Μια περιπλάνηση στο Αιγαίο των πειρατών μαζί με τον ΝΙ ΠΙ(της Αλεξάνδρας Μητσιάλη)

0
388

 

της Αλεξάνδρας Μητσιάλη (*)

Στο βιβλίο του Γιώργου Χατζόπουλου «ΝΙ ΠΙ ο τελευταίος πειρατής του Αιγαίου και το νερό της ζωής» ο νεαρός αναγνώστης και η νεαρή αναγνώστρια μπορούν να συναντήσουν μια αφήγηση που θα τους ταξιδέψει και θα τους ικανοποιήσει. Με τον Γάντζο τον Σούρουρα, τον Λάκη τον Ζόρικο και τον Νι Πι επιστρέφουμε στο Αιγαίο των πειρατών στα τέλη της επανάστασης του 21΄, για να γνωρίσουμε μια ιδιαίτερη πλευρά της ζωής στη μακρινή αυτή εποχή, ακολουθώντας μυστήριες θαλασσινές διαδρομές, παράξενα τοπωνύμια, άγνωστα αγκυροβόλια σε νησιώτικες στεριές και περιπέτειες διαβόητων λήσταρχων των βυθών.

Και βέβαια εν αρχή ην ο ρυθμός, ο ρυθμός που δημιουργείται από τη διαδοχή αφηγηματικών και διαλογικών μερών, από την πλοκή της ιστορίας αλλά κυρίως από τον τρόπο που υπηρετούν αυτή την πλοκή οι προτάσεις με το μέγεθος και την ακολουθία τους. Στο βιβλίο αυτό ο ρυθμός της αφήγησης σε συντονίζει στο μέτρο του ευθύς εξαρχής. Σε μεταφέρει στην αγωνία των ναυαγισμένων, στο λίκνισμα ή στην αντάρα της θάλασσας, στην  ατμόσφαιρα του πειρατικού πλοίου,  στην αψιά γεύση της πειρατικής ομήγυρης, στην περιπέτεια με τις ανατροπές της. Ο ρυθμός είναι γρήγορος, με τις περιόδους λόγου στην πλειονότητά τους μικρές να διαδέχονται η μια την άλλη και με τη δράση στον χρόνο εκτύλιξης της ιστορίας να επιταχύνει σε τακτά χρονικά διαστήματα αυτόν τον ρυθμό.

«Στο πρώτο αντάμωμα των σπαθιών, λες κι ο Θεός ήτανε κι αυτός εκεί, ένας κεραυνός φώτισε το καπηλειό κι όλα φάνηκαν σαν να ήταν μέρα. Δυνατός άνεμος ακούστηκε και τα παραθύρια χτύπησαν σαν παραλογισμένα. Όπως λασκάριζε και δυνάμωνε ο αγέρας, έφερνε τη βροχή δεμάτια δεμάτια. Μέσα από κάθε τρύπα κι από κάθε χαραμάδα που αφήνανε τα δοκάρια του καπηλειού σφύριζε δαιμονισμένα». Σελ.83

Στη διατήρηση του ρυθμού συμβάλλει οπωσδήποτε η πρωτοπρόσωπη ιδιωματική αφήγηση, καθώς παρακολουθούμε όλη την ιστορία μέσα από την οπτική γωνία του πειρατή Νι Πι. Ο πειρατής, άνθρωπος της δράσης και της θαλασσινής πιάτσας, έχει έναν λόγο κατά κανόνα λιτό, που ακολουθεί την ιδιωματική καραβίσια γλώσσα του Καρκαβίτσα, τη γλώσσα των εξαρτημάτων των ξύλινων πλοίων και την αργκό των ναυτικών συνεννοήσεων. Γλώσσα λαϊκή, γάργαρη και τόσο ιδιόρρυθμη ώστε να σε πείθει ότι είναι πραγματική. Κι αυτή η στακάτη, ιδιωματική γλωσσική παρουσία του ΝΙ Πι μέσα στην ιστορία προσδίδει γρηγοράδα στον αφηγηματικό ρυθμό και αυθεντικότητα στο αφηγηματικό ύφος.

«Το καράβι πλέει μ’ απλωμένα όλα τα πανιά. Τέσσερις φλόκοι εμπρός και πέντε πανιά στο πλωριό κατάρτι. Τ’ άλμπουρα από κάτω από τη σκάτσα ως απάνω από ατόφιο μπρούτζο, οι αντένες ατσάλινες, τα σχοινιά και τα ξάρτια από καμηλότριχα, τα πανιά ολομέταξα. Στο ακρόπρωρο για θαλασσομάχος ένας δικέφαλος αετός και στην πρύμνη, απάνω στο τιμόνι, το σύμβολο της Μαρσίγιας. Στο μεσιανό κατάρτι ψηλά, δίπλα στην ελληνική σημαία, ένας καθολικός σταυρός, τρόμος των στοιχειών, φόβος του κυμάτου». Σελ. 24

«Τα νερά της θάλασσας γιουργιάρανε μες απ’ το μπάσιμο του λιμανιού και κάθε φορά που χύνονταν πάνω στον μόλο παίρνανε κι ένα κομμάτι γης. Απ’ έξω άλλες θάλασσες, αγριεμένες και καταπράσινες, ερχόντανε από το πέλαγο να καταπιούνε τα βράχια που προσπαθούσαν ν’ αγκαλιάσουν προστατευτικά το λιμάνι. Ολάκαιρο το πέλαγο σάλευε και ταραζότανε. Ο βόγκος που έβγαινε απ’ όλα εκείνα τα νερά που αγκομαχούσανε σ’ έκανε να φοβάσαι. Μπουχχχχ και μπουχχχ, χρόνια τώρα, αιώνες, από τότε που έγινε ο κόσμος ίδιος κι απαράλλακτος…». Σελ. 136

Μέσα από αυτή τη γλώσσα, που υποστηρίζει δυναμικά την πλοκή της ιστορίας αλλά φιλοτεχνεί με τις περιγραφές και το σκηνικό της, ο Νι Πι και οι άλλοι ήρωες του βιβλίου  -πειρατές, αξιωματικοί του ναυτικού, καθημερινοί άνθρωποι, γυναίκες-«σκοτεινά αντικείμενα» του πόθου- στέκονται στα πόδια τους κι ορθώνονται μπροστά στα μάτια μας όχι «σαν» αλλά «ως» πρόσωπα που έχουν τη δική τους ζωή. Οι ήρωες του βιβλίου χτίζονται δηλαδή με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πραγματικοί και όχι προσχηματικοί,  μυθιστορηματικοί ήρωες με δική τους υπόσταση και όχι σκιές, καρικατούρες που κατασκεύασε ο συγγραφέας για να αφηγηθεί κάτι που πρέπει να μοιάζει με περιπέτεια. Αυτοί οι ήρωες αποτελούν κατά κανόνα ιδιαίτερες ανθρώπινες φιγούρες, «τύπους» δηλαδή ανθρώπων που τραβούν το ενδιαφέρον και μένουν στο μυαλό, αφού επιπλέον  δίνονται από τον συγγραφέα με χιούμορ.

Στην πειστικότητα αυτή των μυθιστορηματικών ηρώων και της ιστορίας τους συντελεί και η γνωριμία που επιχειρεί ο συγγραφέας του αναγνώστη με διάφορες πλευρές της ζωής εκείνης της εποχής. Αξιοποιώντας κυρίως τις αναδρομικές αφηγήσεις ο συγγραφέας μας μυεί στον κόσμο όχι μόνο της θαλασσινής αλλά και της στεριανής ζωής του Γάντζου του Σούσουρα και του Λάκη του Ζόρικου αλλά και άλλων προσώπων όπως ο πατήρ-Ευσέβιος ή η θρυλική Θεανώ. Έτσι  ζωντανεύει ακόμα πιο πολύ την ιστορία και την εποχή και βυθίζει τον αναγνώστη στην εκτύλιξή της.

Και βέβαια μέσα από όλα αυτά το βιβλίο μας γνωρίζει κυρίως ένα φαινόμενο της εποχής αυτής, που είναι σχεδόν άγνωστο στους περισσότερους από εμάς: την πειρατεία στο Αιγαίο, πριν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 21΄. Προφανώς πίσω από τη συγγραφή του βιβλίου έχει πραγματοποιηθεί έρευνα ιστοριογραφική και λογοτεχνική, μελέτη υλικού που έδωσε όλες αυτές τις πραγματολογικές αλλά πιθανόν και τις λεξιλογικές λεπτομέρειες, ενώ, όπως κάθε βιβλίο που σέβεται τον εαυτό του, περιλαμβάνει τα σχόλια του συγγραφέα για τη ζωή και την ύπαρξη, τους προβληματισμούς και την κριτική του για τ’ ανθρώπινα, για τις κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις της εποχής, κριτική που εκφράζεται αβίαστα μέσα από τη φωνή του κεντρικού ήρωά του, του Νι Πι, σε πολλά σημεία της αφήγησης:

«Χμ… Καλά κουμάσια είναι και του λόγου τους. Τι διαφθορά, τι παρακμή, τι σήψη… Παντού βρομιά, σαπίλα και βόρβορος… Τι διαφορά έχουν ετούτοι οι δήθεν άρχοντες από μας τους πειρατές; Καμία! Πολιτικοί, στρατιωτικοί και πειρατές, προύχοντες και δούλοι, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Είτε μιλάμε για παραλήδες είτε για φτωχούς, για γραμματιζούμενους ή για αμόρφωτους, παντού ανηθικότητα και υποκρισία, παλιόκοσμος και παλιοκοινωνία!»

Εν πολλοίς ο Νι Πι είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσουν τα παιδιά και γιατί όχι και οι μεγάλοι. Είναι ένα βιβλίο που διαφοροποιείται από τα «θέματα της επικαιρότητας» που συχνά γίνονται μια ανέμπνευστη συγγραφική καραμέλα, μακριά από τη λογική του βιβλίου εργαλείου που συντελεί στη διεκπεραίωση του σχολικού αναλυτικού προγράμματος, μακριά από την ηθικοπλαστική λογική και τον διδακτισμό που υποκαθιστούν τη λογοτεχνική ιστορία, μακριά τέλος από  τη λογική της απλούστευσης των νοημάτων και του λόγου, για να γίνεται υποτίθεται το κείμενο πιο εύληπτο από τα παιδιά.

info: Γιώργος Χατζόπουλος «ΝΙ ΠΙ ο τελευταίος πειρατής του Αιγαίου και το νερό της ζωής», Πατάκης

(*) H Αλεξάνδρα Μητσιάλη είναι συγγραφέας, φιλόλογος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here