Μικρή σπουδή στην ποίηση της Λιάνας Σακελλίου (της Άννας Αφεντουλίδου)

0
329

 

της Άννας Αφεντουλίδου

Με άλλη ευκαιρία είχα αναφερθεί στο συγκριτικό πλεονέκτημα που δίνουν στον μελετητή της λογοτεχνίας κάποιες συγκεντρωτικές ποιητικές εκδόσεις: «το ποιητικό τοπίο προβάλλει ανάγλυφο, έτσι ώστε να εντοπίζονται ευκρινέστερα οι κομβικοί […] σταθμοί, και να γίνεται πιο εύκολα επιτεύξιμη η χαρτογράφηση των χωροχρονικών συντεταγμένων [του] ποιητικού κόσμου. […] Εκλεκτικές συγγένειες και προγονικές καταβολές αλλά και θεματικές [επιλογές], οι εσοχές των εμμονών και οι προεξοχές της μνήμης εκτίθενται πιο πρόδηλα. Ανιχνεύεται, επομένως, με μεγαλύτερη ευαισθησία αλλά και ακρίβεια αυτό που αφομοιώθηκε και αυτό που αποβλήθηκε από το δημιουργικό ένστικτο, το γλωσσικό αίσθημα ή και την αφηγηματική τεχνική του ποιητή».[1] Η τελευταία ποιητική συλλογή της Λιάνας Σακελλίου,[2] παρόλο που δεν πρόκειται για κάποιαν συγκεντρωτική έκδοση και παρόλο που δημοσιεύτηκε  επτά χρόνια μετά από την προηγούμενή της,[3] έχει συγκεντρωμένα, κατά κάποιον τρόπο, όλα τα θεματικά και ποιητολογικά χαρακτηριστικά της ιδιολέκτου της, εμπλουτισμένα ταυτοχρόνως με στοιχεία νέα, με μέσα πιο πλούσια και εκφραστικές τεχνικές περισσότερο ώριμες. Κι αυτό δεν οφείλεται τόσο στην οργανωτική δομή των κειμένων του βιβλίου αυτού,[4] και την ποικιλία των αφηγηματικών του τρόπων, όσο στο ότι, ενσυνειδήτως ή μη, εμπεριέχονται όλοι οι πυρηνικοί άξονες και όλες οι υφολογικές τομές της ποίησής της, όπως τις ανιχνεύουμε ήδη από το 1992 με τις «Αφές ρέουσες» (Νεφέλη), το 2004 με το «Πάρε με σαν φωτογραφία» (Τυπωθήτω) και το 2010 με το «Πορτραίτο πριν το σκοτάδι»: η σχέση με την Ιστορία και τον Μύθο, η σχέση με τον Τόπο και τη γενέθλια γη, η προσδοκία του ταξιδιού, οι διακειμενικές σχέσεις και οι πρόγονοι, η σχέση με τις αναπαραστατικές τέχνες και τη μουσική. Και όχι μόνο. Ας προσπαθήσω όμως να εξηγηθώ.

Ιστορώντας τον μύθο

Διαβάζοντας την τελευταία ποιητική συλλογή «Όπου φυσά γλυκά η αύρα» (Gutenberg, 2017) της Λιάνας Σακελλίου, σκέφθηκα το «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη και τον τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να συνομιλήσει με την Ιστορία χωρίς να αρνείται τον μύθο της. Δεν λέω ότι η ποίηση της Σακελλίου έχει μονότροπα τέτοιου είδους σεφερικά χαρακτηριστικά −θα μπορούσε κανείς εξίσου να διακρίνει απηχήσεις από την αμερικανική ποίηση και εύλογα, μια που η ποιήτρια αποτελεί δόκιμη μεταφράστριά της, όσο και καβαφικές αναφορές. Ωστόσο έχει ενδιαφέρον η σχέση της με την ιστορία, όπως έχει ενδιαφέρον και η ιδιόμορφη σχέση που είχε ο Σεφέρης με τη Ιστορία μυθοποιώντας την.

Προεξέχουσα διαπιστώνεται, λοιπόν, η σχέση της ποιήτριας, όχι μόνο με το ιστορικό και μυθολογικό παρελθόν, όσο και με το ευρύτερα γενεαλογικό και οικογενειακό, το οποίο εξακτινώνεται σε ένα επίπεδο συμβολιστικής γενίκευσης, χωρίς ωστόσο να χάνει τίποτα από το δραματικό και άρα εμπρόσωπο συγκινησιακό του φορτίο. Με έναν ευαίσθητο και ευέλικτο ποιητικό αισθητήρα σκοπεύει στους επώνυμους προγόνους αλλά και στους απλούς ανθρώπους, σε βίους μείζους αλλά και ελάσσονες που απαρτίζουν την τοιχογραφία των εποχών. Τα χθεσινά γεγονότα, όπου αναφέρονται, καλύπτουν ή ανάγονται θαρρείς στα σημερινά και προλέγουν τα αυριανά. Έτσι η ποιήτρια δεν χρειάζεται να μεταμορφώνει ή και να παραμορφώνει καταστάσεις της πραγματικότητας, αφού τις βλέπει να σχηματίζονται καθαρά στον ιστορικό καθρέφτη που στήνει μπροστά στα μάτια μας,[5] ο οποίος δεν πρόλαβε ακόμη να θολώσει από τον καιρό, παραμένοντας αναγνωρίσιμος:

 

«Το μοιραίο καλοκαίρι του Ιωάννη Καποδίστρια, 1831»[6]

Τίποτα πιο εύκολο

απ’ το να βυθιστεί.

Φοβάται τα πάντα.

Λέει πως αξίζουν όμως.

 

Σκέφτηκε είναι η ώρα της βλάστησης

(Πλατείες, δρόμοι, κτήρια,

νεόδμητο σχολείο στο νησί,

λοιμοκαθαρτήριο και Μονή)∙

 

η ευταξία θα είναι μεγάλη

το φθινόπωρο. Το αποφάσισε.

Η ακυβέρνητη κορβέτα

θα βρει οιακιστή.[…]

 

Ας μη λησμονούμε πως όσο η ιστορική συνείδηση ωριμάζει και εγγράφεται στον χώρο της ποίησης, άλλο τόσο ο διάλογος ατομικού και συλλογικού ακμάζει και οξύνεται. Η ποίηση εξάλλου έχει βρει τους δρόμους και τους τρόπους της ιστορώντας συνεχώς τα ήθη και τα πάθη των ανθρώπων αλλά και μυθοποιώντας την εξελισσόμενη ιστορία τους. Οι σχέσεις χρονο-γραφικής αφήγησης και ποιητικής έκφρασης, η κλίση και η απόκλισή τους βοηθούν στην ανασύνταξη του παλαιού ζεύγους: ιστορία και παραβολή. Μια τέτοια αποτύπωση της πραγματικότητας δεν αποκρούει στο όνομα της λογικής το θαυμαστό και το ασυνήθιστο ή και το παραμυθικό στοιχείο, όταν και όπου χρειάζεται:

«Η Καλαυρία όπως την ένιωσε, 1949»[7]

Η μητέρα πεθαίνει και ο γιατρός μας σύστησε

σπίτι δίπλα στη θάλασσα,

οι κουρτίνες του ν’ ανοιγοκλείνουν στην αύρα.

 

Αν κάποιος καλπάζει κάτω από τις λεμονιές,

το μαξιλάρι θα μυρίζει χλωρά κλαριά.

 

Τύχη, μοίρα, πεπρωμένο, ριζικό, κάμα, κισμέτ;

Πες το όπως θες.

Βρήκαμε το σπίτι του.

 

Οι κλωστές μού κέντησαν

το σώμα μου. Γίναμε ταίρι.

 

Η ιστορία ως ποιητική δοκιμή ήταν −για να επιστρέψω στον Σεφέρη−  η μορφοποίηση μιας κατάστασης που αντιστοιχούσε σε γεγονότα και βιώματα προσωπικά, τα οποία εκτείνονταν σε συλλογικά και μάλιστα αδιαίρετα. Με άλλα λόγια, η ιστορία μέσα από τον ποιητικό λόγο είναι η διήγηση περιστατικών, τα οποία συστήνουν την εποχή και τα πρόσωπα, κοιτάζοντας ωστόσο και προς/ ή από τη μεριά του ποιητικού υποκειμένου. Εξάλλου, η ποίηση που αρδεύεται από το συλλογικό μας παρελθόν αγωνίζεται συνεχώς μέσα στον εγκόσμιο χρόνο, ψάχνοντας και αλλάζοντας ονόματα και πρόσωπα να εκφραστεί.

Η Σακελλίου γράφοντας για την προσωπική της πραγματικότητα (όπως ήδη προβάλλει στο βιβλίο της «Αφές ρέουσες», αλλά προ πάντων στην τελευταία ενότητα του πιο πρόσφατου ποιητικού της βιβλίου «Εργόχειρο ιδιωτικής αξίας») πιστεύω ότι συλλογιζόταν μια κατάσταση πολύ εξαρτημένη ακόμη από τον εαυτό της, που δεν θα λειτουργούσε, αν τη μετέφερε στο ποίημα ως αποκλειστικά βιογραφικό υλικό, γιατί θα δημιουργούσε μιαν αμφίρροπη ένταση που αργότερα ίσως έφτανε σε εκφραστικό αδιέξοδο. Παραθέτω τις «Παραλλαγές» από το πρώτο της βιβλίο:

 

«Παραλλαγές»[8]

Η αλισάχνη μαζεύτηκε στις κόχες των ματιών των αγαλμάτων

Στα κεντρικά λιμάνια των νησιών

Επικολλώμαι σε αντικείμενα που αναγνωρίζονται με την αφή.

Αντικείμενα που αφήνουν τα γυάλινα κουτιά τους κι έρχονται

σ’ εμένα ανοιγοκλείνοντας το βλέφαρο της εκδοχής τους.

Γίνονται ιδέες και μού χαϊδεύουν το μάγουλο σιωπηλά.

με δάχτυλα καθαρά και λεία

κατασκευάζω μαζί τους τη χάρτινη όψη μου

σαν να’ ταν παιδικό μεκανό.

 

Αγαπώ την αλισάχνη και τα τυφλά αγάλματα.

Δεν είμαι θάλασσα, δεν είσαι ντόπιος γλύπτης.

Είμαστε αφές ρέουσες σε χώρα θραυσμάτων.

Το φως αναλύεται σ’ ό, τι αγγίζει

γίνεται νερό, γίνεται φίδι στο νερό,

γίνεται δέρμα μιας άλλης ζωής.

Κι η καρδιά μας μεγαλώνει

για ν’ απαιτήσουμε μιαν αχλύ

στον καθρέφτη του χερσαίου εαυτού μας.

 

Προτίμησε, επομένως, τα ποιητικά έκδοχα μιας ρητορικής που αναπαριστούν μπροστά στα μάτια μας το ζωντανό δράμα γενικότερα, όπως είθισται να λέγεται, του ανθρώπου. Ιστορικές εκτροπές και πολεμικές συγκυρίες έχουν παραμορφώσει τον κοινωνικό ιστό, η συλλογική σκηνοθεσία καθιστά την προσωπική ευτυχία ανέφικτη και η ποίηση επιθυμεί να καταγγείλει μια τέτοια νοθεία δραστικά. Μ’ αυτόν τον τρόπο σχηματίζεται η αίσθηση ότι μπροστά σε ένα άρρητο ακόμα, σχεδόν παροντικό βίωμα, ταπεινώνεται η μορφή του ποιητικού υποκειμένου και ο ποιητικός λόγος γυρεύει και βρίσκει τον δρόμο του χωνεύοντας την ιστορία μέσα στον καημό.

 

«Πουλί θανάτου, 21η Απριλίου 1967»[9]

[…]

Χτυπούσε το κουδούνι διάλειμμα;

Ήρθε νωρίς, για να με πάρει απ’ το σχολείο η μητέρα;

Κατέβηκα τη σκάλα βιαστικά;

Μιλούσαν οι δασκάλες για μια επανάσταση;

Ήταν αιφνιδιαστική, μας είπαν;

[…]

Έμαθα και να τηρώ αποστάσεις,

να κάνω διακρίσεις,

να κρύβομαι,

να δένω στο κεφάλι μου σφιχτές κοτσίδες,

μαθήτρια ισόβια εγώ

 

να φτιάχνω ξόρκια, γρίφους,

εις άπταιστον καθαρεύουσαν να ομιλώ

και να χαμογελώ

σε όλα αυτά που γίνονταν ερήμην μου.

 

Αρκετά από τα ποιήματα της Σακελλίου έχουν έντονα τα γνωρίσματα της δραματικότητας, σαν να πρόκειται για δραματικούς μονολόγους –με ενίοτε και διαλογικά χαρακτηριστικά− και μάλιστα με τρόπο σαν το ποιητικό υποκείμενο να απευθύνεται όχι μόνο στον μονήρη αναγνώστη, αλλά και προς ένα ιδεατό ακροατήριο/θεατρικό κοινό, σε έναν συλλογικό αποδέκτη της αφήγησης. Τα κείμενά της αρθρώνονται γύρω από στροφικά σχήματα ποικίλα, με έναν λεκτικό κώδικα επίπονα επεξεργασμένο, με τη φροντίδα και τη βάσανο του μεταφραστή που αποζητά συνεχώς την μοναδικά κατάλληλη λέξη, με τις λεκτικές σχέσεις να αναδιατάσσονται αλλά καλοζυγισμένα, ενώ οι λεξιλογικές επιλογές κυμαίνονται από τις απλές καθημερινές οικογένειες λέξεων μέχρι και αρκετά λογιότερες, χωρίς ωστόσο να ξεπερνούν κατά πολύ το μέτρο του ευρύτερα γνωστού, διαμορφώνοντας έτσι έναν ποιητικό κόσμο ονειρικά αριστοκρατικό μεν, αλλά εν ταυτώ φιλόξενο και οικείο. Οι διακειμενικές αναφορές είναι συχνές, ενσωματώνονται, εν τούτοις, στο ποιητικό κλίμα έτσι, ώστε να μη χρειάζεται η πλήρης αποκωδικοποίησή τους, για να μεταγγιστεί το εννοιολογικό τους φορτίο, μια που το συγκινησιακό απόβαρο είναι αυτό που διαμορφώνει την ενσυναίσθησή μας.

«Συναρμογή»[10]

Στον πατέρα μου άρεσε η εικόνα της.

Ήμουν ζωντανή, δεν ήταν ζωγράφος.

Μόνο  αυτή διαρκεί, μου ψιθύριζε.

Με κρατούσε στην αγκαλιά του σφιχτά

όπως ο Τσέκολι το καβαλέτο.

 

Διακρίνεις την κρυμμένη πηγή;

Μέσα στο στόμα του λιονταριού;

Στο προαύλιο, δίπλα στους τάφους;

Ίσως βαθιά στα πλατάνια;

 

Διάλεξα την πηγή υπαίθρια

αφού η παλάμη του με την

ατάραχη γραμμή της ζωής

θα κρυβόταν πάντα

πίσω απ’ τον πίνακα.

 

Η Σακελλίου χωρίς να αρνείται την πρόσδεση στο σταθερό βηματισμό μιας πιο «παραδοσιακής» ποίησης, ωστόσο δεν παραιτείται από την αναζήτηση της εκφραστικής δύναμης και άλλων μορφικών σχηματισμών, πιο πεζολογικών ή και αφηγηματικών, όπου ανιχνεύεται η σκηνογραφία μιας πιο δραματικής έκφρασης. Αναλογικά, ενώ δεν παραιτείται από την αναζήτηση της παρηγοριάς και της γαλήνης που φέρνει η τοποθέτησή μας στη χρονική ακολουθία της γενέθλιας γης -αν και όχι μόνο−  δεν φαίνεται να αποποιείται τον ελεγειακό τόνο που απορρέει από την βαθύτερη ωριμότητα της συναισθησίας μιας ματαιότητας. Ενώ δηλαδή εν μέρει εγκαταλείπεται η σκηνογραφία της αστικής ζωής και οι συχνές επαναφορές της μνήμης σε έναν πατρογονικό χώρο της ουτοπίας ξεγελούν με τα αναγνωρίσιμα γεωγραφικά τους χαρακτηριστικά, ωστόσο δεν παύουν να αποτελούν το συμβολοποιημένο όραμα, έναν παραμυθικό τόπο ενσάρκωσης της νοσταλγίας και της αθωότητας.

 

«Η αυλή»[11]

Η αποθηκούλα στο κτήμα μύριζε ψαρίλα και γράσο−

μυρωδιά μηχανουργείου δηλαδή

και έπιανε η πόρτα η σιδερένια

κι έπρεπε να τη σπρώξεις για να μπεις

είχε καμάκια, απόχες, πετονιές−

τα εργαλεία του.

 

Απ’ έξω ξέμπλεκε το παραγάδι, αλάτιζε τη γάμπαρη

και την τακτοποιούσε στο ψυγείο αποβραδίς.

Το ψυγείο ήταν ΙΖΟΛΑ και το αγόρασε όταν γεννήθηκα.

 

Έτσι, η προσπάθεια ανα-σύστασης της πατρογονικής μικροϊστορίας, ενός, τρόπον τινά, πατρογονικού οίκου, κυρίως στο τελευταίο της βιβλίο, πρωταγωνιστεί και διαποτίζεται με ένα είδος «ιερότητας», αλλά φέρει και το αφαιρετικό βάρος ενός «εθνικού» ή/και «παν-εθνικού» χαρακτήρα. Το συμβολικό απόβαρο του γεγονότος αυτού εντείνεται, καθώς η εποχή των απωλειών μοιάζει να κλείνει (κυρίως στην γραμμή μητέρα-πατέρας), για να ανοίξει το ημιτελές τόξο του νόστου, εξωτερικού αλλά κυρίως εσωτερικού. Μια που το ποιητικό υποκείμενο αισθάνεται πως είναι καμωμένο από τους άλλους, και σ’ αυτούς τους άλλους γυρίζει, για να γνωρίσει πιο καλά τον εαυτό του, γιατί το αδιόρατο νήμα υφαίνεται ακόμα από το ζωντανό παρόν μέσα του, των νεκρών που εξακολουθούν να το διαμορφώνουν. Μία από τις κεντρικές συζυγίες, σχεδόν όλων των υπο-ενοτήτων του τελευταίου βιβλίου της Σακελλίου, είναι η γοητευτική αντίθεση ανάμεσα στην παρουσία/απουσία του πατέρα, που εκφράζεται κυρίως αρνητικά, με τη συμπύκνωση δηλαδή της  απουσίας, η οποία όμως πάει χέρι-χέρι με την θετική, δηλαδή τη γλυκόπικρη πλήρωση της συνεχούς μνημονικής ανταπόκρισης. Γιατί ούτε μια στιγμή δεν φαίνεται να ξεχνά η ποιήτρια ότι όλες αυτές οι ιστορίες στις οποίες προσφεύγει,  κρύβουν ένα βαθύτερο μήνυμα, που εκείνη οφείλει να περισυλλέξει και να το αποτυπώσει, ώστε να το διασώσει από τη φθορά και τη λήθη. Πρόκειται δηλαδή για μια εσωτερική ανάγκη, αλλά συνιστά μαζί και ένα ιδιότυπο χρέος.

«Παιδιόθεν»[12]

Σκεφτείτε το σώμα σαν βέλος

που σχίζει τον αέρα

στην αμμουδιά το σώμα

με τις παλάμες και τα χέρια ανοιχτά,

μια σύντομη επίκληση στα ουράνια

για να επιστρέψει ανάστροφα

στη γη όπου ανήκει

φτιάχνοντας γέφυρα.

 

Σκεφτείτε τον αυχένα

τον θώρακα προτεταμένο

τις διατάσεις της οσφύος, της λεκάνης,

την έλξη των ιστών

το ασκημένο σώμα, τόξο επίγειο,

ν’ αθροίζει ένα άλλο χρώμα

που λησμονούμε για χρόνια−

δυσεξίτηλο.

 

Ενάλιος πλους

«Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα/γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.»[13]

 

Ένας ακόμη ισχυρός κεντρομόλος της ποίησης της Σακελλίου αποτελεί το θαλασσινό ταξίδι, η θάλασσα και ο κόσμος της. Σ’ αυτό το ενάλιο, παλινδρομικό ταξίδι του νόστου, η πατρική φιγούρα και η ιστορία της οικογένειας αλλά και του νησιού του Πόρου κυριαρχούν, συγκροτώντας εκείνες τις ψυχοδυναμικές αλληγορίες, που οδηγούν στην επανασύνδεση με το πατρώο σπίτι αλλά και την επιστροφή στον τόπο, όπου αισθάνεται κανείς κι επιθυμεί να «ανήκει», με επίμονο τρόπο. Τα ποιητικά οδόσημα της Σακελλίου δείχνουν την πορεία της ζωής ως περιπέτεια της γραφής και ως ταξίδι, ως διαπάλη ενός φαντασιακού βιώματος με την εμπειρική πραγματικότητα που μας αντιμάχεται. Μόνιμο πόθο και αγωνία διαπιστώνουμε ότι εκφράζει αυτό το ταξίδι, η απόσταση που πρέπει να διανυθεί, η ποιήτρια που μιλά ως ταξιδευτής και οιονεί αταξίδευτος, λες και το ταξίδι γίνεται πάντα για την επάνοδο και η γεύση που αφήνει η πορεία όσο είναι ανακουφιστική, άλλο τόσο είναι και βαθύτερα πικρή. Είναι συνεχώς παρούσα μια τέτοια ουτοπία της επιστροφής, ο νόστος στον τόπο ή μάλλον στην εποχή της αθωότητας, όπου σταθερό σημείο αναφοράς, αφετηρία και κατάληξη, είναι ο τόπος επιστροφής της μνήμης και περιήγησης στην εμπειρία∙ χωροχρόνος του ονείρου, της χαμένης παιδικότητας, της εποχής όπου όλα τα σταυροδρόμια φαίνονταν ανοιχτά, όταν οι επιλογές έμοιαζαν ακόμη πρόσφορες στην επιθυμία, πατρίδα των αγαπημένων ανθρώπων και των αλησμόνητων νεκρών∙ χώρα της ποίησης.

 

Κρατώ τα χέρια σου στα δικά μου[14]

και φαντάζομαι τις σκοτεινές αλέες

έξω από το γοτθικό παράθυρο-

η κρυφή ζωή ανταποκρίθηκε

στην πέτρα που έριξες στο τζάμι.

 

Έγινε μεγάλη τελετή όταν γεννήθηκα−

πυροτεχνήματα στον αέρα

κι ο βασιλιάς χαμογελούσε.

Έπειτα μεταμόρφωνα την κούνια

σε παλάτι κάτω από τη θάλασσα.

 

Εξακολουθητικά μεταβάλλεται η εστιακή απόσταση απέναντι στο εμπειρικό υλικό που γίνεται ποίημα, μέσα από μια επίπονη διαδικασία μεταμόρφωσης αυτής της προ-ποιητικής ύλης σε ποιητικό γεγονός, μεταμόρφωση που υποστασιοποιείται με διάφορες εκδοχές, από την οδυνηρή μέθεξη μέχρι τον πολλαπλασιασμό των δραματικών προσωπείων και την μετακίνηση σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν, αυτό της τέχνης, στην αρχαία και νεότερη παράδοσή της.

Ως μοίρα, σχεδόν, που ζητά να γίνει λόγος, ώστε να αρθρωθεί ξανά και ξανά κι ας διαπιστώνεται εξακολουθητικά η νικητήρια υπεροχή της σιωπής. Και όλα αυτά άλλοτε με ποιήματα που είναι σχετικά ολιγόστιχα ή η στροφική τους διευθέτηση χωρίς επαναλαμβανόμενα σταθερά χαρακτηριστικά, άλλοτε με πολύστιχα ή περισσότερο συστραμμένα γύρω από σταθερότερους άξονες, ενώ η μουσικότητα άλλοτε εντείνεται και άλλοτε υποχωρεί μπροστά στη λιτή δραματική ενδοσκηνοθεσία,. Σε όλα όμως η προσεκτική επιλογή παρακολουθεί και πιστοποιεί το πλούσιο υπόστρωμα της επεξεργασίας, δείχνοντας τους κόμπους των επάλληλων διαστρωματώσεων μιας μακραίωνης όσο και «διαπολιτισμικής» παράδοσης.

 

Ανα-παραστατική συ-ζυγία

Η σχέση των τεχνών του λόγου με τις αναπαραστατικές τέχνες έχει μακρά, όσο και ανταγωνιστική ιστορία. Στην ποίηση της Σακελλίου διαπιστώνουμε έναν εντατικό διάλογο πρωτίστως με τις εικαστικές τέχνες της αναπαράστασης και δευτερευόντως με αυτήν της μουσικής αντίστιξης. Σε όλες τις παραπάνω, βεβαίως, περιπτώσεις, το συναίσθημα δεν μπορεί παρά να εκκινεί από τις ίδιες πληγές, να βρίσκει τις διαφυγές του στους ίδιους δρόμους. Η σχεδίαση, τα χρώματα και η μουσική προσπαθούν να αρθρώσουν την αντίστιξη, που αναφέραμε, ανάμεσα στην αναπαραστατική ικανότητα και το συμβολικό βάρος, το οποίο ο λόγος, με τη σειρά του, αγωνίζεται να ισορροπήσει. Ωστόσο. Η συμβατική εμπειρία ποτέ δεν μοιράζεται ακριβοδίκαια με τις συνδηλώσεις που τη σκιάζουν∙ σκιάσεις που στη Σακελλίου δεν είναι ποτέ τόσο έντονες, ώστε να τη συστρέφουν αυτιστικά στον εαυτό της. Η στενή σχέση της ποίησής της με τέτοιου είδους εικονιστικές, κυρίως, αναπαραστάσεις αποτυπώνεται επίμονα επαναλαμβανόμενη. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω:

«Άσκηση Φλαμανδού δασκάλου»[15]

Κάθεται στην πλώρη αειθαλής

με μία κίνηση του χεριού

σα να τους ζωγραφίζει

μου δείχνει τους όγκους των απέναντι βουνών.

 

Θέλει να διασχίσουμε τη λίμνη

μέχρι τα σύνορα κι εκεί να τον αφήσω

σ’ αυτό που δεν ήταν ποτέ.

Είναι σκοτάδι.

 

Βυθίζω τις λεπίδες των κουπιών στη σκούρα έκταση.

Στην ένταση η βάρκα μυρίζει βλάστηση πυκνή.

 

Κουκουβάγιες μπαινοβγαίνουν στα φυλλώματα

σε κάθε ώθησή της. Οι σκαρμοί τρίζουν.

Θροΐζω. Δουλεύει στη σιωπή.

 

Αντί επιλόγου

Στη διάρκεια του άνισου αγώνα μας με την σιωπή, σπάνια έχουμε ως σύμμαχο στην αγωνία μας ή ως μέσο αντίστασης, τον χρόνο. Το άδικο αυτό μέτρο του χρόνου η ποιήτρια το επεκτείνει από την προσωπική της πείρα στη βιολογική και ιστορική πείρα του ανθρώπου. Με το «Όπου φυσά γλυκά η αύρα» μας προσφέρει ένα ολοκληρωμένο ποιητικό θεώρημα, όπου, κερδίζοντας με το μέρος της τον χρόνο, αναμετράται με όλα τα εσαεί «ανοιχτά» ερωτήματα: το υπαρξιακό πρωτίστως –πώς άλλως;- της απουσίας και της συνέχειας, το ποιητολογικό τής παράδοσης, το χωροχρονικό της Ιστορίας, το δραματικό της ανα-διήγησης, το αισθητικό της μετουσίωσης της προσωπικής αίσθησης σε συλλογικό αίσθημα. Δύσκολο εγχείρημα. Και η Λιάνα Σακελλίου θεωρώ πως το κατορθώνει. Αντιγράφω, λοιπόν, κλείνοντας προσωρινά και διόλου τυχαία με, το τελευταίο ποίημα της συλλογής του 2017:

«Το δέντρο της ζωής»[16]

Ήμουν μικρή όταν η μητέρα χειρουργήθηκε.

Απέμεινε με μια τομή

που διέσχιζε την πλάτη της

σαν φουσκωμένο ρυάκι.

 

Ένα δέντρο είχε φυτρώσει μέσα στο σώμα της-

πορώδες και γκρίζο με πολλά κλαδιά.

Το έβγαλαν από τον πληγωμένο νεφρό

και της το έδωσαν στο χέρι σαν δώρο.

 

Το έβαλε προσεκτικά στο διάφανο κουτί,

μετά το έκλεισε στο ερμάρι.

Τη μητέρα μου τη λένε Ζωή.

Το ονόμασα «Δέντρο της ζωής μου».

 

Στην Ανατολή βρήκα χαλιά με το

Δέντρο της Ζωής υφασμένο μέσα τους.

Ήταν μηλιά εκείνο.

Είχε στρογγυλούς κόκκινους καρπούς.

 

Κάτω απ’ το παχύ φύλλωμά του

βρισκόταν πάντα η μητέρα μου.

 

 

 

 

 

 

 

[1] Άννα Αφεντουλίδου, Εικονογραφίες συν-ηχήσεων, η σημασία της αναμνημόνευσης στην ποίηση του Γ.Χ.Θεοχάρη, Γαβριηλίδης, 2016, σ.9.

[2] Λιάνα Σακελλίου, Όπου φυσά γλυκά η αύρα, Gutenberg, 2017.

[3] Λιάνα Σακελλίου, Πορτραίτο πριν το σκοτάδι, Τυπωθήτω, 2010.

[4] Το βιβλίο χωρίζεται σε 6 άνισες, αναφορικά με την έκταση ή/και τον αριθμό ποιημάτων τους, υποενότητες: 1. Το αθάνατο νερό, 2. Πηγές, 3. Χρώματα εμπιστοσύνης, 4. Με θέα τη θάλασσα, 5. Παλάτια, 6. Εργόχειρο ιδιωτικής αξίας.

[5] Προσθετικά αναφέρω τη συχνή εμφάνιση σε τίτλους ποιημάτων ιστορικών χρονολογιών πχ.1831, 1967 κ.λπ.

[6] Λιάνα Σακελλίου, Όπου φυσά γλυκά η αύρα, Gutenberg, 2017, σ.46.

[7] Ό.π., σ.125.

[8] Αφές ρέουσες, ό.π.,σ.61.

[9] Όπου φυσά γλυκά η αύρα, ό.π.,σσ.120, 121.

[10] Ό.π.,σ.25.

[11] ‘Ο.π.,σ.99.

[12] ‘Ό.π.,σ.123.

[13] Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Η Θάλασσα» (1962) εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1992.

 

[14] Πορτραίτο πριν το σκοτάδι, ό.π.,σ.25.

[15] Λιάνα Σακελλίου, Πάρε με σαν φωτογραφία, Τυπωθήτω, 2004, σ.27.

[16] Όπου φυσά γλυκά η αύρα, ό.π.,σ.127.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here