Μικροί πνιγμοί

0
148

  

 

Της Γεωργίας Συλλαίου. 

Η μητέρα μου φορούσε συνήθως εμπριμέ τσιτάκια.

΄Ηταν ανοιχτά στο λαιμό, αν και δεν μπορούσες να τα πεις ακριβώς ντεκολτέ. Για την ακρίβεια δεν ήταν καθόλου ντεκολτέ, είχαν απλώς μία λαιμόκοψη γιατί η μητέρα μου δεν φορούσε ποτέ στενά στο λαιμό ρούχα, μάλλον δεν φορούσε γενικώς στενά.

Αυτά τα εμπριμέ τσιτάκια λοιπόν, κάποιος άνετα θα τα έλεγε ρόμπες, αν τα έβλεπε ξεχωριστά από τη μητέρα μου.

Διότι πάνω στη μητέρα μου ήταν κανονικά φορέματα. Είχαν αποκτήσει τη μυρωδιά της, μία μείξη λουλουδάτης κολόνιας με κύριο συστατικό το λεμόνι και μία σωματική γλυκόξινη μυρωδιά που γινόταν πιο έντονη όταν τίναζε τα μαλλιά της για να τα γυρίσει σε ένα χαλαρό κότσο.

 

 

-Από κεί που θα πάμε  βλέπεις Ελλάδα , της είπε αυστηρά ο ταξιτζής. Αυτά τα παράλια είναι Τουρκία, συνέχισε και έφτυσε από το ανοιχτό παράθυρο.

Η Νίνα δεν βρήκε τίποτε να απαντήσει. Κοίταξε για λίγο αφηρημένα τα τουρκικά παράλια, όπου τώρα άναβαν τα πρώτα φώτα. Μετά το ταξί έστριψε σε έναν κάθετο δρόμο, γεμάτο κι αυτόν από ευκαλύπτους. Κάτι πήγε να πει για την ευωδιά των ευκαλύπτων, αλλά έκλεισε το στόμα της εγκαίρως. Όταν ο ταξιτζής έβαλε ραδιόφωνο, αποφάσισε να ξαναμιλήσει.

–         Σας παρακαλώ, κλείνετε τη μουσική;

–         Γιατί δεν σ’ αρέσει η μουσική;

–         Όχι.

–         Και γιατί να πούμε, δεν γουστάρεις κάνα τραγουδάκι; Πώς θα πάμε μέχρι την άκρη του νησιού;

–         Χωρίς μουσική.

Γύρισε και την κοίταξε. Η Νίνα δεν κατέβασε τα μάτια και εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Ο ταξιτζής έκλεισε το ραδιόφωνο και άρχισε μια ακατανόητη συζήτηση στο τηλέφωνο. Άναψε τσιγάρο. Άναψε και η Νίνα. Κατέβασε το τζάμι του παραθύρου της και ατένισε το χλωμό τοπίο. Δεν είχε βγάλει ακόμη τα μαύρα γυαλιά της και ένιωθε έναν τσουχτερό πόνο πίσω από τα μάτια, μάλλον από το δυνατό ήλιο των προηγουμένων ημερών.

 

-Λοιπόν, εδώ είμαστε.

Η φωνή του ταξιτζή ακούστηκε ουδέτερη μέσα στη ζεστή νύχτα. Είχε βαρεθεί και είχε κουραστεί. Η Νίνα παραλίγο να τον λυπηθεί, αλλά κάτι τέτοια εδώ και καιρό δεν τα συνήθιζε. Έβγαλε τα γυαλιά της, ρώτησε τι χρωστούσε, τον πλήρωσε και βγήκε από το ταξί σέρνοντας σχεδόν το σάκο της. Μπροστά της ορθωνόταν το Ζινί, δοτική χαριστική εκ του Ζευς. Και τα μικρά οικήματα μπροστά, πρέπει να ήταν αυτά που γύρευε.

Σε δυό λεπτά, η ΄Ινγκε την έσφιγγε στην αγκαλιά της.

Το σπίτι της ΄Ινγκε ήταν διώροφο, με ωραία πέτρινη αυλή, δροσερή από πρόσφατο κατάβρεγμα με το λάστιχο. Την περίμενε με ανυπομονησία, ήταν ολοφάνερο. Στο τραπεζάκι ήταν τοποθετημένο ένα βάζο με ασφοδελούς και ρείκια. Ένα κεραμικό βαθύ πιάτο με σύκα και ένα μικρότερο με αμύγδαλα. Αντί για τέντα, είχε μια κρεβατή με βουκαμβίλιες, γινωμένα σκονισμένα σταφύλια και κισσό. Παντού μύριζε το γιασεμί και οι ευωδιές που κατέβαζε το βουνό.

Η Νίνα εγκατέλειψε το σάκο της στο δωμάτιο που της υπέδειξε η ΄Ινγκε και ξανακατέβηκε στην αυλή. Έβγαλε τα πέδιλα και ακούμπησε τα γυμνά της πέλματα στις δροσερές πλάκες. Η ΄Ινγκε φλυαρούσε χαρούμενη. Ήταν μια ψηλή, λεπτή γυναίκα με φωτεινά μπλε μάτια σε ένα  περιποιημένο μαυρισμένο πρόσωπο. Η προσωποποίηση της βόρειας υγείας, σκέφτηκε η Νίνα με ένα μικρό χαμόγελο, κατεβάζοντας με μικρές γουλιές τη σπιτική βυσσινάδα. Πού έβρισκε τόσο χρόνο η ΄Ινγκε, ώστε να φτιάχνει μέχρι και βυσσινάδα ήταν μυστήριο. Η ΄Ινγκε που μιλούσε για τους δυό γιούς της που τώρα ήταν στο πανεπιστήμιο, αρχιτεκτονική και κοινωνιολογία αντιστοίχως.

–         ΄Εχεις κάτι πιο δυνατό; την διέκοψε μάλλον αγενώς η Νίνα, αλλά τα νεύρα της ξαφνικά την πρόδωσαν. Δεν είχε καμμιά περιέργεια να μάθει πώς ήταν το διαμέρισμα του Hugo στο Αννόβερο.

Η ΄Ινγκε τα έχασε προς στιγμήν, αλλά συνήλθε γρήγορα.

–         Γλυκιά μου Νίνα, σε ζάλισα…

Η Νίνα δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να το αρνηθεί και αυτή η έλλειψη κοινωνικής επίφασης, απορρύθμισε πάλι την ΄Ινγκε.

–         Νάντια, φώναξε, γυρίζοντας προς το εσωτερικό του σπιτιού και σε λίγο η ηλικιωμένη Ρωσίδα γέμισε με την κορμοστασιά της το φωτεινό παραλληλόγραμμο της πόρτας.

–         Φέρε μας…αλήθεια τι θα ήθελες Νίνα;

–         Νάντια, εδώ είσαι λοιπόν, είπε κεφάτα η Νίνα. Η ΄Ινγκε παρακολουθούσε απορημένη. Αλήθεια, τι θα ήθελα…Μια βότκα με πορτοκάλι. Τι κάνεις; Τι κάνει ο Γκίβι;

Ο Γκίβι ήταν ο σύζυγος της Νάντια, μονίμως άρρωστος, μονίμως χτυπημένος από κάποια μυστηριώδη μυϊκή ασθένεια που τον εμπόδιζε να δουλέψει. Και η Νάντια, δούλευε στο σπίτι της ΄Ινγκε, αλλά και σε άλλα σπίτια, εδώ και χρόνια, δυνατή, υγιέστατη, ακλόνητη.

–         Είμαι μια χαρά κυρία Νίνα, είπε η Νάντια χωρίς να κουνηθεί. ΄Ε, ο Γκίβι…έχει τη μέση του.

–         Την πλάτη του δεν είχε;

–         Η πλάτη του είναι στη θέση της…Οι δύο γυναίκες έβαλαν τα γέλια υπό την αυξανόμενη απορία του βλέμματος της ΄Ινγκε. Τώρα η μέση του τον ταλαιπωρεί…Εσείς πώς είστε; θα μείνετε;

–         Ναι, θα μείνω λίγες μέρες, είπε η Νίνα, αποφεύγοντας την πρώτη ερώτηση. Θα φτιάξουμε αύριο πιροσκί;

–         ΄Οποτε θέλετε. Λοιπόν, βότκα με πορτοκάλι, ή πορτοκαλάδα;

–         Πορτοκάλι. Και λεμόνι. Και πάγο. Βάλε ό,τι βρείς…

Πάλι γέλια. Η Νίνα κοίταξε φευγαλέα την ΄Ινγκε και άναψε τσιγάρο.

–         Μη με παρεξηγείς…΄Εχουν αλλάξει πολλά ΄Ινγκε…

–         Καταλαβαίνω.

–         Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις, αλλά μάλλον δεν έχει και πολλή σημασία.

Η Νίνα έπιασε το χέρι της φίλης της με τρυφερότητα.

–         Σημασία έχει ότι κατάφερα να έρθω, έτσι;

Η ΄Ινγκε σηκώθηκε χαμογελώντας. Τράβηξε ένα κλαδάκι από την κρεβατή και το πέταξε μακριά.

–         Φυσικά, είπε. Πάω να φέρω και μερικά φιστίκια.

 

 

 

 

Όταν ήρθε το ασθενοφόρο, η μαμά είχε ήδη πεθάνει. Αργότερα θα μάθαινα ότι ήταν έμφραγμα μυοκαρδίου.

Αλλά εκείνη τη στιγμή υπήρχε ακόμη μια διάχυτη ελπίδα. Όχι για μένα, όχι. Το είχα πιάσει από το πρωί, που ο μπαμπάς τηλεφώνησε και είχε πει «ελάτε, η μαμά δεν είναι καλά». Το είχα πιάσει εδώ και μέρες που έβλεπα τη μαμά απόμακρη, να σταυρώνει και να ξεσταυρώνει τα δάχτυλά της, σιωπηλή, απούσα.

Χτυπούσα έξαλλη την εξώπορτα που για κάποιο λόγο είχε φρακάρει. Άκουγα από το εσωτερικό του σπιτιού περίεργους ήχους, σιγανές ομιλίες και γδούπους. Όταν τελικά κατάφερα να μπω, λύθηκε το μυστήριο. Το χολ του σπιτιού μας είναι στενό και οι νοσοκόμοι προσπαθούσαν να βγάλουν τη μαμά δεμένη πάνω σ’ ένα φορείο. Όταν άνοιξα, το φορείο ήταν σχεδόν σε οριζόντια θέση και αμέσως ξανάπεσε. Η μαμά ήταν δεμένη σε τρία σημεία με ιμάντες και ήταν διασωληνωμένη. Είδα τις κνήμες της: ήταν γεμάτες μικρές μελανιές και τα γυμνά της πέλματα χλωμά, καθαρά και ευάλωτα. ΄Ενας ιμάντας πίεζε το στέρνο της κάνοντας τα κόκκαλα να εξέχουν αφύσικα. Κοίταξα αριστερά και με μιάν αδιόρατη απορία πρόσεξα ότι μια χοντρή νοσοκόμα γελούσε νευρικά, πνιχτά. Οι άλλοι δύο ήταν άντρες, μούσκεμα στον ιδρώτα πάλευαν να βγάλουν το φορείο έξω.

-΄Εξω, έξω! Μου φώναξε ένας απ’ αυτούς, έκανα μερικά βήματα πίσω και το φορείο μπήκε οριζόντια στο ασανσέρ.

Προχώρησα στο εσωτερικό του σπιτιού, σαν γυάλα ενυδρείου μου φάνηκε το σαλόνι. Ο πατέρας μου, ο γιατρός και ο μικρός αδελφός της μαμάς.

 

 

Η Νίνα περιεργάστηκε αδιάφορα το δωμάτιό της. Στο πέτρινο περβάζι του παραθύρου υπήρχε μια γλάστρα με ανθισμένα σκυλάκια. Ένα στενό κρεβάτι, μια σιφονιέρα, ένα μικρό σεντούκι, εις δόξαν της ελληνικής γραφικότητος, χαμογέλασε ειρωνικά η Νίνα. Και το κιλίμι στο ίδιο μοτίβο.

«Τι διάολο κάνουμε τώρα», μουρμούρισε βγάζοντας το μουσκεμένο ταλαιπωρημένο  πουκαμισάκι της. ΄Αρχισε να μετανιώνει για την απόφαση να αποδεχτεί την πρόσκληση της ΄Ινγκε «λίγες μέρες στο νησί, μπανάκια και κουβέντα» Κουβέντα! Δεν είχε καμία διάθεση για κουβέντα. Γενικώς δεν είχε διάθεση για τα περισσότερα πράγματα. Αλλά η ΄Ινγκε την παρακάλεσε πολύ, την πίεσε σχεδόν. Και νάτη τώρα, αυτή, η Νίνα, σε ένα νησί που ανέκαθεν δεν της έλεγε τίποτε. ΄Ενιωσε έναν παράλογο θυμό πρώτα για την ΄Ινγκε και μετά για τον εαυτό της.

Στο διάβολο λοιπόν, ψιθύρισε και φόρεσε ένα μακό μπλουζάκι με λεπτά τιραντάκια. Το ξαναέβγαλε γιατί θυμήθηκε ότι ήθελε να κάνει πρώτα ντους. Στάθηκε αρκετή ώρα κάτω από το νερό με τα μάτια κλειστά. Το κρύωνε σταδιακά μέχρι που δεν το άντεχε άλλο. Βγήκε τουρτουρίζοντας, φόρεσε το μπλουζάκι και ένα βαμβακερό παντελόνι. Περιεργάστηκε τα νύχια της. Ήταν βυσσινιά και η μερακλού μανικιουρίστα είχε ζωγραφίσει μαργαρίτες στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών της. Μόλις αρχίσουν να ξεβάφουν θα κάνουμε πεντικιούρ με την Νάντια, σκέφτηκε. Η Ίνγκε μόνο μαρμελάδες ξέρει να φτιάχνει για τον κόπανο τον Ηλία και κρέπες για τους γιούς της, sorry, pan cakes ήθελα να πώ.

Κατέβηκε στην κουζίνα. Η Νάντια είχε φτιάξει τη βότκα και γύρισε να την κοιτάξει. Σκούπισε τα χέρια της, κάθισε αντίκρυ στη Νίνα και άναψε τσιγάρο. Έσπρωξε το πακέτο της στη Νίνα.

–         Η μαμά σου; Ρώτησε ήρεμα.

–         Πέθανε Νάντια. Η Νίνα φύσηξε ψηλά τον καπνό.

–         Την έκλαψες; Ξαναρώτησε η Ρωσίδα χωρίς να χαμηλώσει τη φωνή.

–         Όχι, μουρμούρισε η Νίνα με ασυνήθιστη για το χαρακτήρα της συντριβή. ΄Εσκυψε το κεφάλι και η Νάντια της χάιδεψε το χέρι.

–         Η κυρία Ίνγκε κλαίει συνέχεια. Για τον Ηλία! Συμπλήρωσε με μια απόχρωση περιφρόνησης στη φωνή. Γέλασαν και οι δύο άκεφα.

–         Γιατί δεν τον ξεφορτώνεται; Ρώτησε η Νίνα χωρίς να σκεφτεί.

–         Γιατί είναι ξένη κυρία Νίνα, είπε η Νάντια αυστηρά και τσάκισε με δύναμη το τσιγάρο της στο τασάκι. Είναι σα να μου λες γιατί δεν ξεφορτώνομαι και γώ τον Γκίβι. Είμαστε ξένοι, σε ξένη χώρα.

–         Και γω είμαι ξένη, είπε ξαφνικά η Νίνα και σήκωσε το κεφάλι. Η Νάντια χαμογέλασε με επιείκεια και σηκώθηκε με κόπο.

–         Δεν εννοούμε το ίδιο, κατέληξε και της έκανε νεύμα να πάνε στη βεράντα. Μόλις είχε ακουστεί η φωνή της Ίνγκε που τις καλούσε να δούν την αστροφώτιστη νύχτα.

 

Tη νύχτα η Νίνα κοιμήθηκε άσχημα. Τα σύντομα διαστήματα του ύπνου της ήταν τόσο φορτωμένα με όνειρα, ώστε όταν ξυπνούσε ένιωθε σαν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου. Είδε όλα τα κλασικά συνήθη όνειρα. (Παρακαλώ να μην ερωτηθεί ουδείς Φρόυντ γι αυτά). Η Νάντια μπερδευόταν με τη μητέρα της, το Ζινί με το χωριό που περνούσε τα καλοκαίρια όταν ήταν παιδί, μέχρι και τον ταξιτζή είδε, να της κάνει τα γλυκά μάτια μέσα από τον καθρέφτη. Το φίλμ των ονείρων της τελείωσε τα ξημερώματα με μια απέραντη σκούρα θάλασσα στην οποία φοβόταν να μπει, και τελικά μπήκε με μιάν αίσθηση αποστροφής. Μετά απ’ αυτό, η Νίνα αποφάσισε να μην ξανακοιμηθεί και βάλθηκε να χαζεύει από το παράθυρο την αυγή που προχωρούσε γρήγορα. Βγήκε νωρίτερα από όλους στην αυλή, νωρίτερα ακόμη κι από τη Νάντια. Η Νάντια έφτιαξε καφέ κατά τις οχτώ και τον ήπιαν σιγομουρμουρίζοντας κάτω από την κρεβατή, βγάζοντας ψύχραιμα τα μυγάκια από τα φλιτζάνια τους.

Η Ίνγκε εμφανίστηκε στις εννιάμισι με τα μάτια κατακόκκινα. Φίλησε την Νίνα και ζήτησε ένα καφέ από τη Νάντια .

-Τηλεφώνησε ο Ηλίας.

-…….

-Έρχεται σήμερα! Η Ίνγκε ξέσπασε σε λυγμούς. Δεν ξέρω αν χαίρομαι ή όχι, ξέρω μόνο πως έχω ένα μεγάλο κόμπο εδώ (έδειξε το στομάχι της) και εδώ (έδειξε την καρδιά της). Η Νίνα σήκωσε τα μάτια στον ουρανό. Αυτό μας έλειπε, σκέφτηκε. Ο Ηλίας! Ό εστί μεθερμηνευόμενον ρεσιτάλ δακρύων.

-Τι ώρα θαρθεί;

-Μεσημεράκι, είπε η Ίνγκε σκουπίζοντας τα μάτια και ρουφώντας τον καφέ που της έφερε η Νάντια. Η Ρωσίδα την κοιτούσε ανέκφραστα.

-Γιατί δεν πάτε με την κυρία Νίνα για ένα μπανάκι; Πρότεινε. Εγώ θα πώ στον κύριο Ηλία πού θα βρίσκεστε κι αν θέλει έρχεται.

-Έχει δίκιο η Νάντια. Σταμάτα να κλαις και να τον περιμένεις με το τουφέκι σε κάθε γωνία! Πάμε για μπάνιο! Πάμε οπουδήποτε αρκεί να μην περιμένουμε κανέναν! Κανέναν!

Σταδιακά η Ίνγκε ανακτούσε την αυτοκυριαρχία της. Συμφώνησαν να πάνε σε μια μακρινή παραλία, όπου είχε πάντα κύμα. Σηκώθηκαν να μαζέψουν τα απαραίτητα. Μετά τα φόρτωσαν στο μικρό τζιπ. Γύρω στις έντεκα είχαν φύγει.

 

Η θάλασσα την έφερε δυό τούμπες. Ζαλισμένη βγήκε παραπατώντας και φτύνοντας νερό.

Είδε την Ίνγκε να μαζεύει όστρακα. Δεν είχε βγάλει τη φούστα της. Τα μαλλιά της κρέμονταν στο πρόσωπό της σα φύκια καθώς έσκυβε. Η φούστα ήταν πράσινη, το μπλουζάκι της τυρκουάζ. Από μέσα φαινόταν το σκούρο μαγιό της.

Η Νίνα ανακάθισε στο ψιλό λιτρίδι και πήρε βαθιές ανάσες. Η περιπέτεια στη θάλασσα της είχε ανεβάσει την αδρεναλίνη, ένιωθε καλύτερα. ΄Εφτυσε και έβηξε πολλές φορές και αναζήτησε το μπουκάλι με το γλυκό νερό. ΄Ηπιε άπληστα, έβγαλε το μαγιό της που το ένιωθε ασήκωτο από τα πετραδάκια που είχαν μπει μέσα και το ξέπλυνε στη θάλασσα.

Κάθισαν πλάι πλάι με την ΄Ινγκε αγκαλιάζοντας τα γόνατά τους. Πάνω από τα κεφάλια τους έριχναν δροσερή σκιά τα αρμυρίκια. «Δεν ξέρω τι να κάνω. Νομίζω πως θα τον δεχτώ πίσω». Η Νίνα δεν απάντησε, αγνάντευε κάπου μακριά. Ο αέρας έπαιρνε τα λόγια της φίλης της και έφταναν στα αυτιά της κομματιαστά. Λέξεις όπως μοναξιά, σπίτι, δύο, η άλλη, κρίμα, γιατί, έχασα, Ηλίας.

Η Νίνα σκάλιζε την χοντρή άμμο με το μεγάλο δάχτυλο, εκείνο με το πλουμιστό νύχι. Η θάλασσα ηρεμούσε σιγά σιγά και σκεφτόταν ότι σε λίγο θα μπορούσε να κάνει ένα λιγότερο επικίνδυνο μπάνιο. «Με συγχωρείς» είπε «θα ξαπλώσω λίγο και θα κλείσω τα μάτια. Πριν κόντεψα να πνιγώ». Η Ίνγκε αναπήδησε και η Νίνα κούνησε καθησυχαστικά το χέρι. «΄Ελα, όπως βλέπεις είμαι εντελώς ζωντανή και σε λίγο θα ξαναβουτήξω».

Την ξύπνησαν φωνές. Μία σιγανή αντρική (ο Ηλίας) μια με βαριά προφορά (η Νάντια) και η στα όρια της υστερίας μονόχορδη ψιλή φωνή της Ίνγκε. Μιλούσαν λίγο παραπέρα (για να μην την ξυπνήσουν, αλλά την ξύπνησαν φυσικά) και η Ίνγκε χειρονομούσε αφύσικα. Οι άλλοι δύο ήταν ακίνητοι και την κοιτούσαν. Τα μαλλιά του Ηλία είχαν ασπρίσει κι άλλο. Ήταν ντυμένος σα να πήγαινε στο γραφείο του, παντελόνι με τσάκιση, μοκασίνια, πουκάμισο, γραβάτα. Της φάνηκε πιο λεπτός από την τελευταία φορά και το ίδιο ανέκφραστος, το ίδιο ψύχραιμος. Η Νίνα σηκώθηκε και τίναξε τα μαλλιά της. Ο Ηλίας γύρισε , την είδε και  πλησίασε με μεγάλα βήματα. Η χειραψία του ήταν πάντα θερμή και το χαμόγελό του ευγενικό, το χαμόγελο του οικοδεσπότη. Είπαν λίγα τυπικά για τη μητέρα της, τις δουλειές τους και μετά ο Ηλίας πρότεινε να φάνε στο εστιατόριο της περιοχής, είναι πολύ καλό , την πληροφόρησε και πολύ κοντά, πάνω από τα κεφάλια τους για την ακρίβεια. Η Νίνα κοίταξε το κτίριο με τα ανοιχτά παράθυρα που έβλεπαν στη θάλασσα. «Πηγαίνετε πρώτα εσείς» είπε «εγώ θα κάνω ακόμη μία βουτιά. Θαρθώ να σας βρω σε λίγο» ΄Εστρεψε γρήγορα και απομακρύνθηκε προς τη θάλασσα αποφεύγοντας να τους κοιτάξει. Άκουσε πίσω της ένα γρήγορο βήμα κι ένα λαχάνιασμα. Ήταν η Νάντια που χαμογελούσε πονηρά. «Έφερα το μαγιό μου. Λέω, ευκαιρία να κάνω και γω ένα μπανάκι». Η Νίνα επιδοκίμασε θερμά. ΟΙ δύο γυναίκες μπήκαν προσεκτικά στην τρικυμισμένη θάλασσα. Η Ρωσίδα κρατούσε το μπράτσο της Νίνας και χαχάνιζαν όταν τα κύματα έβρεχαν τις κοιλιές τους, σαν κοριτσόπουλα.

 

Αργότερα, όταν βγήκαν, έκαναν ένα τσιγάρο, στέγνωσαν, ντύθηκαν και πήραν σιωπηλές την ανηφόρα με προορισμό το εστιατόριο. Η τηγανίλα τις χτύπησε δυσάρεστα στο πρόσωπο μετά τη δροσιά του νερού και του δυνατού αέρα της παραλίας. ΄Ηταν προφανές ότι είχε προηγηθεί το σύνηθες δράμα. Τα μάτια της ΄Ινγκε ήταν πάλι κατακόκκινα, το πιάτο μπροστά της ανέγγιχτο και έστριβε νευρικά στα χέρια της ένα μουσκεμένο μαντιλάκι. Ο Ηλίας ρέμβαζε πίνοντας τσίπουρο και καπνίζοντας την αιώνια πίπα του. ΄Ηταν επίσης προφανές ότι είχε φάει τον αγλέορα. Μα πού το βάζει τόσο φαί, σκέφτηκε μηχανικά η Νίνα, αλλά μπορεί να έφαγε τόσο και από νευρικότητα. Οι δύο γυναίκες κάθισαν δίπλα δίπλα, αντικριστά στο ζευγάρι. «λοιπόν, τι θα πάρετε» είπε ο Ηλίας με ευχάριστο ύφος. Η Νάντια ήθελε μύδια αχνιστά, δεν είχαν. Ζήτησαν σαλάτες και ψητά μουρμούρια. Φάγανε λαίμαργα, με τα χέρια. Το ράδιο έπαιζε κάτι παμπάλαια λαϊκά, η Νίνα χαμογελούσε και ξαναορμούσε στο πιάτο της, ζήτησε και χταπόδι κρασάτο, το φάγανε κι αυτό. Η Ίνγκε τις κοιτούσε με μια αμυδρή απέχθεια. Τα χέρια τους ήταν λαδωμένα, στα νύχια τους κολλούσαν οι πέτσες των ψαριών και στην άκρη των χειλιών  είχαν μαϊντανό κολλημένο. Ρουφούσαν τα κεφάλια των ψαριών, μασούσαν τα μάτια και τα μάγουλα. Άρχισε να πέφτει το σούρουπο. Η Νάντια είχε πιεί ένα καραφάκι τσίπουρο μόνη της, η Νίνα μόνο νερό.

Επιτέλους σταμάτησαν. Η Νίνα σκούπισε τα χέρια και το στόμα της και τεντώθηκε στην καρέκλα. Δίπλα η Νάντια έβγαζε κομματάκια φαγητού με τα δάχτυλα από τους τραπεζίτες της. Ξαφνικά τινάχτηκαν και οι τρείς. (Η Νίνα, η Νάντια και ο Ηλίας). Η ΄Ινγκε είχε σπρώξει τη Νάντια από την καρέκλα όπου καθόταν, είχε γονατίσει μπροστά στη Νίνα και έκλαιγε γοερά. Χτυπούσε τα πόδια  στο πάτωμα, έσφιγγε τη Νίνα από τη μέση και την ταρακουνούσε δυνατά. Στο μαγαζί έπεσε νεκρική σιγή, αλλά ο ιδιοκτήτης έβαλε το ραδιόφωνο στο τέρμα.

Η Νίνα αποφάσισε ότι δεν άντεχε άλλο. Σηκώθηκε όρθια, αλλά η Ίνγκε δεν την άφηνε με αποτέλεσμα να σέρνεται στα γόνατα πιασμένη από το φόρεμα της φίλης της. Όταν βγήκαν έξω η Νίνα σταμάτησε, σήκωσε την ΄Ινγκε από τις μασχάλες, την έστησε στα πόδια της και της έριξε ένα γερό χαστούκι. Συνέχισε να περπατάει γρήγορα. Ήθελε να πάρει τα πράγματά της και να εξαφανιστεί. Η ΄Ινγκε την ακολούθησε φωνάζοντας. Την πρόφτασε και οι δυό γυναίκες κυλίστηκαν στην άμμο. Το φόρεμα της Νίνας ήταν κουρέλι. Η Ίνγκε την παρακαλούσε, η Νίνα δεν άκουγε πιά. Τα αυτιά της βούιζαν. ΄Εσυρε την ΄Ινγκε στη θάλασσα και την έριξε στο νερό. Το κύμα ξέβρασε την ΄Ινγκε στα πόδια της. Την άρπαξε πάλι από τις μασχάλες και άρχισε να περπατάει μέσα στο νερό. Το κύμα δυνάμωνε πάλι. Τώρα κολυμπούσαν και τα κύματα τις κουκούλωναν. Φτύνανε νερό, η ΄Ινγκε είχε σταματήσει να κλαίει και κοιτούσε την Νίνα με τα ξέθωρα απ΄το κλάμα μάτια της μεγαλωμένα. Η Νίνα την τράβηξε ακόμη βαθύτερα. Την έπιασε από το κεφάλι και τη βούτηξε στο νερό. Η ΄Ινγκε πάλεψε και ξαναβγήκε στην επιφάνεια βήχοντας και προσπαθώντας να αναπνεύσει. Η Νίνα τη χτύπησε με δύναμη στο ηλιακό πλέγμα και την ξαναβύθισε στο νερό. Η ΄Ινγκε πάλευε αλλά ήταν φανερό ότι δεν είχε πολλές δυνάμεις. Η Νίνα κράτησε το ξανθό κεφάλι σταθερά κάτω από την επιφάνεια προσέχοντας να μην αγγίζονται πουθενά αλλού. Όταν η ΄Ινγκε σταμάτησε να αντιστέκεται, περίμενε μέχρι να νιώσει χαλαρό το σώμα της. Μετά την άφησε. Η Νίνα πήρε βαθιές αναπνοές και γύρισε στην ακτή με χαλαρό κρόουλ.

Στην ακτή την περίμενε η Νάντια. Ο Ηλίας είχε φύγει με το αυτοκίνητο.

Οι δύο γυναίκες κάθισαν κάτω από τα αρμυρίκια σιωπηλές. Τότε η Νάντια τράβηξε από το σάκο της μια σακούλα με ξεφλουδισμένα αμύγδαλα και άρχισε να μασουλάει σιωπηλά. Πρόσφερε και στη Νίνα . Αυτή πήρε μερικά στη χούφτα της και σε λίγο μασουλούσαν και οι δυό μεθοδικά, ενώ ο ήλιος έδυε.

 

Το σπίτι που κάθομαι αυτό το καλοκαίρι είναι χαμηλό. Η αυλή του είναι χωμάτινη αλλά καθαρή. Δεν ξέρω για πόσο θα μείνω εδώ. Υπάρχει κι ένας μικρός κηπάκος περιφραγμένος. ΄Εχει ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές. Βλέπει στη θάλασσα, στο βάθος του ορίζοντα περνούν τα λευκά πλοία.

Είναι απόγευμα και κάθομαι στον πάγκο, ακουμπώντας την πλάτη μου στον ασβεστωμένο τοίχο. Δίπλα μου η Νάντια καθαρίζει τις πατάτες για το βραδινό φαγητό και βάζει τα κομμάτια σε μια λεκάνη με νερό για να μη μαυρίσουν. Οι γάτες μπερδεύονται στα πόδια μας. Πού και πού ένα χελιδόνι σπαθίζει τον αέρα. Η Νάντια φοράει ένα εμπριμέ τσιτάκι και έχει  τα μαλλιά της μαζεμένα σε χαλαρό κότσο.

Κοιτώ τον ουρανό και το φως που φεύγει γρήγορα. Σφίγγω τα γόνατα κάτω από το σαγόνι μου και κλείνω τα μάτια.

Τις νύχτες κοιμάμαι καλά και δεν βλέπω όνειρα.

 

 

 

 

Γεωργία Συλλαίου

Προηγούμενο άρθροΑπό τα τετράδια του Βιετνάμ (5)
Επόμενο άρθροΕκλεκτές μουσικές δωματίου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ