Μικρή κριτική περιήγηση στο 16ο Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου (της Ζωής Βερβεροπούλου)

0
763

Ζωή Βερβεροπούλου (*)

 

Τριάντα χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή του (1987), το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου που θεωρείται η πρώτη πολιτιστική πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής κοινότητας στο πεδίο των επιτελεστικών τεχνών, υλοποιήθηκε φέτος ως ειδικό project του ιταλικού Υπουργείου Πολιτισμού, ενταγμένο στους εορτασμούς για την επέτειο των 60 χρόνων από τη Συνθήκη της Ρώμης.

Από τις 12 ως τις 17 Δεκεμβρίου 2017, η αιώνια πόλη υποδέχθηκε καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, κριτικούς και ακαδημαϊκούς από τον χώρο του θεάτρου σε μια πολυπολιτισμική συνάντηση, η οποία, όπως και στις προηγούμενες διοργανώσεις της, υιοθέτησε μια απλή, αλλά αποτελεσματική δομή: τις πρωινές συζητήσεις με και για τους βραβευμένους, και τις βραδινές παραστάσεις με έργα τους. Οι πρώτες έλαβαν χώρα στο ιστορικό Palazzo Venezia με την κεντρική αίθουσα σταθερά γεμάτη, οι δεύτερες – κυρίως – στο εμβληματικό Teatro Argentina, ένα από τα παλαιότερα θέατρα της Ρώμης, μέρος του οποίου είναι χτισμένο στο σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Ιούλιος Καίσαρας.

Νέοι και παλαιοί τιμώμενοι

Το φετινό βραβείο, δηλαδή το XVI Europe Theatre Prize, μοιράστηκαν ο Jeremy Irons και η Isabelle Huppert, αμφότεροι ηθοποιοί διεθνούς φήμης, με καριέρα θεατρική και κινηματογραφική ταυτόχρονα. Ο Irons, πνευματώδης και εμφατικά αντι-Brexit-ικός, έπαιξε υπέροχα το παιχνίδι της σαγήνης με το κοινό, δήλωσε συγκινημένος που ειπώθηκαν τόσο καλά λόγια για τη δουλειά του σε έναν χώρο όπου κυριαρχεί η αλληλοεπίκριση, συνόδευσε σε μια θεατρικότατη είσοδο τη Fanny Ardant, που μίλησε για τον συνάδελφό της με χαριτωμένα σπαστά αγγλικά και άκουσε τον Βρετανό κριτικό του Guardian Michael Billington να τον επαινεί επειδή, ως ηθοποιός, «κομίζει στον κινηματογράφο κάτι από τις ποιότητες του θεάτρου». Στο πάνελ τής πιο συγκρατημένης και απόμακρης Huppert, μεταξύ άλλων επωνύμων, συμμετείχαν ο Πολωνός σκηνοθέτης Krzysztof Warlikowski και η ποιήτρια-μουσικός Patty Smith, που σχολίασαν την ερμηνευτική ευφυία της τιμώμενης, ενώ η ίδια αναφέρθηκε στην τεχνική της «ψυχρής συγκίνησης» του ηθοποιού. Στην τελετή λήξης, οι δυο τιμώμενοι φιλοδώρησαν το κοινό διαβάζοντας την ερωτική αλληλογραφία του Albert Camus με την ηθοποιό Maria Casarès και, στη συνέχεια, το πιντερικό μονόπρακτο  Ashes to Ashes.

Οι δημοφιλείς επιλογές της κριτικής επιτροπής για το μεγάλο βραβείο συνδυάστηκαν όμως και με δυο πιο «πολιτικές», ειδικές διακρίσεις: εκείνη του Νιγηριανού συγγραφέα Wole Soyinka (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1986), που οι Αφρικανοί θεωρούν πνευματικό ηγέτη και αποκαλούν «orisha» (θεότητα) και του Τυνήσιου σκηνοθέτη Fadhel Jaïbi. Τόσο ο πρώτος (με γοητευτικό δημόσιο λόγο), όσο και ο δεύτερος χαρακτηρίστηκαν ως πολιτισμικές γέφυρες ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αφρική, ενώ εστίασαν στον ρόλο και τις δυσκολίες της θεατρικής δημιουργίας υπό συνθήκες πολιτικής κρίσης και ανελευθερίας.

Στον ειδικό κύκλο Returns, όπου επανέρχονται παλαιότεροι βραβευμένοι με νέες δουλειές τους, είδαμε έναν όχι τόσο πρωτότυπο Βασιλιά Ληρ από τον Giorgio Barberio Corsetti, παράσταση που προσδιορίστηκε από την «ιταλικότητα» των ερμηνειών και λίγες μόνο αξιομνημόνευτες σκηνές, όπως εκείνη όπου οι κόρες του Ληρ σε οθόνη «γεννούν» συμβολικά τον, ζωντανό ηθοποιό, πατέρα τους. Μάλλον αναμενόμενος ήταν ο Ριχάρδος Β΄ από τον Peter Stein, με πρωταγωνίστρια τη σύζυγό του Maddalena Krippa, ενώ η πιο ενδιαφέρουσα παράσταση της συγκεκριμένης ενότητας ήταν η Μηχανή Άμλετ του Heiner Müller σε σκηνοθεσία Bob Wilson (ανανεωμένη εκδοχή μιας παράστασης του 1986): ένα σαρδόνιο, οπτικοακουστικό τέχνημα υψηλής αρτιότητας, παράδοξα συμβατό με το κείμενό του, όπου ξεδιπλώνεται ένα μηχανικό, γκροτέσκο σύμπαν με πρόσωπα-γρανάζια που άλλοτε παράγουν τους ανατριχιαστικούς τριγμούς τής σύγχρονης ιστορίας, άλλοτε πελαγοδρομούν γύρω από τις αιχμές και τις γωνίες της σαν δύσκαμπτα ανδρείκελα, και όλα αυτά μέσα από τον παραμορφωτικό λυρισμό ενός εφιάλτη.

Εντοπίζοντας τις σύγχρονες τάσεις

Όπως κάθε φορά ωστόσο, το πιο φρέσκο τμήμα της διοργάνωσης ήταν τα βραβεία για τις νέες Θεατρικές Πραγματικότητες (Europe Prize Theatrical Realities), που φέτος, στην 14η εκδοχή τους, είχαν και ελληνικές αποχρώσεις. Συγκεκριμένα, ειδικό βραβείο παρέλαβε ο Δημήτρης Παπαϊωάνου, κρίμα όμως που δεν υπήρχε στο πρόγραμμα παράστασή του, πέρα από ένα καλοφτιαγμένο, σύντομο ωστόσο, βιντεοδείγμα της δουλειάς του. Επίσης, στη φετινή λίστα των υποψηφιοτήτων, μαζί με τους Blitz που έχουν προταθεί ήδη από το 2011, συμπεριλήφθηκαν ο Δημήτρης Καραντζάς και ο Σάββας Στρούμπος, ενώ μέλος της διεθνούς κριτικής επιτροπής ήταν, για πρώτη φορά, η πανεπιστημιακός και κριτικός Δηώ Καγγελάρη.

Η εν λόγω ενότητα σηματοδοτήθηκε πάντως από δυο απουσίες. Πρώτη, εκείνη του Σλοβένου σκηνοθέτη Jernej Lorenci, ο οποίος αναγκάστηκε να ματαιώσει το ταξίδι του και την πολυαναμενόμενη παράσταση Ubu roi που επρόκειτο να  παρακολουθήσουμε, επειδή απεβίωσε ο πρωταγωνιστής του – «ο Βασιλιάς Υμπύ πέθανε», σχολίασε λυπημένα ένας από τους ομιλητές…Δεύτερος σημαντικός απών, ο Ρώσος νεωτεριστής δημιουργός Kirill Serebrennikov που βρίσκεται σε κατ΄οίκον περιορισμό, καθώς κατηγορήθηκε για οικονομικές ατασθαλίες – μάλλον όμως έπεσε θύμα πολιτικών σκοπιμοτήτων στη χώρα του, όπου αποτελεί θέμα που «καίει», όπως διαφάνηκε από την περιορισμένης έκτασης παρουσίαση που του επιφυλάχθηκε.

Στην ίδια κατηγορία βραβείων, διακρίθηκε και ο Ιταλός καλλιτέχνης Alessandro Sciarroni, ο οποίος επιχειρεί πρωτότυπες συζεύξεις διαφόρων ειδών θεάματος. Στο πλαίσιο της διοργάνωσης, είδαμε την παράστασή του untitled_I WILL BE  THERE WHEN YOU DIE (γραμμένος έτσι ακριβώς ο τίτλος), ένα υβρίδιο χορού-performance-τσίρκου, όπου τέσσερις νεαροί άντρες επιδίδονται σε ένα συνεχές παιχνίδι δεξιοτεχνίας με κορίνες: σταδιακά, οικοδομείται ένα, σημαίνον μες στην απλότητά του, εννοιολογικό jonglage για τον χρόνο, για το άτομο και το σύνολο, μέσα από την εμμονική επανάληψη, τις διαδοχικές μικροεναλλαγές και την αγωνία της ισορροπίας, που οδηγούν το σώμα του ερμηνευτή στα όριά του.

Η ισραηλινή Yael Ronen, ήδη με πορεία διεθνή και πολύ δημοφιλής στις γερμανόφωνες χώρες, βραβεύτηκε για τις πολιτικο-ακτιβιστικές σκηνοθεσίες της, κυρίως όμως επειδή επιλέγει να πραγματεύεται θέματα σοβαρά και δύσκολα, με χιούμορ και σε ατμόσφαιρες γιορτής. Στην παράσταση Roma Armee που παρακολουθήσαμε – ένα ενθουσιώδες show με Ρομά ηθοποιούς και μουσικούς από όλη την Ευρώπη – σχολιάστηκαν ζητήματα μειονοτήτων, διακρίσεων, εθνικής, φυλετικής και σεξουαλικής ταυτότητας, ενώ διακηρύχθηκε η ανοχή στη διαφορετικότητα και η πολυπολιτισμικότητα ως αξία. Το θέατρο της Ronen έχει πολλή ενέργεια, πειραματίζεται με τη συλλογική συγγραφή και τις αυτοβιογραφίες των ηθοποιών της, κινδυνεύει όμως διαρκώς από την υπεραπλούστευση, το προφανές και τον διδακτισμό. Αν ωστόσο, όπως υποψιαζόμαστε, η σκηνοθέτις χρησιμοποίησε τους Ρομά – σε δεύτερο επίπεδο – αφενός για να μιλήσει για την εβραϊκή χωρική προβληματική, αφετέρου εν είδει παραδειγματικής συνεκδοχής για τον σύγχρονο Ευρωπαίο πολίτη ως νομάδα και την Ευρώπη ως μια υπερεθνική, συνυπαρκτική επικράτεια, τότε ίσως το καλλιτεχνικό προφίλ της να είναι πιο πολύπλοκο από όσο φαίνεται.

Το εσθονικό Theatre NO99, πειραματικός θίασος που αριθμεί τις παραστάσεις του αντίστροφα και έχει καταστατικά προγραμματιστεί να διαλυθεί, μόλις ολοκληρώσει την 99η παραγωγή του, τιμήθηκε ως ομάδα.  Η καλοσχεδιασμένη παράσταση No43 Filth, που σκηνοθέτησαν οι ιδρυτές του Ene-Liis Semper και Tiit Ojassoo, χρησιμοποίησε ελάχιστα τον λόγο, αν και βασίστηκε σε μυθιστόρημα του Ρώσσου συμβολιστή συγγραφέα Sologub. Διαδραματίστηκε περισσότερο ως performance διαρκείας, σε ένα σκηνικό πεδίο λάσπης (αληθινής), με εννέα πρόσωπα να εγκαταλείπουν βαθμιαία τις πολιτισμένες κοινωνικές συμπεριφορές και να βυθίζονται στη βρωμιά και την αποκτήνωση. Μεταμορφώνονται έτσι σε μια εκφυλισμένη αγέλη ανθρωποζώων, όπου κυριαρχούν οι βιαιοπραγίες, τα κατώτερα ένστικτα, το αρσενικό έναντι του θηλυκού, η εξουσία του ισχυροτέρου, οι ανάγκες της επιβίωσης. Μέσα από τη γαιώδη, ωστόσο εικαστικά αντιληπτή σωματικότητά της, η παράσταση ανέπτυξε μια πεσιμιστική πολυ-αλληγορία, αρχετυπική και συγχρόνως μελλοντολογική, υπαρξιακή αλλά και βαθιά πολιτική, για τον βόρβορο και την παρακμή ως εγγενή συνθήκη της ανθρώπινης κατάστασης.

Ξεχωριστά ενδιαφέρουσα περίπτωση ήταν η τελευταία τιμώμενη της κατηγορίας Theatrical Realities, η Γερμανίδα σκηνοθέτις Susanne Kennedy.  Η παράστασή της Virgin Suicides, εμπνευσμένη από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζέφρυ Ευγενίδη με θέμα τις αυτοκτονίες των πέντε έφηβων θυγατέρων μιας «κανονικής» οικογένειας, ήταν ένα πολυεπίπεδο μωσαϊκό επιρροών, με ισχυρή τεχνολογική διάσταση και άφθονα, ανανοηματοδοτημένα διακείμενα της δημοφιλούς κουλτούρας. Μιλώντας στην ουσία για την επώδυνη μύηση του κοριτσιού στην ενήλικη ζωή, για την αθωότητα και την αφύπνιση της σεξουαλικότητας, για το βάρος της οικογένειας, για την καταπίεση, για την έννοια του φυσιολογικού και το γυναικείο σώμα, η Kennedy ακινητοποίησε το κοινό σε έναν στατικό χωροχρόνο, φιλοτεχνώντας ένα εικονοκεντρικό, κλειστό «περιβάλλον», υπνωτιστικά λαμπερό και εσκεμμένα πομπώδες, με ετερομεγέθεις οθόνες όπου εναλλάσσονται αστραπιαία βιντεοπροβολές αληθινών χώρων και προσώπων, την ίδια στιγμή που οι σχεδόν γλυπτές, μάνγκα φιγούρες των ζωντανών πρωταγωνιστών αργοσαλεύουν σαν ιέρειες-κούκλες που τελετουργούν και θυσιάζονται μέσα στο κλειστό δωμάτιο-βωμό τους. Σπαράγματα λόγου σε voice over στρεβλώνονται ηχητικά, η σκηνοθεσία μοιάζει να ταυτίζεται με τον χειρισμό κονσόλας videogames, η πραγματικότητα και η παραισθησιογόνα υπεραντίληψή της συγχέονται διαρκώς, τα νοήματα πολλαπλασιάζονται και συγχρόνως διαφεύγουν. Εν ολίγοις, μια λοξή, πυκνή δραματουργία, μια μεταθεατρική προβληματική για τα media και την virtual reality, αλλά και μια ψυχεδελική ελεγεία θανάτου.

Αντί επιλόγου

Ολοκληρώνοντας, και με αφορμή τις παραστάσεις του Ευρωπαϊκού Βραβείου, παραθέτουμε ορισμένες σκέψεις για τις διαδρομές του σύγχρονου θεάτρου:

-Το θέατρο πολλών νέων δημιουργών τείνει στην εικαστικοποίηση, με επιρροές που δείχνουν να προέρχονται κυρίως από τον χώρο των visual arts.

-Η λογοτεχνία αποτελεί συχνά παραστασιακή βάση, όχι όμως πλέον με την έννοια της μεταφοράς ή της διασκευής, αλλά ως ισχυρό αρχικό concept για να δημιουργηθεί στη συνέχεια πρωτότυπο, συχνά πολυμεσικό, σκηνικό κείμενο. Δραματουργοί και καλλιτέχνες του θεάτρου μοιάζουν να επανακαθορίζουν την έννοια του «συγγραφέα».

-(Απόρροια των δυο ανωτέρω παρατηρήσεων): Την ίδια στιγμή που η θεατρικότητα έχει διεισδύσει ανησυχητικά στον δημόσιο βίο, την πολιτική, τα ΜΜΕ, η σκηνική τέχνη λοξοδρομεί και αναζητά τη νέα γλώσσα της προς άλλες, εξωθεατρικές κατευθύνσεις. Υβριδικές, μεταδραματικές και μη-λογοκεντρικές παραστάσεις αφθονούν, όσο και αν διεθνώς γίνεται λόγος για την «επιστροφή του κειμένου».

-Η έννοια του πολιτικού θεάτρου γίνεται όλο και πιο σύνθετη, πολυμορφικότερη και πολύ πιο ευρεία.

-Ό,τι μοιάζει ενίοτε δυσερμήνευτο ή και απορριπτέο, δεν έχει πια νόημα να στριμώχνεται σε συμβατικές κρίσεις του τύπου είναι ή δεν είναι καλό, αρέσει ή δεν αρέσει. Το ζήτημα είναι να αναρωτηθούμε τί δείχνουν οι εξελίξεις, πώς εννοεί τον εαυτό της η σύγχρονη δημιουργία, πού οδεύει, αν διακρίνονται τάσεις και τί σημαίνουν όλα αυτά για το θέατρο ως πολιτισμικό φαινόμενο. Νηφάλια αξιολόγηση της σημερινής σκηνής δεν είναι εφικτή, αν δεν αναθεωρηθούν στεγανά και παλαιότερα κριτικά εργαλεία του θεατή, αν δεν συνυπολογιστούν οι ριζικές αλλαγές στην παιδεία και τις προσλαμβάνουσες των νέων δημιουργών, οι οποίοι τράφηκαν σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, με τα πρότυπα της δημοφιλούς κουλτούρας, βίωσαν ακόμη και τη γλώσσα ως εικόνα ή θέαμα και, φυσικά, είναι digital natives. Εντέλει, μπορεί γι’ αυτό και να ακροβατούν με τόση άνεση ανάμεσα στον βυθό και τον αφρό της καλλιτεχνικής πράξης και του νοήματος.

 

(*) Η Ζωή Βερβεροπούλου είναι επικ. καθηγήτρια στη Θεωρία και κριτική των τεχνών του λόγου και του θεάματος στο ΑΠΘ

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here