«Μια περιδίνηση με χέρια φτερούγες» (του Κώστα Καλημέρη)

0
501

 

του Κώστα Καλημέρη

 

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο στις αφηγήσεις του Κοροβίνη  ταιριάζει με το «πάθος του τρελού» που αναφέρει ο Άκης Πάνου . Υπάρχει  μια παθιάρικη βιασύνη στις αφηγήσεις του που ταιριάζει επίσης με αυτό  που  ο Τζακ  Κέρουακ αποκάλεσε  «ιστορία του λήγοντος κόσμου». Γι’ αυτό φτιάχνει αφηγήσεις-ποταμούς,  νουβέλες και μυθιστορήματα –δρόμου. Υπάρχει ένα «από μέσα για μέσα» στη γραφή του ,  μια ενδοσκοπική , σωματική αίσθηση προφορικότητας, ένας απόηχος βιώματος, που ρυθμικά και νευρικά  κρατάει το πρώτο κλάμα της έμπνευσης.  Όλοι, όμως, οι ήρωες και οι ηρωίδες του γεννήθηκαν στο παζάρι, στην αγορά, στο πεζοδρόμιο, ακόμα κι αν ο αφηγητής διαλαλεί την πραμάτεια του  πάντα μέσα σε κόσμο, αλλά σε μια θυμωμένη «διαδήλωση του ενός», που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Γι’ αυτό οι αφηγήσεις του έχουν μια έκρηξη φρεσκάδας και ασέβειας, ένα μυστήριο τελετουργικό, που είναι ταυτόχρονα μυθικό και βάρβαρο.  Ένα θυμικό που τινάζεται άγρια και απροσδόκητα, κάνοντας το πολιτισμένο να φανερώνει απαρηγόρητα ένα παράπονο.

Αυτός είναι ο λόγος που η  γραφή του  δε χρειάζεται να πάει βαθιά, φεύγει από το νόημα και πάει κατευθείαν στο έργο. Η αφήγησή του είναι τις πιο πολλές φορές ένα μακρύ ζειμπέκικο, στοχαστικό και αναστοχαστικό, σε ένα ρυθμό ασύμμετρο και κουτσό, από τον εαυτό για τον εαυτό, μια περιδίνηση με χέρια φτερούγες.

Στον Θρύλο του Ασλάν Καπλάν  κάνει βόλτες κάθε τόσο ένα γεράκι που ο Ασλάν το λέει Σαλόνικα. Το γεράκι  λέγεται στα ξένα falcon,(ρίζα falx,που σημαίνει δρεπάνι, από το άνοιγμα των φτερών του), γιατί είναι ένα αρπαχτικό με θανατηφόρα εφόρμηση.  Κι ο Ασλάν μοιάζει με ένα ανιμιστή τυχαίο γερακάρη, το υπόλοιπο ενός θρύλου, που όπως τα αστέρια, φτάνει  η εικόνα του σε μας (τους αναγνώστες), ενώ αυτός έχει πια  χαθεί. Κι αυτό που θρυλείται στο μυθιστόρημα είναι η χαμένη παλικαροσύνη,   που αναπολεί ίσως μια  «προκοινωνική» , νομαδική  κατάσταση πραγμάτων που επικαλείται το φυσικό δίκαιο. Ο έρωτας του Ασλάν με το γεράκι, ας μου επιτραπεί αυτή η παρατήρηση, είναι πιο σημαντικός από τον έρωτά του προς τη Σαλώμη, γιατί τα φτερά του γερακιού σκεπάζουν θανατηφόρα και τον Ασλάν και την Θεσσαλονίκη. Ο Ένγκελς είχε πει , «η σύμπτωση δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή, παρά μόνο συνδεδεμένη με την κατηγορία του αντικειμενικού τυχαίου, που αποτελεί μορφή διακήρυξης της αναγκαιότητας». Αυτή η ανεξήγητη συνάντηση  ανθρώπου και γερακιού, που στηρίζεται στον σεβασμό της ελευθερίας,  ενσαρκώνει το αντικειμενικά τυχαίο. Μια διασταύρωση, που αφήνει να συμβούν πράγματα για τα οποία κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν είναι συμπτωματικά ή αναγκαία. Αυτό νομίζω πως χαρακτηρίζει κι όλο το έργο του Κοροβίνη, που αναφέρεται στη σχέση ελευθερίας και πεπρωμένου. Κι αυτό ουσιαστικά λειτουργεί  ειρωνικά στη σχέση του Ασλάν με την Σαλώμη.

Άλλο χαρακτηριστικό του συγγραφέα είναι η σεξουαλικότητα και το σώμα. Το σώμα στον Κοροβίνη δεν έχει σχέση με το καβαφικό, αιώνιο σώμα. Στον Κοροβίνη του σώμα σημαίνει σκληρό ζευγάρωμα, πεζοδρόμιο, ξεπέταγμα, που δεν οδηγεί στον  έρωτα-Έρωτα, αλλά όπως συμβαίνει και με την επίσημη Ιστορία, είναι  στη καλύτερη περίπτωση μια ατυχής ιστορία αγάπης. Γιατί το σώμα, ακόμα κι αν  δεν το θέλει, υπακούει στον νόμο της αιτιότητας και  στον ενστικτώδη φαταλισμό. Άλλο σεξουαλικό ζευγάρωμα κι άλλο «νιώθω μαζί σου», «μπαίνω στη θέση σου», «έχουμε κοινό βλέμμα στον μύθο». Που σημαίνει αστραπιαία, αισθησιακή  συνάντηση με κάτι «συγγενικό», που είναι βαθύτερο από τις σκουριασμένες έννοιες «αγάπη», «έρωτας». Και επειδή είναι αόρατο, άγνωστο, επικαλείται την σωματοποίηση για να γίνει εν μέρει  ορατό.

Η λάμψη που τυφλώνει τον  Ασλάν με την Σαλώμη, μέσα στις λίγες ώρες που διαρκεί η φωτιά, είναι η τυφλή απελπισία δύο ανθρώπων, που νιώθουν την ανάγκη να αποχωριστούν  από την αντικειμενικότητα των πραγμάτων. Και το γεράκι από ψηλά  συγκινημένο , χαμογελάει ειρωνικά. Γιατί αυτό το σύντομο σμίξιμο του  τουρκαλβανού μουσουλμάνου με την αποσυνάγωγη εβραία,  τούς σημαδεύει σαν το χτικιό μιας αμετάκλητης ασυμμετρίας. Κι εδώ ο συγγραφέας υποφέρει για την εξαφάνιση της κοινωνικής θλίψης, αφού σήμερα χάθηκε στο πραγματικό πεδίο το αυτοσχέδιο της ζωής και η γενναία αναγνώριση του πεπερασμένου. Κανείς πια δε σηκώνει τα μανίκια αναλαμβάνοντας την ευθύνη εξολοκλήρου της θνητότητας.

Ο Θρύλος του Ασλάν Καπλάν είναι χρονικό  θανάτου. Πτώσης. Εξόδου. Τέλους εποχής. Ο Ασλάν είναι φλογερός ,κολασμένος, ερωτύλος,  μάγκας, μπουρδελιάρης, δικαστής του δρόμου και τσαμπουκάς,  ένας μέθυσος συμμορίτης  που σεργιανάει και μας μαθαίνει τις πιάτσες,, τους τεκέδες, τα μπορντέλα, τις πουτάνες που γουστάρει, τα διασκεδαστήρια, τα κρασοπουλιά, τις διαφορετικές φυλές και εθνότητες, το λιμάνι, το χαμαλίκι, τα παζάρια. Μάς μαθαίνει τις απρέπειες, τις παρεκτροπές, έχοντας πρωτόγνωρες ορμές και μια αυτόματη επίμονη στύση.

Όμως Σαλώμη σημαίνει βεργολυγερή, λαγγεμένη, μοιραίο θηλυκό, αυτή είναι το πραγματικό καπλάνι, δηλαδή τίγρις, γυναίκα υπερσεξουαλική,  διωγμένη από την Συναγωγή και το σπίτι της. Είναι ταξική και θρησκευτική αποστάτρια. Είναι μέσα στα καφέ-αμάν , τραγουδάει και χορεύει. Είναι απλησίαστη. Άγρια. Θέλει όμως να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Θέλει να τον δέσει τον αλανιάρη, που έχει μάθει τη γυναίκα παθητική, μηχανή ηδονής και απόλαυσης.  Κι αυτό το μοιραίο θηλυκό θα γίνει στιγμιαία ο δάσκαλός του. Γιατί αυτή  όταν κατέβαινε προς  λιμάνι τα απογέματα αργά,  ανάγκαζε το δειλινό της Σαλονίκης να τραγουδά ένα τραγούδι, ένα ατέλειωτο τραγούδι, ένα τραγούδι για την ομορφιά που χάνονταν, για το αγεφύρωτο, το λησμονημένο, το είδωλο της πόλης που είχε γεμίσει καπνούς. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν λέει πως αν το κείμενο είναι μια νεκρική πυρά, ο σχολιαστής του κειμένου μοιάζει με χημικό που αναλύει τα ξύλα και την στάχτη, ενώ ο κριτικός  είναι ένας αλχημιστής που ενδιαφέρεται για το αίνιγμα της ίδιας της φλόγας.

Αυτές τις πύρινες γλώσσες θρηνεί ο Κοροβίνης, αυτή την πολυγλωσσία που χάνεται μαζί με την παλιά πόλη. Και βάζει τους  ήρωές του να έχουν ιδεολογία την ίδια την πόλη. Την φυσική συνομιλία διαφορετικών  φυλών και εθνοτήτων, εξυμνώντας την πολυπολιτισμική διάσταση ακόμη και του έρωτα. Το σαρκικό , όμως, είναι και σαρκαστικό. Στο τέλος κερδίζει η Ιστορική ειρωνεία.

Ο Θρύλος του Ασλάν Καπλάν του Θωμά Κοροβίνη είναι ένα  λαϊκό ρομάντσο  που δρα και εξελίσσεται στη Σκηνή της πόλης, στον Ορίζοντα της Γλώσσας, στο πάσχον, αμαρτωλό, θνητό της Σώμα.

 

info:Θωμάς Κοροβίνης, Ο Θρύλος του Ασλάν Καπλάν, ΑΓΡΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΛογοτεχνία ενάντια στη λήθη (του Μάνου Κουμή)
Επόμενο άρθροRasp your soul, ή αλλιώς «Ένδον σκάπτε» (της Κλημεντίνης Βουνελάκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ