Μορφογενέσεις, του Ν.Σταμάτη

0
139

Του Θόδωρου Παναγιωτόπουλου.

 

Από το πρώτο ποίημα της συλλογής «Μορφογενέσεις» του Ν. Σ. Σταμάτη «Ο κολυμβητής του πρωινού», αισθάνθηκα άμεσα την αισθητική συγκίνηση από την ισχυρή παρουσία της ποίησης. Ένας  μουσικός βηματισμός, μια γοητευτική μυστηριακή ατμόσφαιρα, ένας πλούτος εκφραστικών μέσων από ευρηματικές μεταφορές και  παρομοιώσεις, που διαυγάζουν το περιεχόμενο, μια πλούσια φαντασία, που ωστόσο δεν ξεφεύγει από το μέτρο,  ένας υπόγειος στοχασμός, που φανερώνεται την κρίσιμη στιγμή, σύμφωνα με τις δραματικές ανάγκες του μύθου, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά, που δημιουργούν αυτήν την αίσθηση. Το συγκεκριμένο ποίημα αρχίζει:

«Ώστε εσύ είσαι, λοιπόν, άγριε μαχητή, / Κολυμβητή του πρωϊνού που σε βλέπω να χάνεσαι/ Πέρα μακριά από τις ακτές, και να τολμάς/  Το βάρος τόσων πεθαμένων ήλιων/ Να παίρνεις στο στήθος».  Πρόκειται, λοιπόν, για έναν μαχητή, που κουβαλώντας τον θάνατο των ήλιων, έχει την τόλμη να αγωνίζεται με τα κύματα της θάλασσας απέναντι στον όποιο κίνδυνο, ένας αγωνιστής,(έχουμε φύγει ήδη από τη θάλασσα) που πέφτει «πρώτος πάνω στα δρεπανηφόρα άρματα», «εδώ που αιωνιότητες νεότητας περιμένουν να γεννηθούν»,  «πηγαίνοντας από το ένα ον στο κατώφλι του άλλου όντος»,  για να  βρει τελικά τα όριά του ανθρώπου σ’ ένα σύμπλεγμα σκοταδιού και φωτός που τον σταματάει στη μέση του δρόμου του και που πάνω του χαράσσεται  η φράση: «το αίνιγμα του κόσμου είναι πάντα εδώ».  Το αίνιγμα πλέον δεν το λύνει ούτε ο μυθικός άνθρωπος (όπως ο Οιδίπους), ούτε ο  ιστορικός), καθώς εντεύθεν του μύθου  η δυνατότητά του είναι γενικά περιορισμένη, μαχόμενος με δυνάμεις, που τον περικλείουν και μοιάζουν προς το παρόν υπέρτερες, στέκοντας από πάνω του σαν νέα μοίρα ή σαν δαμόκλειος σπάθη, αν εξηγώ σωστά τον Ν.Σ.Σ., αναποδογυρίζοντας παλιές βεβαιότητες.

Προχωρώντας στις καταβολές, ο νους μας αναγκαστικά πηγαίνει στον περίφημη τοιχογραφία από τον τάφο του βουτηχτή στο Paestrum, (την αρχαία ελληνική πόλι της Ποσειδωνίας της κάτω Ιταλίας), με εκείνη την εκπληκτική κίνηση του βουτηχτή σε θαυμάσιο στυλ από έναν πέτρινο βατήρα προς τα νερά μιας δεξαμενής ή καθώς ερμηνεύεται σωστά, ίσα προς τις πύλες του Άδου(…).Τέτοιου είδους συνειρμοί παρατηρούνται σε πολλούς μοντέρνους ποιητές. Τα δρεπανηφόρα άρματα, επίσης στο ίδιο ποίημα, ίσως να αναφέρονται στο θέμα της Πάνθειας και του αγαπημένου της συζύγου, από την «Κύρου Παιδεία» του Ξενοφώντος, που πρώτος έτρεξε κατά πάνω στα δρεμανηφόρα άρματα του εχθρού και να ευχαριστήσει τον Κύρο, που την προστάτεψε την Πάνθεια. Κι έτσι τον βρήκε ο  θάνατος. Αλλά κι αυτός που προχωρεί στη θάλασσα με το πιστόλι στον κρόταφο, μπορεί ίσως να είναι εκείνος ο απελπισμένος, απενδυμένος από τις επιτιμητικές, πολιτικές  συμπαραδηλώσεις, που τον αμαύρωσαν, ο αισθητιστής και καταγγέλλων την κλεπτοκρατία και τον ξενικό μιμητισμό, ο Περικλής Γιαννόπουλος, με την θεατρική, συμβολική και παράξενη αυτοκτονία του.

Η όλη τεχνική, υποδηλώνει έναν αφομοιωμένο μοντερνισμό, που ακολουθεί ο Ν.Σ.Σ. σ’ όλα σχεδόν τα ποιήματα της Συλλογής. Ο ιστορικός αναχρονισμός, οι προμετωπίδες, τα εμβόλιμα στοιχεία από άλλες πηγές ιστορικές και λογοτεχνικές, έρχονται να διαυγάζουν και να εμπλουτίσουν,  τα θέματα, μ’ έναν καλοδουλεμένο ελεύθερο στίχο, που δεν παραποιεί, αλλά σέβεται την ποικιλία και την μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, στην καθομιλουμένη της σύγχρονη μορφή,  με τις αφομοιωμένες ήδη λόγιες λέξεις. Συνολικά θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι αυτά τα ποιήματα, και  χωρίς να προχωρήσω σε γενικές αξιολογικές κρίσεις, διαφέρουν ευκρινώς με την τελευταία γραφόμενη ποίηση στη χώρα μας, ακολουθώντας έναν άλλο δρόμο.

Η αντίστιξη ανάμεσα στην κατάφαση στη ζωή, στην αγωνιστική διάθεση, στον ζωοδότη έρωτα από την μια, και το χάος, το κενό και το μηδέν, που καταλήγουν σε μια μοίρα απελπισίας, καταφρόνιας ή και θανάτου, διαπερνάει, σαν το Ηρακλειτικό «εν διαφέρον εαυτώ», όπως το αναφέρει ο Ερυξίμαχος στο πλατωνικό Συμπόσιο. (πρβλ. απ.51,Diels). Και όπως περίπου, mutatis mutandis,   παρουσιάζεται στον Κολυμβητή, φαίνεται να διαπερνά σχεδόν, άλλοτε αδιόρατα, κι άλλοτε πιο καθαρά, τα περισσότερα ποιήματα αυτής της Συλλογής.

Θα μπορούσα να πω, ότι τα ποιήματα αυτά, δραματικά με λυρικές ανάσες, παρουσιάσουν έντονα και με οξύτητα την σημερινή τραγική ανθρώπινη κατάσταση. Η αίσθηση του ανθρώπου, ριγμένου και μόνου  μέσα σ’ ένα αυξανόμενο σ’ επικινδυνότητα κόσμο, με  ένα ανασφαλές, απρόβλεπτο και αβέβαιο μέλλον, που  του δημιουργεί μια βαθειά υπαρξιακή αγωνία, που όμως δεν έχει τη βάση της σ’ έναν βόρειο χριστιανισμό, όπως παλιότερα, αλλά συνθέτει ένα ενδοκοσμικό αδιέξοδο, αποτέλεσμα της άστοχης, ανεύθυνης βούλησης του ανθρώπου και της αδυναμίας του να περιορίσει την επιθετικότητα και τον εγωισμό του, που υπονομεύουν και διαλύουν κάθε θεσμό, που τείνει να τον περιορίσουν. Αυτή η γραμμή, νομίζω, διαπνέει αρκετά απ’ αυτά τα ποιήματα του Ν.Σ.Σ. και αφήνει τα ίχνη της και στα υπόλοιπα. Η πραγματικότητα, ενώ γίνεται αποδεκτή, ταυτόχρονα αναιρείται, δεχόμενη μια οργισμένη και βίαιη κριτική.

 

Θα ήθελα συγκεκριμένα να αναφερθώ σε μερικά ποιήματα που πιάνουν βασικές πλευρές αυτού του θέματος, όπως π.χ. στο ποίημα «Το χαμένο νερό του ποταμού»:

«Ο ποταμός κυλούσε το έρεβος/ ούτε νερό, ούτε ψυχή, ούτε δάκρυ.. /κυλούσε την σκόρπια στάχτη του κόσμου/ ολοένα κυλούσε φόβο κι αγωνία/…το πρώτο περπάτημα του παιδιού, το πρώτο χαμόγελό του/ το περίμενε η έρημος/το ίχνος του το κατάπιε η άμμος.. Η οδυνηρή εξαφάνιση του νερού, του πρώτου στην αξιολογική κατάταξη του Πινδάρου, (Άριστον μεν ύδωρ,1ος Ολυμπιόνικος) μας εισάγει σε μια καταστροφική περίοδο για την ανθρωπότητα, που πολλοί λένε ότι ήδη έχει επέλθει.  Αλλά πέρα απ’ αυτό, ποίημα αναφέρεται, νομίζω, και στον άνυδρη υποκειμενικότητα του σημερινού ανθρώπου, που καταπίνει με ευκολία αυτήν την ξηρή βιομηχανική τροφή του ευτελούς και του ασήμαντου, κι ας συνοδεύεται  παράλληλα από την μόνιμη ασθένεια του φόβου, της αγωνίας και της κατάθλιψης.

Στο ποίημα: «Το εκμαγείο της εποχής» ο ίδιος ο άνθρωπος   κατηγορείται για το απάνθρωπο αποτέλεσμα. «Κι έμεινε το βαθύ μαράζωμα / να κατακαθίζει στο σάπιο βάθος του χρόνου∙/ Αντιφέγγιζε σκοτεινά πάθη και μανίες / ως τον κορεσμό. …Χορεύει τώρα άναρθρα από την επιθυμία η καρδιά/ Τυφλές ελπίδες ολοένα ψάχνοντας/ Στη λάσπη της τύχης

Στο ίδιο κλίμα είναι και «Τα φουσκωμένα εγώ»: Γλώσσες μιλούν- χωρίς να λένε/πράξεις λένε-χωρίς να πράττουν/ Όλα στρεβλωμένα και διαστρεβλωμένα-/ Κλέος από άγνοια και ιδιοτέλεια/ Όπως ταιριάζει στην επικρατούσα μόδα∙…Πριν το φθόγγο έχει σαπίσει το μυαλό/ Πριν την επιθυμία έχει βρομίσει η σάρκα/… Είναι τα καμαρωτά εγώ/ τα μαγεμένα από τον εαυτό τους εγώ/ φρικτά πρόσωπα σημαδεμένα/ Κολλημένα σε αφίσες στους τοίχους των δρόμων…»

Ο εγωισμός εδώ φτάνει στην παράνοια, αποπροσανατολίζοντας τον άνθρωπο εντελώς από την πραγματικότητα, και ρίχνοντάς τον σε μια φανταχτερή κι ωστόσο θλιβερή φαντασίωση, κι όταν συνέρχεται βλέπει γύρω του ένα τοπίο ερειπίων. Αλλά και τότε δεν συνέρχεται, ούτε διδάσκεται, λες κι έχει καταδικαστεί από τους θεούς από το μαρτύριο του Σίσυφου, επαναλαμβάνοντας με εμμονή τα ίδια λάθη. Κι η φιλοδοξία εξαντλείται σε μερικά περάσματα από την τηλεόραση μέσα σε αφίσες με τα πρόσωπά τους για δύο-τρείς ημέρες.

Αλλά υπάρχουν και οι λυρικές ανάσες ή ο έρωτας ή η ο αγώνας του ανθρώπου για επιβίωση, που αντιφεγγίζουν στον σκοτεινό ορίζοντα, όπως στο ποίημα, «Το ενδεχόμενο της ευτυχίας»: «Το άσπρο φεγγάρι γέμισε τον απογευματινό ουρανό αχνό χρώμα/…Σκιαγράφημα αδιόρατο στο γαλάζιο/…ένα ρίγος,/ Μια αναστολή της βαρύτητας/ αυτό το φεγγάρι των αγρών και των ονειροπολήσεων./ …/Για ποιο πράγμα μιλάει ο μύθος; Μήπως/ Για την ψυχή του σύμπαντος; / Για τη σελήνη και τον Ενδυμίωνα;/ ..Ή για μας που προλάβαμε να δούμε-έστω για μια στιγμή-/ Μια τέτοια ομορφιά;»

Ολόκληρο το ποίημα αποπνέει μια λατρεία της ζωής και του έρωτα, μια πλησμονή μέσα στη φύση, μια κατάφαση στο παρόν-Είναι. Μέσα στην φύση είναι σαν να μιλάς μες στην ψυχή του σύμπαντος ή μέσα από το σύμπαν και τον έρωτα που τον συνέχει ως εμπεδόκλεια φιλότης,  καταλαβαίνεις καλύτερα και την δική σου συμμετοχή σ’ αυτό το θαύμα;  Άλλωστε πολλά ποιήματα του Ν.Σ.Σ, αναφέρονται στον έρωτα σε διάφορες εκφάνσεις του, όπως στην «Σπουδή»:

«Ρόδο του έρωτα,/ Στο βαθύ κόκκινο και το σκοτεινό έρεβος τυλιγμένο/ που η σαγήνη σου αιχμαλωτίζει τον αγαπημένο- / …πες  μας/ Ποια τόλμη θα μπορούσε να δει την τρομερή σου αλήθεια καθαρά/ Υπομένοντας σκληρά στο βασίλειό σου/ Να ζει μόνο για σένα;/ …/Κι όλο τον άπειρο κόσμο να είχε κανείς/ Για να σε ποθεί και να σ’ αντικρίζει/ Δεν θα αρκούσε για να ζει την παρουσία σου/…/Ανθίζεις τώρα σε τρυφερό λειμώνα ευτυχισμένο/ … / βάφοντας με το αίμα του αηδονιού/ παράφορα τα χείλη των ανθρώπων, / Τα μοναδικά τα χείλη,  τα ανερμήνευτα….».  Αυτοί οι στίχοι, γραμμένοι με κάποιο περίπλοκο στυλ,  ωστόσο χρησιμοποιούν ερωτικά σύμβολα, που συνηθίζονται στην ποίηση με παραπομπές κι εδώ, όπως στο αίμα του αηδονιού στον Όσκαρ Ουάλντ. ή και στο δημοτικό τραγούδι. Θα επιμείνω μόνο, στο στίχο «την τρομερή σου αλήθεια καθαρά», γιατί αλήθεια όταν αποκαλύπτεται, πολλές φορές είναι τόσο δυσάρεστη και πικρή, που θα προτιμούσε κάποιος να μην αποκαλυφθεί. Και στην έρωτα η αποκάλυψή της, όταν έρθει η στιγμή της αποκάλυψης μπορεί να φέρει δυστυχία και πόνο ή ακόμα και θάνατο. Ο έρωτας φέρνει μάσα στην ψυχή το πάθος, που δεν είναι πάντα καλό οδηγός. Τότε ο έρωτας μεταμορφώνεται σε μίσος.

Σε διαφορετικό ύφος  είναι γραμμένο το ποίημα, «Η στέγη του αιώνιου».  Μιλάει για έναν έρωτα εξαίσιο με την σφραγίδα του μύθου, παραφράζοντας το αριστουργηματικό ποίημα της Σαπφώς για τους Γάμους του Έκτορα και της Ανδρομάχης :

«Μια φοβισμένη ημέρα ήρθε,/ Θολό άστρο/ και κάθισε-/ η Τροία στάχτες/ κάτω από το χώμα…/ Σωρός από πηχτό αίμα χρόνος/ (…). –Αλλά καμιά φορά το πρωϊνό,/ Όταν αγγίζει ο νέος ήλιος τα παλιά υψώματα/ Έρχεται ο απόηχος κωπηλατών που λάμνουν/ Και φωνές που γεμίζουν χαρά τον δροσερό αέρα./ Όλα ξυπνούν από έναν ύπνο ψεύτικο/ Κι ακούμε τώρα και εμείς τη φωνή/ Της κόρης της Λέσβου:/ Ο ΄Εκτορας και οι φίλοι του με καράβια/ Φέρνουν την τρυφερή Ανδρομάχη/ Πάνω από την αλμυρή θάλασσα/ (…)/Και γρήγορα οι γιοί του Ίλου έζεψαν μουλάρια/ σε θαυμαστές άμαξες/ Κι ανέβηκαν επάνω πλήθος γυναικών/ (…) Οι παρθένες έψαλαν ένα ιερό μέλος/ και μια θεσπέσια αρμονία/ άγγιξε ψηλά τον αιθέρα/ Οι παντρεμένες γυναίκες έσυραν μια κραυγή χαράς/ Κι οι άνδρες έπιασαν ένα τραγούδι γεμάτο πόθο/ Καλώντας τον Παιάνα, τον κύριο της λύρας, τον μακρυβόλο,/ κι ύμνησαν σαν θεούς τον Έκτορα και την Ανδρομάχη.» Υπάρχουν κι άλλα ερωτικά ποιήματα, αλλά ας αρκεστούμε σ’ αυτά τα δύο.

Από την μια ο νεωτερικός απελπισμένος έρωτας και από την άλλη ο  παλιός εκείνος μέσα από τη Σαπφώ, που μοιάζει και είναι τόσο παράξενα φυσικός, θα λέγαμε, αλλά και γι’ αυτό απόλυτος, ίσως γιατί είναι μακρινός για μας και χάνεται πίσω στον αρχέγονο μύθο. Γι’ αυτό ακριβώς αυτός ο έρωτας, όπως μας έρχεται από την αρχική του πηγή, τον Όμηρο, ήταν για πολλά χρόνια, και ίσως είναι ακόμα, ένα από τα λογοτεχνικά υποδείγματα στην δυτική λογοτεχνία.

****

 

Για ένα πρώτο συμπέρασμα μπορούμε να πούμε ότι οι Μορφογενέσεις ανοίγουν περάσματα προς το ανοίκειο και το άγνωστο, που γίνεται προσπάθεια να κατανοηθεί καλύτερα μέσα από την χρησιμοποίηση του μύθου, όπου υπάρχουν πρόσωπα ή προσωπεία. Σε ορισμένα ποιήματα ο αναγνώστης αισθάνεται ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο ή μικρό θεατρικό δραματικό επεισόδιο, που -κατά την γνώμη μου – διευκολύνει την μετάδοση του ποιητικού στοχασμού, που συνήθως είναι η προειδοποίηση της αυξανόμενης εντροπίας, από την έπαρση και την αφροσύνη του ανθρώπου, που προμηνύει βέβαιες καταστροφές. Δεν ευθύνονται τόσο οι ίδιες καθ’ εαυτές οι θεωρίες και οι ιδεολογίες για τα εγκλήματα του περασμένου αιώνα ή και του τωρινού, όσο ίδιος  ο ιστορικός άνθρωπος που τις κατασκεύασε, χρησιμοποιώντας τες ως προπέτασμα καπνού προκειμένου να αποκρύψει τους εγωιστικούς του πόθους για ηδονή και εξουσία. Είναι χαρακτηριστική μια φράση που αναφέρει ο Μονταίνι, ότι η κακία, η εχθρότητα, η μοχθηρία δεν έχουν αφ’ εαυτών μεγάλη δύναμη για το κακό, αλλά την αποκτούν όταν ενδύονται την ηθική και την ευσέβεια. Είναι τα θεωρητικά και ιδεολογικά σχήματα, αυτές οι μεγάλες αφηγήσεις που κυριάρχησαν τον προηγούμενο αιώνα και έντυσαν την κακή πλευρά της ιδεολογίας με τον μύθο της αγιότητας.

Αλλά πριν κλείσουμε αυτήν την παρουσίαση, νομίζω  ότι είμαστε υποχρεωμένοι να αναφερθούμε σε δύο επί πλέον σημεία, που θα διευκολύνουν να καταλάβουμε καλύτερα τις Μορφογενέσεις. Το ένα αφορά την αντίληψη του χρόνου. Δεν έχουμε έναν παροντικό χρόνο από την μια πλευρά, κι  έναν ακίνητο παγωμένο χρόνο, από την άλλη. Ο χρόνος έρπει κάτω από τις πράξεις των ανθρώπων, τόσο στον αρχέγονο και ύστερο μύθο, όσο και στην ιστορία. Ο ποιητικός χρόνος αφήνεται να ξεδιπλωθεί μέσα στην ζωντανή παράδοση, που είναι ένας τόπος, που αποβάλλει και δημιουργεί συνεχώς, που αξιολογεί και επαναξιολογεί. Κάθε νέα αξία που δημιουργείται αλλάξει και την αξία των προηγούμενων, την αυξάνει ή την μειώνει, άρα διαφοροποιεί ολόκληρο το σύνολο.  Όπως σημειώνει ο Βάλτερ Μπένζαμιν στην 6η θέση για την Ιστορία της Φιλοσοφίας, η σχέση με την παράδοση δεν σημαίνει αναγνώρισή της με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά, αλλά ως μια ξαφνική έκλαμψη…   Ας πάμε, λοιπόν, στο ποίημα, «Απέσβετο και μη απέσβετο».  Το ποίημα αναφέρεται στον γνωστό υποτιθέμενο χρησμό της Πυθίας προς τον αυτοκράτορα Ιουλιανό, για την καταστροφή του αρχαίου κόσμου. Τίθενται μόνο ερωτήματα.

«Απέσβετο∙ / Η φωνή του νερού -φωνή άφωνη- η φωνή/ Του νερού απέσβετο;/ Εσύ που έζησες εκείνο το ρίγος,/ Το αισθάνεσαι ακόμα στα σημερινά ερείπια; Ή απέσβετο; / Πώς δεν ομιλεί η καρδιά του κόσμου;/ Δολοφονημένο τώρα σώμα στάζει μυστικό αίμα/ …Μένοντας στο τυφλό παρόν, είμαστε πάντα καταδικασμένοι/..Τη φλόγα που φωτίζει το μέλλον και αναζητάμε, πού είναι;/…Μαύρο κατάσαρκα φόρεμα από σκοτωμένο αίμα.   /Από μακριά τώρα ακούγεται πάλι το κελάρυσμα του νερού/ Τα άσματα των παρθενίων/ Τα δαφνηφόρια/ σε ημέρες τρυφερές,  που εμπνέουν τον ραψωδό.»

Πρόκειται για μια σημερινή είσοδο στο αρχέγονο ιερό, εν προκειμένω οι Δελφοί, καθώς αυτό ακριβώς είναι αυτός ο τόπος, η κατοικία ενός ιερού, όπου διαμένουν θεοί και άνθρωποι, το ιερό που δεν έχει φύγει, αφού εδώ κατοικεί, σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο χώρο, που υποβάλλει το ρίγος του τον σημερινό επισκέπτη, καθώς εισέρχεται, και το αισθάνεται ξαφνικά χωρίς να το έχει σκεφτεί σαν μια έκλαμψη, κι όχι σαν μια τουριστική εκδρομή, ή  σαν μια εικόνα που περνάει στην τηλεόραση, αλλά όπως νοιώθεις ότι είσαι στη φύση, που σε γέννησε. Τώρα μάλιστα που ο τόπος και η κατοικία χάνονται μέσα σε μια τεράστια χοάνη. Ξαναμπαίνεις στην πιο βαθειά σου ύπαρξη, που ούτε υποπτευόσουν ότι υπήρχε ποτέ, σε αρχέγονα ρεύματα, εκεί που τα έψαξε η τραγωδία. Και μάλιστα μέσα από την ελληνική εμπειρία καταγραμμένη στην ελληνική γλώσσα σ’ όλες τις φάσεις και τα στάδια.

Το δεύτερο σημείο είναι το θέμα του μηδενός σ’ ένα θαυμάσιο ποίημα, που εκ πρώτης όψεως μπορεί κανείς να το θεωρήσει φιλοσοφικό και να το ξεπεράσει, ενώ είναι βαθύτατα ανθρώπινο. Πρόκειται για το: «Όταν το είναι σκέφτεται το τίποτα». Για μένα αυτό λέει, είναι ότι το τίποτα, δηλαδή, το μηδέν(το μήτ’ έν»), είτε υπάρχει, είτε δεν υπάρχει στο Είναι, αν ζωντανέψει μέσα στην σκέψη του ανθρώπου, τότε γίνεται μια τεράστια καταστροφική δύναμη: (…) Στην αρχή το ποίημα παίζει με το Είναι και το τίποτα με διάφορες πιθανότητες, αλλά μετά προχωρεί σ’ ένα συγκεκριμένο τοπίο, δραματικό  και συγκλονιστικό.: «Αν μπορεί το Είναι να σκέφτεται την ανυπαρξία του/ Σημαίνει ότι το μηδέν είναι μέσα στο Είναι/ (…). Θα λέγαμε ότι όταν το μηδέν κυριαρχήσει στο μυαλό του ανθρώπου, τότε να ετοιμαζόμαστε για μεγάλες καταστροφές. Οι στίχοι γίνονται αμείλικτοι.  «Πυκνώνει τότε το σκοτάδι./ Ύστερα ακούς αλυσίδες και βογκητά και κρόταλα/ Στους πιο πίσω συλλογισμούς- τους πιο σκληρούς/ Τους αδίστακτους, στους αδηφάγους/ Προσταγές και βαρείς οπλισμού όπλων/(…) Και πλατάγισμα μαστιγίου/ Ακούγοντας/ τα νύχια θαμμένων ζωντανών να σκάβουν/  Να αναπνεύσουν, να δουν Τι; / Το είναι να έχει το τίποτα στην τρελαμένη του σκέψη;»

Ναι, αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα. Ο μηδενισμός των ανθρώπινων αξιών και η τρέλα της λατρείας του χρήματος, μαζί και η τεχνοεπιστήμη. Η μετακίνηση του Αρχιμήδειου σημείου από τον θαυμασμό της φύσης και την εξ αυτού απόκτηση γνώσης, σε μια εργαλειακή κατασκευή που παρέχει τις υπηρεσίες  της για την παροχή και απόκτηση δύναμης στις κάθε είδους εξουσίες, που εν τέλει στρέφεται κατά της ίδιας της φύσης, καταστρέφοντάς την σιγά – σιγά και περιορίζοντας τον άνθρωπο σε σπίτια-συρτάρια, φορώντας μάσκα και κοιτάζοντας μιαν οθόνη.

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα θα ήθελα να παρατηρήσω την αισθητική συγκίνηση που μπορεί ο αναγνώστης να απολαύσει, αλλά και την πνευματικότητα που θα αποκομίζει από αυτά τα ποιήματα, και μάλιστα σήμερα στην εποχή του ευτελούς, που  έχουμε μεγάλη ανάγκη.

 

INFO: Μορφογενέσεις, του Ν. Σ. Σταμάτη, εκδόσεις Τόπος.

 

Προηγούμενο άρθροΚούλα Αδαλόγλου: Οδυσσέας, τρόπον τινά
Επόμενο άρθροΒραβεία Βιβλίου από το Public

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ