Μπεττίνα Ρέλ: η κόρη της Ουλρίκε Μάινχοφ για το 68 και την RAF (μτφρ: Γιώργος Καρτάκης)

0
675

 

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη της Μπεττίνας Ρελ για την μητέρα της Ουλρίκε Μάινχοφ και το κίνημα της, η οποία δόθηκε στον δημοσιογράφο Arno Widmannσε και μεταφράστηκε για τον «Α» από τον Γιώργο Καρτάκη.

 

Αμβούργο, ξενοδοχείο «Τέσσερεις Εποχές». Πίνοντας τσάι και μεταλλικό νερό. Συντροφιά με το βαρύ φορτίο του 68. H  Μπεττίνα Ρελ αποτελεί από κάθε άποψη παιδί αυτής της εποχής: πατέρας της είναι ο Κλάους Ράινερ Ρελ, ιδρυτής του φοιτητικού περιοδικού Κονκρέτ, μητέρα της ήταν η μετέπειτα ιδρύτρια της RAF, Ουλρίκε Μάινχοφ. Η Μπεττίνα Ρελ μεγάλωσε στο Αμβούργο και μετά το διαζύγιο των γονιών της ακολούθησε τη μητέρα της στο Βερολίνο. Όταν η Μάινχοφ πέρασε το 1970 στην παρανομία, πήρε ο πατέρας την επιμέλεια, γεγονός που οδήγησε τα μέλη της οργάνωσης να απαγάγουν την επτάχρονη τότε Μεττίνα και να την μεταφέρουν, μαζί με τη δίδυμη της αδελφή, σε ένα στρατόπεδο προσφύγων στην Σικελία. Μετά από τέσσερεις μήνες, τα δίδυμα ελευθερώθηκαν από τον πρώην συντάκτη του περιοδικού Κονκρέτ, Στέφαν Άουστ, και οδηγήθηκαν πίσω στο Αμβούργο, στο πατέρα τους. Όλα αυτά ανήκουν στην ιστορία της Γερμανίας – ως τμήμα μιας διήγησης που σήμερα ονομάζεται «το 68». Στην πεντηκοστή επέτειο αυτού του μοιραίου έτους η Μπεττίνα Ρελ έγραψε ένα νέο βιβλίο: «Η RAF σάς αγαπά – η Γερμανία στο στρόβιλο του 68 – Μια οικογένεια στο κέντρο του κινήματος», είναι ο τίτλος.

 

Ερώτηση: Κυρία Ρελ, μπορούμε να πούμε ότι το 68 υπήρξε επιτυχημένο;

Απάντηση: Ναι, σίγουρα. Το 68 άλλαξε τη Δημοκρατία. Η ερώτηση είναι, αν την άλλαξε θετικά ή αρνητικά. Το συνέδριο για το Βιετνάμ υπήρξε κάτι  πρωτοποριακό. Όμως και μετά τις επονομαζόμενες πασχαλινές ταραχές, τον Απρίλιο του 1968, ακολούθησαν μαζικά όλο και περισσότεροι μαθητές και φοιτητές το κίνημα της APO.* Όμως, και το κατεστημένο, μέχρι και τους πιο μικροαστικούς κύκλους, είδε για λόγους μόδας θετικά τους εξεγερμένους φοιτητές. Οι πρωταγωνιστές της εξέγερσης είχαν μέσα σε μια νύχτα χάσει την αποκλειστικότητα σε ό,τι αφορά την «επανάσταση» διαπερνώντας τους ένα συναίσθημα αδιαθεσίας, ένα μούδιασμα, λες και είχαν όλα τελειώσει.

Ε: Δεν ήταν όμως κι έτσι;

Α: Στην πραγματικότητα, το 68 περνούσε έκτοτε από τον ένα κύκλο στον άλλο επηρεάζοντας πολιτισμικά και κυρίως υπο – πολιτισμικά σε βάθος την κοινωνία. Από τότε, το φαινόμενο του 68 έχει αγγίξει όλο και περισσότερους ανθρώπους. Εξαπλώθηκε τόσο πολύ, ώστε η RAF μπήκε τη δεκαετία του 90 και στα μυαλά κατώτερων τραπεζικών υπαλλήλων – οι οποίοι μέχρι λίγο πριν ήταν σφοδροί της αντίπαλοι -, που μου είπαν: «Οι Μπάαντερ – Μάινχοφ ε; Νομίζω πως δεν είχαν αρνητικό κίνητρο». Όταν το άκουσα, σκέφτηκα πόσο σουρεαλιστικό μοιάζει. Λίγα χρόνια πριν, η RAF θα τους είχε δολοφονήσει θεωρώντας τους μπάτσους του συστήματος.

Ε: Πότε έγινε αυτό;

Α: Αυτή η συνομιλία με μια τραπεζική σύμβουλο έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 90.

Ε: Στην αρχή του βιβλίου σας παραθέτετε ένα απόσπασμα από μια συνομιλία μεταξύ Ρούντι Ντούτσκε, Χανς Μάγκνους Έντσεσμπέργκερ, Μπερντ Ρέμπελ και Κρίστιαν Ζέμλερ, η οποία είχε πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο του 1967 και κατόπιν δημοσιεύθηκε, τον Αύγουστο του 1968, στο Κούρσμπουχ 14. Σήμερα μπορεί κανείς να τη βρει στο διαδίκτυο.

Α: Το κεφάλαιο ονομάζεται «Οι παρδαλοί κουβάδες ήταν άδειοι». Σ΄αυτό αναλύω τα ξεσπάσματα των Ντούτσκε, Ζέμλερ, Ράμπελ και, φυσικά, του Έντσενσμπέργκερ. Όποιος ψάχνει στην συνομιλία των φοιτητικών ηγετών εκείνης της εποχής, μια οποιαδήποτε αναφορά στην υπεραξία στον Καπιταλισμό, για τον οποίο μιλούσαν, θα απογοητευθεί: η κουβέντα είναι μια φούσκα και τίποτε άλλο.

Ε: Και αυτό το πράγμα, αυτή η φούσκα όπως λέτε, τελικά νίκησε;

Α: Αχ, όλο αυτό δεν είναι μόνο αντιπαθητικό. Υπήρχαν νέοι άνθρωποι, που παρασύρθηκαν προς τα πάνω και τώρα είχαν την αίσθηση, ότι για όλες τις ερωτήσεις πρέπει να έχουν έτοιμη μια απάντηση. Με συγκινεί η αδυναμία, με την οποία φτιάχτηκε ένας ολόκληρος κόσμος από μερικά τσιτάτα και αποσπασματικές αναγνώσεις. Εξαιρετικά δυσάρεστο βρίσκω όμως στην πραγματικότητα τον Έντσενσμπέργκερ, ο οποίος όντας μεγαλύτερος σε ηλικία και ήδη γνωστός, έπρεπε να ξέρει, αυτό που δεν ήξερε. Ωστόσο, ακόμα φαίνεται να συγκινεί τους νέους. Το 68 έχει αποτύχει στον πυρήνα του, στο βασικό του σημείο, την κριτική δηλαδή στον Καπιταλισμό, παταγωδώς.  Σήμερα η ψαλίδα μεταξύ πλούσιων και φτωχών είναι πολύ μεγαλύτερη απ΄ό,τι παλαιότερα. Ανασφάλιστες εργασιακές σχέσεις ήταν τότε άγνωστες. Για ποιο Παράδεισο μιλάμε; Παρόλα αυτά το 68 έτυχε ευρείας αποδοχής και συμπάθειας.

Ε: Εξαιτίας της φημολογούμενης «Επανάστασης»;

Α: Ήταν χιλιάδες όσοι συνέρευσαν στο νεκροταφείο, στο Βερολίνο, στις 16 Μαϊου 1976 για την κηδεία της Ουλρίκε Μάινχοφ. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η RAF ετύγχανε πλατειάς υποστήριξης. Διαφορετικά δεν θα συνέχιζαν να υπάρχουν νέες γενιές RAF. Η απάντησή τους στο θάνατο της Μάινχοφ ήταν επιθέσεις με μολότοφ εναντίον της αστυνομίας. «Η πόλη», έτσι μου το σκιαγράφησαν ο τέως δήμαρχος Ρούντι Άρντ και ο τέως αρχηγός της αστυνομίας Κνουτ Μύλλερ, βίωνε ένα είδος εμφυλίου πολέμου». Η δεύτερη γενιά της RAF υπήρξε πολυπληθής, είχε οπαδούς, όμως η πολιτική σκηνή ήταν στην Φρανκφούρτη, όπου και τελικά κατέληξε στην δημιουργία των Πράσινων.

Ε: Στην Φρανκφούρτη, την δεκαετία του 70, το ενδιαφέρον δεν στρεφόταν, ωστόσο, γύρω από την δημιουργία μιας Σοβιετικής Δημοκρατίας, αλλά γύρω από την αύξηση των εισιτηρίων.

Η αλλαγή στις βασικές αντιλήψεις είχε ήδη πραγματοποιηθεί. Δεν υπήρχε λόγος να διακηρύσσεται πια. Οι πρώην οπαδοί του SDS*- οι επαναστάτες του 68 – δεν ήξεραν, τι να κάνουν με όλα εκείνα τα νέα μέλη που εντάχθηκαν μετά το 1968. Γι ‘αυτό δημιουργήθηκαν ομάδες και επιτροπές στις διάφορες γειτονιές για ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί. Σε κάθε  γωνιά και σε όλους τους τομείς έπνεε αέρας επανάστασης. Οι πάντες αναζητούσαν ένα πεδίο δράσης. Κάτι φεμινιστικό, μια ομάδα νομικής υποστήριξης, έναν δάσκαλο. Ήταν επίσης η εποχή των ομάδων Κ*. Εκατό και πλέον χιλιάδες λέγεται, ότι είχαν οργανωθεί σε αυτές στη δεκαετία του ’70. Η εμμονή αυτών των ομάδων με την επανάσταση ήταν παρόμοια με αυτήν της RAF. Έτσι, σε ολοένα και πιο νέα κύματα, οργώθηκε ολόκληρη η κοινωνία.

 

Ε: Για παράδειγμα;

Α: Πριν  από δέκα χρόνια ο Κον-Μπεντίτ είχε πει, ότι πραγματική νίκη του 68 απετέλεσε ο φεμινισμός και το ομοφυλόφιλο κίνημα. Ωστόσο, αυτά τα κοινωνικά πεδία δεν έπαιζαν το 68 σχεδόν κανένα ρόλο. Βασικό μέλημα στην αρχή ήταν η απαλλοτρίωση της περιουσίας και των μέσων παραγωγής. Όμως, όσο κατακερματισμένα κι αν ήταν όλα, από τη λάμπα είχε ήδη ελευθερωθεί ένα πνεύμα: το τζίνι της διαμαρτυρίας. Μέλημα δεν ήταν η προσπάθεια ταύτιστης με τα Κοινά, αλλά με την διαμαρτυρία ενάντια στα Κοινά. Πάση θυσία διαμαρτυρία, αδιάφορο εναντίον τίνος. Σε αυτό συνίσταται και η βασική αλλαγή αντίληψης του 68.

Ε: Ξέρω για κάποιον πρώην υποστηρικτή του Ρώσου αναρχικού Κροπότκιν, ο οποίος το 1969 προσχώρησε στο SPD και αργότερα, για κάποια χρόνια, αναμείχθηκε στην πολιτική έχοντας ενεργό ρόλο στην Σοσιαλδημοκρατία του κρατιδίου της Βόρειας Έσσης. Αποτελεί αυτό ένα παράδειγμα νίκης ή ήττας του 68; 

Α: Μετά τη νίκη του 68, όλες οι πόρτες και οι πύλες ήταν γι΄αυτούς ανοικτές. Οι περισσότεροι εντάχθηκαν στους δημόσιους θεσμούς και εγκατέλειψαν την επιθυμία για επανάσταση, ωστόσο μετέδωσαν μέχρι και στην τελευταία γωνιά της γερμανικής κοινωνίας το πνεύμα των διαμαρτυριών τους. Διότι η κατάσταση δεν ήταν έτσι, όπως θα ήθελε να μας  πουλήσει ο θρύλος του 68: Δεν υπήρχε μια φασιστοειδής κοινωνία, κατά της οποίας έπρεπε να πολεμήσουμε. Η κοινωνία ήταν ανοικτή και οι τέως επαναστάτες έκαναν κατόπιν καριέρα σ΄αυτήν. Έτσι δημιουργήθηκε ένα κατεστημένο, το οποίο θεοποίησε το ίδιο του το παρελθόν. Κριτική γινόταν μόνο κρυφά, στο περιθώριο.

Ε: Για ποια εποχή μιλάτε;

.Α: Όλα έγιναν απίστευτα γρήγορα. Το 1973, στο Αμβούργο, είχα κιόλας ακροαριστερούς καθηγητές που τους μιλούσαμε στον Ενικό. Ο υπέροχος μας καθηγητής Γερμανικών έκανε τον κλόουν για μια ολόκληρη ώρα στο μάθημα. Στα θέατρα, τον κινηματογράφο παντού ήταν αισθητό το πνεύμα του 68.

Ε: Εμένα αυτό μου μοιάζει Φιλελευθερισμός. Είναι 68;

Α: Αυτά τα δυο αναμείχθηκαν μεταξύ τους. Κινητήρια δύναμη του Φιλελευθερισμού δεν είναι στην πραγματικότητα το 68, όμως το 68 δίχως άλλο ωφελήθηκε από αυτήν την κοινωνική διεργασία. Η συγκεκριμένη γενιά είναι τα παιδιά μιας κοινωνίας της αφθονίας. Υπήρχαν δουλειές, άδειες, υπήρχε αντισύλληψη και χρήμα. Είχαν έρθει όλα μαζί διαπλάθοντας τις δυτικές κοινωνίες μετά την περίοδο της ανοικοδόμησης και τις καταστροφές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το 68 είναι η πρώτη λουξ γενιά της Γερμανίας. Γνώριζαν μόνο το «μπροστά» και το «όλο και περισσότερο». Από αυτά τα δυο πηγάζει η ανεμελιά τους. Ήταν επίσης η πρώτη γενιά που είχε οποιαδήποτε στιγμή στη διάθεση της τη μουσική που ήθελε ν΄ ακούσει. Υπήρχε μια τεχνολογική επανάσταση. Ξαφνικά είχαν όλοι το δικό τους πικάπ ή κασετόφωνο. Ραδιόφωνο είχαν έτσι κι αλλιώς.

Ε: Η στερεοφωνική κασέτα παρουσιάστηκε το 1963 στην Διεθνή Έκθεση Τηλεπικοινωνιών της Φρανκφούρτης και ακολούθως διοχετεύθηκε στην αγορά.

Α: Γίνεται πολύς λόγος για τη σημασία της μουσικής στη γενιά του 68. Δικαίως. Ακόμα δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε επαρκώς τη σημασία της μουσικής για την πρώτη γενιά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η οποία είχε τη μουσική 24ώρες το εικοσιτετράωρο στη διάθεσή της.

Ε: Μια τεχνολογική επανάσταση που έδωσε φτερά στη συγκεκριμένη γενιά;

Α: Κανείς μπορούσε να αποκτήσει τα πάντα. Μπορούσε να σου στρίψει. Σήμερα μιλά κανείς για την αίσθηση της ελευθερίας εκείνης της εποχής. Πιο σημαντική όμως ίσως είναι η αίσθηση που υπήρχε, ότι κανείς μπορούσε να αποκτήσει τα πάντα χωρίς κόπο, ότι στο δρόμο στέκονταν ακόμα μερικά παλιομοδίτικα εμπόδια κι ότι κανείς θα μπορούσε να φτιάξει έναν παράδεισο για όλους. Η αίσθηση αυτή ήταν απόρροια της καθημερινότητας αυτών των καλομαθημένων γενιών. Μια όχι και τόσο αντιπαθητική στάση, ωστόσο όχι ιδιαίτερα ευφυής. Ο εξτρεμισμός όμως στον οποίο περιέπεσαν, αποτελεί παρόλα αυτά πισωγύρισμα.

Ε: Για παράδειγμα;

Α: Ο Μάο Τσε Τουνγκ. Η σημασία του  σήμερα υποτιμάται σε μεγάλο βαθμό και οι πάλαι ποτέ μαοϊστές υποβιβάζουν τη σημασία της κινέζικής πολιτιστικής επανάστασης. Η πολιτιστική επανάσταση – κατά τη διάρκεια της οποίας δολοφονήθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι – απετέλεσε στη Δυτική Ευρώπη ένα από τα πλέον άξια προς μίμηση πρότυπα. «Η εξέγερση είναι δικαιολογημένη», «Βομβαρδίστε το αρχηγείο»: τέτοια συνθήματα είχαν μεγάλη απήχηση και στην Γερμανία. Υπήρχαν εποχές, όπου κανείς έπρεπε να καταπολεμήσει – στα πρότυπα της πολιτιστικής επανάστασης – «μικροαστικές συνήθειες», όπως για παράδειγμα την εκμάθηση τσέλου. Μέχρι και στην δεκαετία του 80 υπήρχε η αντίληψη, ότι κανείς πρέπει να δείξει τη διαφοροποίηση και απόστασή του από τους αστικούς κανόνες συμπεριφοράς μέσω μιας κατά το δυνατόν λιγότερο φροντισμένης εξωτερικής εμφάνισης. Η πολιτιστική επανάσταση κατέστρεφε τον πολιτισμό, ενώ στη Δύση συνέβαινε μια κατά κάποιο τρόπο πολιτισμική έκρηξη, για παράδειγμα στη μουσική.

Ε: Μια αντικουλτούρα;

Τι λέξη κι αυτή! Οι Beatles, οι Rolling Stones, ο Pink Floyd  δεν ήταν αντικουλτούρα, αλλά η κουλτούρα εκείνης της εποχής. Ήταν μια αντικουλτούρα σε σχέση με την προηγούμενη εποχή. Υπό αυτή την έννοια, όμως, σχεδόν κάθε κουλτούρα είναι μια αντικουλτούρα. Θυμάστε τον «Μονοδιάστατο άνθρωπο» του Μαρκούζε; Στην Δύση δεν υπήρξε ποτέ. Όλα ήταν πολύχρωμα. Στη Δύση εκφράζονταν ανέκαθεν τα πιο διαφορετικά στιλ και οι πιο διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Αντίθετα, τα εκατομμύρια των Ερυθρών Φρουρών του Μάο, ήταν πράγματι μονοδιάστατοι άνθρωποι έχοντας μόνο μια κόκκινη, τη μαοϊκή Βίβλο στα χέρια – και πολύ αίμα. Εκείνη την εποχή, όλος ο κόσμος μιλούσε για το «Νέο Άνθρωπο», ο οποίος όφειλε να δημιουργηθεί: στα παιδικά μαγαζιά, στα αριστερά κόμματα, στις underground οργανώσεις και στα εναλλακτικά προγράμματα. Ο άνθρωπος αυτός δεν έκανε πουθενά την εμφάνισή του. Ποτέ δεν τον είδε κανείς. Υπήρξε μια έμμονη ιδέα. Από αυτήν προήλθε, από ανθρώπους που δεν είχαν ιδέα, το αίτημα της αναμόρφωσης ολόκληρου του κόσμου. Αυτός είναι ο Μάο Τσε Τουνγκ. Αυτά ασκούσαν γοητεία στη γενιά του 68.

Ε: Ήταν στη μόδα η βία;

Α: Η επανάσταση ήταν «in». Αυτό που κυβερνούσε ήταν το φάντασμα της επανάστασης. Το θέμα που απασχολούσε, ήταν, πώς κάνει κανείς επανάσταση. Γι΄αυτό και το ερώτημα της βίας ανήκε στην ημερήσια διάταξη. Κάτι τέτοιο είναι βέβαια και για την λογική της επανάστασης σωστό: μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ακόμα επανάσταση, κατά την οποία να μην έχει χυθεί αίμα. Στην πραγματικότητα όμως, οι επαναστάσεις υπήρξαν σπάνια γιγάντιοι λαϊκοί ξεσηκωμοί. Υπήρξαν δράσεις λίγων ανθρώπων, οι οποίες κατέληξαν σε εμφυλίους πολέμους, στους οποίους κατόπιν αναμείχθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες ή ακόμα και εκατομμύρια. Η γενιά του 68 είχε την αντίληψη, πως, όποιος θέλει επανάσταση, πρέπει να την επιβάλλει με τη βία. Γι΄αυτό το λόγο και η RAF δεν ήταν ξένο σώμα, αλλά αναπόσπαστο συστατικό του 68. «Φυσικά και μπορεί κάποιος να πυροβολήσει», είχε πει η Ουλρίκε Μάινχοφ το 1970 στο Σπήγκελ. Ο Ρούντολφ Αουγκσταϊν αργότερα μετάνιωσε που τύπωσε αυτή τη δήλωση. Όμως, το ότι το έκανε, δείχνει, πόσο είχε ήδη εισχωρήσει η αντίληψη της επανάστασης στον πυρήνα της κοινωνίας.

Ε: Μπήκε ποτέ το θέμα της επανάστασης πραγματικά;

Α: Μάλιστα..μάλιστα! Μπορούμε να πούμε λοιπόν κλείνοντας πονηρά το μάτι, ότι δεν υπήρξε επαναστατική συγκυρία σε καμιά εποχή στην ιστορία της Γερμανίας. Νομίζω όμως, πως μια επανάσταση δεν έχει ανάγκη μια επαναστατική συγκυρία. Η σκέψη της Μάινχοφ «Το κάνουμε τώρα» λειτούργησε. Υπήρξαν πάρα πολλοί, που την μιμήθηκαν. Στο τέλος απέτυχε. Ευτυχώς. Όμως πιστεύω, ότι η Μάινχοφ ήταν μια από τους ελάχιστους που είχε αντιληφθεί τον μηχανισμό της επανάστασης.

Ε: Ποιος είναι αυτός;

Α: Η επανάσταση δεν είναι κάτι που κανείς ελπίζει, αλλά που κάνει. Και ακολουθεί νίκη ή η αποτυχία. Η Μάινχοφ ήξερε, ότι η επανάσταση γράφεται με αίμα. Είναι αμφίβολο, αν ο Ντούτσκε θα τα κατάφερνε ποτέ. Ο ίδιος ήταν πολύ μαλακός παρά τις εξαγγελίες του για τον ανταρτοπόλεμο στις πόλεις. Ήταν μεν ιδεολόγος, αλλά στην πραγματικότητα επιθυμούσε την αποδοχή και την συμπάθεια του κόσμου. Η αναγκαία συνέπεια, στην οποία πίστευε η Μάινχοφ,  ότι δηλαδή ήταν μοιραίο να θυσιαστούν ανθρώπινες ζωές, έλειπε σε αυτόν. Έζησα τον Ντούσκε πολλές φορές μέχρι το θάνατό του. Ήθελε να είναι πάντα Everybody’s Darling.

Ε: Υπήρξε ποτέ μια στιγμή που το σύστημα θα μπορούσε να είχε καταρρεύσει;

Ουλρίκε Μάινχοφ

Α: Αρχές του 70 υποστήριζαν πολλοί άνθρωποι την RAF και άλλες τρομοκρατικές ομάδες. Πιστεύω ότι τότε θα μπορούσε να έχει η σπίθα μεταδοθεί. Αλλά υπήρχε ένα θέμα με τα πρόσωπα. Ο Μπάαντερ και η Ένσλιν ήταν απλά γελοίοι. Ο Μπάαντερ ήταν ένας στενόμυαλος καυχησιάρης με εγκληματική εσωτερική δύναμη. Η απελευθέρωση του με το επιχείρημα, ότι χρειάζεται για την επανάσταση, ήταν λάθος. Η μόνη αξιόλογη μορφή στον αρχικό πυρήνα της RAF ήταν η Μάινχοφ. Της έλειπε όμως το χάρισμα ενός υποκινητή των μαζών, κάτι που για παράδειγμα είχε ο Ντούτσκε. Η Μάινχοφ δεν μπορούσε να βγει μπροστά και να ενθουσιάσει μιλώντας τις μάζες. Έτσι, με αυτά τα άτομα δεν μπορούσε να γίνει επανάσταση. Αλλά, πιστεύω, η ιδεολογία ήταν τόσο ισχυρή, υπήρχαν τόσο πολλοί που την πίστευαν, που με πιο κατάλληλα πρόσωπα θα μπορούσε το πραξικόπημα να έχει πετύχει.

Ε: Ποια είναι η γνώμη σας για την αρθρογράφο Μάινχοφ;

Α: Σήμερα λένε: Αυτό με την RAF ήταν τρελό, αλλά η ίδια ήταν σπουδαία αρθρογράφος. Πιστεύω πως, αν η Ουλρίκε Μάινχοφ δεν είχε περάσει στον ένοπλο αγώνα, σήμερα δεν θα την θυμόταν πλέον κανείς και πως τα άρθρα της θα κοιμόταν στα αρχεία. Μέσω της τρομοκρατίας και της πρόωρης αυτοκτονίας της έμεινε στα μυαλά. Η Μάινχοφ είναι – πότε λιγότερο, πότε περισσότερο – ακόμα παρούσα. Παίρνω γράμματα από νέους ανθρώπους, που γράφουν στο σχολείο εργασίες με θέμα την Μάινχοφ. Συνήθως έχει να κάνει με το πολύ προσωπικό και απολιτικό ερώτημα: Γιατί, ειδικά αυτή, πέρασε στην παρανομία; Ο κόσμος που ρωτά κατ΄αυτόν τον τρόπο δεν ψάχνει πληροφόρηση, για να καταλάβει, αλλά ζητά να εκστασιαστεί με το μύθο.

Ε: Κι εσείς;

Α: Η Μαίνχοφ είναι εδώ και 42 χρόνια νεκρή. Όποιος θέλει μπορεί τώρα να γνωρίσει την Ουλρίκε Μάινχοφ μέσα από τις σελίδες του βιβλίου μου – μέσα από τα πολλά, μέχρι σήμερα αδημοσίευτα γράμματα και τις διηγήσεις των συγχρόνων της, όπως και μέσω των υπόλοιπων στοιχείων που δίνω – και να σχηματίσει ο ίδιος μια γνώμη για την ίδια ως προσωπικότητα, αλλά και για το ερώτημα, γιατί πέρασε στην παρανομία. Προσωπικά, σε μένα, αυτό το κράτος της Γερμανίας, το καλύτερο που υπήρξε ποτέ σε γερμανικό έδαφος, είναι στην καρδία μου και από αυτήν την άποψη βάζω στη ζυγαριά και την ίδια μου την οικογενειακή ιστορία, ώστε να καταστήσω δυνατή μια ξεχωριστεί ματιά στο κίνημα του 68. Φυσικά όμως για μένα, όλα αυτά είναι πια ιστορία. Δουλειά μου είναι να αναλύω και να κάνω κατανοητή αυτήν την ιστορία.

Ε: Έχετε μια δεκάχρονη κόρη. Ρωτά για την γιαγιά της ή είναι κάπως νωρίς;

Α: Ναι και όχι. Μέχρι πριν ένα χρόνο ήξερε φυσικά, πως είχε μια γιαγιά που όμως δεν ζει πια. Μέσω της δουλειάς με το βιβλίο πληροφορήθηκε κάποια πράγματα.

Ε: Όταν ήμουν δώδεκα χρονών, το 1958, στα διαλείμματα, τα αγόρια παίζαμε ξύλο. Η  επανάσταση της Κούβας μας είχε μάθει να ορμάμε ο ένας στον άλλο ως άλλοι Μπατίστα και Κάστρο. Σε αυτήν την ηλικία υπάρχει το ενδιαφέρον για όλα αυτά. Πώς είναι με την κόρη σας;

Α: Σαφώς. Αν κάνει κάποιες ερωτήσεις, ο άνδρας μου κι εγώ τις απαντάμε. Μέσω των βουνών από βιβλία, φακέλους, περιοδικά και φωτογραφίες, που για ένα χρόνο υπήρχαν σε όλο το σπίτι, είχε μια καλή δυνατότητα να σχηματίσει μια εικόνα.

Ε: Αυτό όμως δεν θα είναι το τελευταίο σας βιβλίο σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Έτσι δεν είναι;

Α: Το τρίτο θα ασχοληθεί με την περίοδο μεταξύ 1974 και 1983, έτος εκλογής στην εξουσία του Χέλμουτ Κολ. Στο τρίτο βιβλίο υπάρχουν για τελευταία φορά αναφορές σε σχέση με την οικογένεια Ρελ – Μάινχοφ, για τον θάνατο της Μάινχοφ, αλλά και για τις μεγάλες στρατιές συμπαθούντων, οι οποίες μετετράπησαν σε κοινωνικό κατεστημένο. Φυσικά θα έχει να κάνει και με τους Σπόντι* της Φρανκφούρτης. Το 1982 ολοκλήρωσα τις γυμνασιακές μου σπουδές. Εκείνη την εποχή ψήφισα κι εγώ το συνδυασμό Κόκκινων και Πράσινων. Μετά, επί Χέλμουτ Κολ, ξεκίνησε μια νέα εποχή. Η γενιά του 68 έγινε κατεστημένο τα χρόνια της δικής του Καγκελαρίας, μέχρι που, το 1998, έγινε κυβέρνηση.

 

(Η συνέντευξη δόθηκε στον δημοσιογράφο Arno Widmann και δημοσιεύθηκε στην γερμανική εφημερίδα Berliner Zeitung στις 08.04. 2018 )

.

Σ.τ.μ:

 

1) ΑΡΟ: Αρχικά για «Εξωκοινοβουλευτική Αντιπολίτευση.

2) SDS: Αρχικά για «Σοσιαλιστική Δημοκρατική Φοιτητική Ένωση»

3) Ομάδες Κ: Κομμουνιστικές  – κυρίως μαοϊκές ομάδες – που προέκυψαν μετά την διάλυση της SDS.

4)Σπόντι: Spontis. Αριστεροί ακτιβιστές μεταξύ 1970 -80, οι οποία θεωρούσαν τους εαυτούς τους συνεχιστές της «ΑΡΟ» και της «SDS».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here