«Μπιλιάρδο στις εννιάμισι» (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
680

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα 

 

«Αυτό που έχει σημασία στη ζωή δεν είναι τι σου συμβαίνει, αλλά τι θυμάσαι και πώς το θυμάσαι», έλεγε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Η μνήμη είναι πράγματι από τα θέματα που απασχολούν περισσότερο απ΄ όλα τη λογοτεχνία. Μοιάζει σαν ακρογωνιαίος λίθος της λογοτεχνικής αφήγησης. Στην περίπτωση του Χάινριχ Μπελ (1917-1985), η μνήμη, η άρνηση ακριβέστερα της λήθης του ναζιστικού παρελθόντος της πατρίδας του, αποτελεί συστατικό στοιχείο του έργου του και του δημόσιου λόγου του. Για τον Γερμανό νομπελίστα ήταν τρομακτικό το πόσο γρήγορα οι Γερμανοί ξέχασαν και μετατράπηκαν σε δημοκράτες, το πώς πρώην ναζιστές αναβαπτίστηκαν στην κολυμβήθρα της δημοκρατίας και κατέλαβαν μεταπολεμικά υψηλές θέσεις. Το πόσο, «η μνήμη δεν περιλαμβάνεται στη λίστα καμιάς πολιτικής οργάνωσης». Με την πένα του πολέμησε το στρεβλό «πνεύμα της συμφιλίωσης», όταν δεν έχει προϋπάρξει μεταμέλεια και κάθαρση.

Πριν ακόμη δημιουργηθεί μια βαθιά ρωγμή στη συλλογική αμνησία της γερμανικής κοινωνίας και στην υποβάθμιση των ναζιστικών εγκλημάτων, κυρίως με τη δίκη του Άιχμαν το 1961 στην Ιερουσαλήμ, τις «Δίκες του Άουσβιτς» από το 1963, και πριν ακόμη ξεσηκωθούν, στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, οι φοιτητές διεκδικώντας το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με το παρελθόν της γενιάς των γονιών τους, ο Χάινριχ Μπελ είχε εναντιωθεί στη λήθη των χιτλερικών θηριωδιών. Το μυθιστόρημά του «Μπιλιάρδο στις εννιάμισι», ένα από τα σπουδαιότερα έργα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, τόσο ως το θέμα όσο και ως προς την πρωτοποριακή μορφή του, εκδόθηκε το 1959. Και βεβαίως διατηρεί την επικαιρότητά του, ειδικά σήμερα που η συλλογική μνήμη εξασθενεί και η ακροδεξιά πρόκληση επιβάλει σοβαρή προστασία της δημοκρατίας.

Το «Μπιλιάρδο στις εννιάμισι», το οποίο έρχεται μετά από το «Ομαδικό πορτρέτο σε μια κυρία», πάντα από τις εκδόσεις «Πόλις» και σε εξαιρετική μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, ενώ έπεται ένα τρίτο έργο του Μπελ, το «Οι απόψεις ενός κλόουν», είναι ένα σύνθετο πολυφωνικό μυθιστόρημα, που διαπραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στο ναζιστικό παρελθόν, χωρίς ωστόσο να ονοματίζεται ο Χίτλερ, και το παρόν της λήθης, την ενοχή που βαραίνει έναν λαό, την αναγκαία μεταμέλεια και κάθαρση.

Ο κόσμος του είναι χωρισμένος σε «βούβαλους» και «αμνούς». Οι πρώτοι είναι εκείνοι που έλαβαν τη «μετάληψη του βούβαλου», ασπάστηκαν δηλαδή τον ναζισμό ή έκαναν πως δεν κατάλαβαν, αλλά και όσοι δέχτηκαν αργότερα τη μορφή του λουστραρισμένου «βούβαλου» νέας κοπής και νέας εποχής. Οι δεύτεροι, οι «αμνοί», αντιστάθηκαν με κάθε κόστος. Η δράση του μυθιστορήματος εξελίσσεται μέσα σε μια ημέρα, στις 6 Σεπτεμβρίου του 1958, στο «απόλυτο παρόν», όπως επισημαίνει η μεταφράστρια, το οποίο διαμορφώνει το «γερμανικό μέλλον». Όλα τα πρόσωπα μιλούν για το παρελθόν τους, αλλά τα δύο πιο κεντρικά, ο γενάρχης της οικογένειας Φαίμελ, ο Χάινριχ, και ο γιός του Ρόμπερτ ζουν χαμένοι σε ένα διαρκές παρελθόν, σαν να μην έχουν παρόν.

Η 6η Σεπτεμβρίου 1958 συμπίπτει, όχι τυχαία, με τα ογδοηκοστά γενέθλια του πατριάρχη των Φαίμελ. Υπάρχει καλύτερη ημέρα για να περιηγηθεί κανείς στο παρελθόν του; Έτσι ο Χάινριχ αναπολεί την πορεία του από τις αρχές του 20ού αιώνα όταν φτάνει από την επαρχία  στη μεγάλη πόλη και γίνεται ένας καταξιωμένος αρχιτέκτονας, κοιτάζει προς το μέλλον και, όπως η μεταπολεμική Γερμανία, κτίζει διαρκώς. Ο ίδιος σιώπησε σε όσα έβλεπε να έρχονται και σε αυτά που ήρθαν. «Δεν βρήκα το θάρρος να κάνω αυτό που έκανε αντί για μένα η γυναίκα μου», ομολογεί στα 80 του. Κι όταν είδε κατεδαφισμένο στον Β΄ Παγκόσμιο το κορυφαίο έργο του, το Αβαείο του Αγίου Αντωνίου, με το οποίο, στα 1908, εγκαινίασε μια λαμπρή καριέρα, με μια αίσθηση ματαιότητας και ίσως εξιλέωσης για τους αγαπημένους νεκρούς που έχασαν τη ζωή τους στη δίνη του Τρίτου Ράιχ και του Πολέμου, λέει: «το νεανικό μου έργο, ένας σωρός από πέτρες. Διακόσια αβαεία θα έδινα για να πάρω πίσω την ‘Εντιτ ή τον Όττο ή τον άγνωστο νεαρό που έριχνε χαρτάκια στο γραμματοκιβώτιό μας…».

Το αβαείο του Αγίου Αντωνίου αποτελεί συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις τρεις γενιές των Φαίμελ, που αντιστοιχούν σε τρεις περιόδους της σύγχρονης γερμανικής ιστορίας –  της εποχής του Κάιζερ, εκείνης του ναζιστικού ολοκληρωτισμού και της μεταπολεμικής πραγματικότητας που θέλει να θεμελιώσει τη συνέχεια και το μέλλον. Σημαίνον πολιτισμικό μνημείο, το αβαείο μετατρέπεται σε ερείπια τρεις μέρες πριν λήξει ο Πόλεμος, από τα χέρια του γιού του Χάινριχ, του αντιναζιστή Ρόμπερτ, ειδικού στη Στατική αλλά και ειδήμονα του γερμανικού στρατού στις ανατινάξεις, επειδή δήθεν βρισκόταν στο «πεδίο πυρός». Στον παρόντα αφηγηματικό χρόνο, ο εγγονός του Χάινριχ και γιός του Ρόμπερτ, ο Γιόζεφ, εκπρόσωπος της νέας γενιάς, θα αναστηλώσει το αβαείο. Εδώ έντεχνα συναντώνται η προσωπική και η εθνική ιστορία, αλλά και η ατομική και συλλογική μνήμη. Παρότι οι αναφορές για την οικοδόμηση και την ανατίναξη του αβαείου είναι συχνές και μακρές, δεν γίνεται ποτέ ξεκάθαρος ο λόγος της πράξης του Ρόμπερτ. Από τις ανατινάξεις του ωστόσο γλύτωσε ο μεγαλοπρεπής Άγιος Σεβερίνος (αναφέρεται πολλές φορές στο «Μπιλιάρδο»), εκπροσωπώντας την παλαιά εθνικοσιαλιστική Γερμανία, σε αντίθεση με το αβαείο του Αγίου Αντωνίου που με την ανοικοδόμησή του συμβολίζει τη νέα αρχή.

Ο Ρόμπερτ, άνθρωπος ευγενικός και ψυχρός, έξυπνος και αλύγιστος, καλός στη δουλειά του, χτυπημένος από τη μοίρα με το θάνατο της γυναίκας του, στοργικός προς τα παιδιά του αλλά απόμακρος, ευαίσθητος αναγνώστης του Χέλντερλιν, ζει μηχανικά και εκτελεί καθημερινά μια «τελετουργία μνήμης». Κάθε πρωί απαρέγκλιτα μεταξύ εννιάμισι και έντεκα, κλεισμένος σε ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου «Πρίγκηψ Χάινριχ», παίζει μπιλιάρδο. Χτυπώντας με τη στέκα, η φωνή του χάνεται σε παρελθόντες χρόνους, στην εξορία του επειδή δεν είχε συνταχθεί με τους «βούβαλους», στις βόμβες που έριχνε εναντίον τους, στην αναγκαστική συμμετοχή του στον πόλεμο, στους ανθρώπους που είδε να χάνονται, στην ανατίναξη του αβαείου. Μοναδικός ακροατής του ο νεαρός γκρουμ, ο Χούγκο, ένας «αμνός», και ως τέτοιος θα έχει ειδική μεταχείριση από τον Ρόμπερτ.

 

Εκπρόσωπος της λεγόμενης «λογοτεχνίας των ερειπίων», ο Χάινριχ Μπελ ποτίζει το μυθιστόρημα με εικόνες των ερειπίων, συμβολικά και μεταφορικά. Η γιαγιά Γιοχάνα, γυναίκα του Χάινριχ, για την οποία πάντα προέχει ο ανθρώπινος παράγοντας αντί των μεγάλων έργων οικοδόμησης, επιμένει: «Συγνώμη που γελάω. Ποτέ μου δεν κατάφερα να πάρω και πολύ στα σοβαρά τις οικοδομές. Σκόνη, σκόνη πακτωμένη, πηγμένη, σκόνη που μεταμορφώνεται σε κτίσμα. Οπτική απάτη, μια φάτα μοργκάνα, που η μοίρα της είναι να γίνει ερείπια. Η νίκη δεν κερδίζετε, δεν χαρίζεται». Πρόκειται για έναν εμβληματικό χαρακτήρα στο «Μπιλιάρδο», με τον οποίο φαίνεται να ταυτίζεται περισσότερο ο συγγραφέας. Αντίθετα με τον σύζυγό της, η Γιοχάνα εναντιώθηκε στους «βούβαλους», αλλά η παθολογική ευαισθησία της την οδήγησε στο φρενοκομείο. «Δηλώνοντάς την τρελή, ξεγελάστηκαν οι δολοφόνοι». Αυτή κουβαλά τη θλίψη για το θάνατο δύο μικρών παιδιών, αλλά και τον σπαραγμό και την οργή για την απώλεια δύο ακόμη προσώπων από την οικογένειά της: Του γιού της, Όττο, του μοναδικού Φαίμελ που έλαβε τη «μετάληψη του βούβαλου» και έγινε «ξένος». Τον έχασε δύο φορές – τη δεύτερη όταν σκοτώθηκε πολεμώντας στο Κίεβο. Και της Έντιτ, γυναίκας του άλλου γιού της, Ρόμπερτ, που ήταν «αρνάκι» και σκοτώθηκε από θραύσμα βόμβας. Θέλει να εκδικηθεί για το γιό της, για τους χαμένους αθώους, για το αμαρτωλό παρελθόν, αλλά και για το παρόν κατά το οποίο ατιμώρητοι «βούβαλοι» βρίσκονται ξανά στην πρώτη γραμμή, όπως οι Νέτλινγκερ και Βακίρα που μπήκαν στο σπίτι της και δηλητηρίασαν με τη «μετάληψη του βούβαλου» τον Όττο. Η «τρελή» Γιοχάνα, η «αγία του λαού», είναι ο πλέον ριζοσπαστικός χαρακτήρας στο «Μπιλιάρδο». «Τα σπαθιά πρέπει κανείς να τα πετάει κάτω και να τα ποδοπατά, όπως όλα τα προνόμια», λέει.

 

Το παρελθόν και το παρόν σταδιακά συνδέονται μέσα από την αριστοτεχνική αφήγηση του Μπελ, καθώς δίνει ξανά και ξανά το λόγο στους ήρωές του, αποκαλύπτοντας τραύματα, αλήθειες και σκέψεις. Τα ογδοηκοστά γενέθλια του Χάινριχ Φαίμελ συμπίπτουν με την εμφάνιση του Σρέλλα, μιας άλλης χαρακτηριστικής φιγούρας. Είναι ο αδελφός της Έντιτ, φίλος και συναγωνιστής του Ρόμπερτ, που αναγκάστηκε να φύγει μακριά και επιστρέφει μετά από είκοσι τρία χρόνια. Εμφανίζεται ως ξένος, ως ο άνθρωπος που ενώ έχει βιώσει στο πετσί του το σκοτεινό παρελθόν απέχει συνειδητά από τη διαμόρφωση του παρόντος και του μελλοντικού γερμανικού θαύματος. «Οι άνθρωποι που βρίσκω εδώ δεν μου φαίνονται λιγότερο κακοί από εκείνους που άφησα τότε πίσω μου».

Εμφανώς ο Μπελ στηλιτεύει την απώθηση του παρελθόντος που κυριάρχησε μεταπολεμικά. Το παρόν και το μέλλον διαμορφωνόταν χωρίς να έχει κανείς λογοδοτήσει για τα εγκλήματα, χωρίς να έχει γίνει καμιά κριτική προσέγγιση των πενήντα τόσων χρόνων που ξεδιπλώνονται στο βιβλίο. «Σ΄ αυτή την όμορφη χώρα δεν θα βρούμε παρά πέντε, έξι, άντε εννέα ενόχους το πολύ», λέει κάπου ο Μπελ. Και βέβαια η καθολική εκκλησία τώρα συντάσσεται με την ίδια ευκολία, όπως άλλοτε με τους ναζί, στα καινούργια δεδομένα και βιάζεται να γίνουν τα νέα λαμπρά εγκαίνια του αναστηλωμένου αβαείου, με την παρουσία του καγκελάριου, στο πνεύμα πάντα της συμφιλίωσης που ταυτίζεται με τη λήθη.  «Εγώ δεν θα έρθω στα εγκαίνια», απαντά ο Ρόμπερτ στον αβά, «διότι δεν είμαι συμφιλιωμένος …Την πατρίδα δεν την κατέστρεψε κανένας τυφλός ζήλος αλλά το μίσος, που ούτε τυφλό ήταν ούτε μεταμέλεια έχει νιώσει ακόμη».

Τρεις Γερμανίες και τρεις γενιές εκπροσωπούνται στο «Μπιλιάρδο». Σημασία έχει τι κληροδοτεί η μια γενιά στην άλλη. Κι εδώ είναι το πρόβλημα. Η Γιοχάνα λέει: «Δεν ήθελα να δοκιμάσω καν τη σκοτεινή παρακαταθήκη που κληροδοτούσαν από γενιά σε γενιά. Εγώ λαχταρούσα τη λευκή, πανάλαφρη μετάληψη του αμνού, και προσπαθούσα στο mea culpa, mea culpa, mea maxima culpa να ξεριζώσω μέσα από τα στήθη μου την παμπάλαια κληρονομιά του σκότους και της βίας». Η τρίτη γενιά είναι τα παιδιά των ερειπίων του Β΄ Παγκοσμίου και της ανοικοδόμησης. Είναι ο εγγονός Γιόζεφ που θέλει να αναστηλώσει το πολιτιστικό μνημείο και η κοπέλα του Μαριάνε, η οποία είδε τον ναζί αξιωματικό πατέρα της να αυτοπυροβολείται και τη μητέρα της, λέγοντας «έτσι διέταξε εκείνος», να εξωθεί τα παιδιά της να κρεμαστούν σαν  να παίζουν «παιχνίδι». Ο μικρός της αδερφός «έπαιξε» το παιχνίδι, εκείνη σώθηκε από τους Συμμάχους. Όταν αργότερα την αναζήτησε μετανιωμένη η μητέρα της, η Μαριάνε απάντησε: «Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν σηκώνουν ούτε μετάνοια». Οι ιθύνοντες της νέας εποχής, κατά τον Μπελ, φοβούνται «μη βγει η μνήμη από τη βαθιά παγωνιά της …, να μη ξαναζωντανέψει η αυστηρότητα των παιδικών αισθημάτων σε μια ενήλικη καρδιά που μαλάκωσε για λίγο».

 

Γεμάτο συμβολισμούς, υπαινιγμούς, εσωτερικούς μονολόγους, εκδοχές μνήμης, φλασμπάκ, ιστορικές αναφορές στη γερμανική ιστορία και γραμμένο με μοντερνιστικές τεχνικές, το «Μπιλιάρδο» είναι ένα περίπλοκο αλλά γοητευτικό ανάγνωσμα. Αυτό «μυθιστόρημα μνήμης» του Μπελ, όπως επισημαίνει στο εκτενές και εμπεριστατωμένο επίμετρό του ο Γιάννης Πάγκαλος, επισκιάστηκε από άλλα έργα του, διερευνήθηκε λιγότερο και δεν έτυχε της αναγνώρισης που του άρμοζε. Η εξήγηση; Την εποχή που εκδόθηκε, η δυτικογερμανική κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να κοιταχθεί στον καθρέφτη, να σκαλίσει πληγές και να αποδεχτεί τη ριζική επανεξέταση του τραυματικού παρελθόντος. Στη συνέχεια, «φαίνεται ότι επίσης εξακολουθεί να προκαλεί κάποια αμηχανία σε απλούς αναγνώστες αλλά και ειδήμονες». Όλα αυτά καθιστούν την παρούσα έκδοση ακόμη πιο σημαντική και σίγουρα επίκαιρη.

 

info: «Μπιλιάρδο στις εννιάμισι» Χάινριχ Μπελ, εκδόσεις «Πόλις», μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, σελ. 447

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here