελαφρότητα στη βαρύτητα είναι ο Τόμας. Οι άλλοι θα παραμείνουν ως έχουν μέχρι το τέλος. Επιμένοντας στη βαρύτητα, η Τερέζα , που ξεκινά ως ο πιο ανίσχυρος από τους χαρακτήρες, καταλήγει να πετύχει το σκοπό της και να κατακτήσει ψυχική δύναμη ίση, αν όχι μεγαλύτερη, με τον Τόμας. Η εξαρχής πανάλαφρη Σαμπίνα θα αφήσει εντολή να αποτεφρωθεί, για να γίνει στο τέλος στάχτη, δηλαδή πιο ανάλαφρη από ποτέ. Οι δύο στάσεις ζωής δεν εξετάζονται ηθικά αλλά παρουσιάζονται μέσα από μια εντελώς αντι-λυρική και εξόχως φιλοσοφική θεώρηση. Άλλωστε,ανάλογα με τη συγκυρία, ενδείκνυται άλλοτε η ελαφρότητα και άλλοτε η βαρύτητα  ώστε η ζωή να ισορροπεί και να κυλάει αβίαστα με όσο το δυνατό λιγότερο πόνο.

Για τον Κούντερα, ο λυρισμός του συναισθήματος οδηγεί απαρέγκλιτα στο κιτς της αισθηματολογίας, γι’ αυτό τον αποφεύγει με εμμονική επιμέλεια. Στη διάταξη των κεφαλαίων υπάρχει μία αίσθηση κυκλικότητας καθώς μερικά κορυφαία γεγονότα της πλοκής, γνωστοποιημένα εξαρχής στον αναγνώστη, επανέρχονται τα ίδια ανά τακτά διαστήματα , ιδωμένα όμως και νοηματοδοτημένα από την οπτική διαφορετικού κάθε φορά χαρακτήρα, οπότε και με διαφορετικό ειδικό βάρος. Σ’αυτό το μυθιστόρημα που επιχειρεί να προσεγγίσει τη συνθετότητα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις και τον έρωτα, ο αφηγητής παίζει ίσως τον πιο κρίσιμο ρόλο. Είναι αυτός που εξερευνά εξαντλητικά τα κίνητρα των χαρακτήρων και δίνει τη δική του άποψη για τις ενέργειες και τις πράξεις τους προσπαθώντας να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά τους μέσα από μια βαθιά φιλοσοφική ενατένιση, ανατρέχοντας στο έργο του Νίτσε, του Παρμενίδη αλλά και του Μπετόβεν. H ζωή συμβαίνει μόνο μια φορά και την καθορίζουν παράγοντες πέρα από τον έλεγχο του ανθρώπου. Όμως ακόμα κι έτσι, όσο δυσμενείς ή αντίξοες  κι αν είναι οι εξωτερικές περιστάσεις, το άτομο μπορεί πάντα να επιλέγει το νόημα και τον προσανατολισμό που θα δώσει στο βίο του.

info: Μίλαν Κούντερα: Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα της Ύπαρξης, μτφρ.Γιάννης Η.Χάρης,σελ.440,εκδ.Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2016

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here