To μυθιστόρημα επιστρέφει στο συλλογικό (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

1
722

                                

 

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.

 

Με ποιον τρόπο επιστρέφουν οι σύγχρονοι συγγραφείς ανά τον κόσμο στα συλλογικά μεγέθη, που απασχολούν και πάλι (πολλές φορές ακόμα και μετωπικά) τη λογοτεχνία; Το μυθιστόρημα του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε Η λήθη που θα γίνουμε (μετάφραση Τιτίνα Σπερελάκη, εκδόσεις Πατάκη) αποτελεί μια μαρτυρία για την πολιτική βία που συγκλόνισε επί δεκαετίες την Κολομβία, με τεράστιο αριθμό θυμάτων από όλες τις πλευρές. Ο συγγραφέας, που γεννήθηκε το 1958 στο Μεδεγίν, εξιστορεί τα της δολοφονίας του πατέρα του, ο οποίος υπήρξε πανεπιστημιακός δάσκαλος, γιατρός και κοινωνικός αγωνιστής στρατευμένος στην υπόθεση της ειρήνης. Σε συνέντευξη που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του ΑΠΕ, ρώτησα τον Φασιολίνσε για τη σχέση του με τον μαγικό ρεαλισμό και η απάντησή του προέκυψε ευθέως πολιτική: «Όλοι θαυμάζουμε τον Μάρκες και τον τρόπο με τον οποίο επινοεί τις ιστορίες του, αλλά ό,τι ήταν να γίνει, έχει γίνει. Είναι σαν μια αγελάδα που έχει εξαντλήσει πλέον το γάλα της ή έχει να δώσει μόνο ξινισμένο γάλα. Ανήκω σε μια γενιά που είναι πολύ διαφορετική από τη γενιά του Μάρκες. Εκείνος έλεγε παλιές, σχεδόν απαρχαιωμένες ιστορίες των παππούδων του, ιστορίες από φυτείες μπανάνας, και προερχόταν από τις ακτές και την Καραϊβική – γι’ αυτό και του άρεσε να μένει στην Κούβα και να μιλάει τα ισπανικά με την προφορά της. Εγώ είμαι ορεσίβιος, κρατώ μεγάλες αποστάσεις από τον μαγικό ρεαλισμό και γράφω για την πολιτική βία που αναπτύχθηκε μεταξύ συντηρητικών, ακροδεξιών παραστρατιωτικών, φιλελεύθερων και ανταρτών».

Πηγαίνω τώρα σε ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο, το μυθιστόρημα του Εσκόλ Νεβό Τρεις όροφοι (μετάφραση Λουίζα Μιζάν, εκδόσεις Καστανιώτη), ο οποίος γεννήθηκε το 1971 στην Ιερουσαλήμ και μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.   Μολονότι οι ιστορίες που ξεδιπλώνονται στις σελίδες του είναι αυστηρά οικογενειακές, το τοπίο που τις περιβάλλει δεν κρύβει τις πολιτικοκοινωνικές του αναφορές: τα κιμπούτς, η αναζήτηση ενός νέου τρόπου ζωής στους συνοριακούς οικισμούς, η στρατιωτική θητεία για άντρες και γυναίκες. Πώς συνδυάζονται όλα αυτά με το ατομικό και το ιδιωτικό, ρώτησα τον Νεβό σε συνέντευξη που αναρτήθηκε και πάλι στην ιστοσελίδα του ΑΠΕ. «Υπάρχει πάντοτε» μου είπε «μια ώσμωση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού. Η επιθετικότητα που διακρίνει έναν από τους ήρωές μου στους Τρεις ορόφους οφείλεται στο ότι σαλεύει κάτι κρυφό στην ατμόσφαιρα. Κάτι που έχει να κάνει με τον στρατό. Ακόμα κι αν θέλει να απομακρύνει κανείς το συλλογικό, εκείνο θα βρει τον τρόπο να κάνει την εμφάνισή του και να πετύχει την όσμωση».

Δύο συγγραφείς από διαφορετικές γενιές, γλώσσες και ηπείρους, με μυθοπλαστικούς κόσμους οι οποίοι απέχουν επίσης παρασάγγας μεταξύ τους, καταλήγουν να εναγκαλιστούν το συλλογικό ως μια πραγματικότητα που είναι αδύνατον να παραβλέψουμε: πολιτική βία και εμφύλιος πόλεμος στην περίπτωση του Φασιολίνσε, ένοπλο κράτος που παρεισδύει στην οικογενειακή ζωή στην περίπτωση του Νεβό. Πολιτική μαρτυρία για τον Φασιολίνσε, όσμωση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού για τον Νεβό.

Οι καιροί αλλάζουν και καμιά λογοτεχνία δεν μπορεί να μείνει μακριά από την εποχή της. Το βλέπουμε και στα καθ’ ημάς, όπου οι συγγραφείς αρχίζουν να μιλούν ξανά για το συλλογικό χωρίς να πρέπει να περάσουν κατ’ ανάγκην μέσα από την κρίση. Εύλογο πρόσφατο παράδειγμα, το μυθιστόρημα του Νίκου Α. Μάντη Οι τυφλοί (εκδόσεις Καστανιώτη). Αλλά εδώ θα πρέπει να ανοίξει μια άλλη συζήτηση.

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Κάτι άσχετο: θυμάμαι απ’ τη Χημεία του σχολείου (μέσα ενενήντα) το «ώσμωση» με ωμέγα, και ο Τριανταφυλλϊδης βλέπω να συμφωνεί. Έχει διαδοθεί τόσο η γραφή με όμικρον στο μεταξύ;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here