Μια νεράιδα με γέννησε

0
195

Γεωργία Συλλαίου.

Βρισκόταν στο τέλος των σπουδών της και είχε βαρεθεί. Τα πάντα. Όταν λέμε τα πάντα, τα πάντα. Ξεκίνησε να σπουδάζει τραγούδι πριν από οχτώ χρόνια και αισθανόταν μια φρίκη στη σκέψη του πώς πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια. Οχτώ χρόνια! Αίφνης συνειδητοποιούσε ότι αυτό που έμενε στη μνήμη της ελάχιστα είχε να κάνει με τις καθαυτό σπουδές της στο ωδείο. Αυτό που θυμόταν και εξακολουθούσε να της δίνει χαρά ήταν τα ιδιαίτερα μαθήματα και τα σεμινάρια με τον Α. Α και άλφα κεφαλαίο όπως και να το δεις. Συχνά σκεφτόταν με αγαλλίαση τον συμβολισμό αυτού του Α, της αρχής, του απολύτου, της αγάπης, του ονόματος (ουχί του Θηρίου, αλλά του διδασκάλου της) και ούτω καθεξής.

Τον τελευταίο χρόνο των σπουδών της, λίγο πριν την διαδικασία του διπλώματος,  εκλήθη να συμμετάσχει σε ένα από τα επεισόδια μιας τηλεοπτικής σειράς για την ελληνική λόγια μουσική. Ο σκηνοθέτης, του οποίου το όνομα δεν άρχιζε από Α αλλά από Κ, την πρότεινε για την Εθνική Σχολή. Καλομοίρης!! Κι άλλο Κ. Ουδέποτε τον άντεξε, ουδέποτε τον άκουσε. Αλλά δέχτηκε. Πρώτον διότι βαριόταν τη ζωή της , δεύτερον γιατί της φάνηκε δελεαστικό να εμφανιστεί στην τηλεόραση, τρίτον διότι τα γυρίσματα θα γίνονταν στον Νέστο, όχι απαραιτήτως με αυτή τη σειρά πάντως.

Είχε γνωρίσει τον Κ. τρεις μήνες πριν. Της τηλεφώνησε και συνεννοήθηκαν να συναντηθούν σε κάποιο καφέ. Η Νίνα ντύθηκε προσεκτικά, κόσμια αλλά κομψότατα και προσήλθε στο προκαθορισμένο ραντεβού. Ο Κ. ήταν γύρω στα σαράντα, ντυμένος σαν τηνέητζερ, κάπνιζε ασταμάτητα και έπινε με επικίνδυνη ταχύτητα. Με την ίδια ταχύτητα της εξήγησε τη φιλοσοφία της σειράς ντοκιμαντέρ για την οποία όπως έμαθε εκ των υστέρων η Νίνα είχε προπληρωθεί αδρά. Ο Κ. ήταν ευνοούμενος του κυβερνώντος κόμματος –και αυτό το έμαθε εκ των υστέρων – και δε λογάριαζε τίποτε και κανέναν πλην του υπουργείου το οποίο τον είχε χρηματοδοτήσει. Με μάτι που όσο προχωρούσε η ώρα θόλωνε περισσότερο, με κινήσεις  που σταδιακά προκαλούσαν ζημιές και θορύβους της εξήγησε στα γρήγορα τι ήθελε απ’ αυτήν: θα την τοποθετούσε σε μία σχεδία και ενώ η σχεδία θα έπλεε στα νερά του ποταμού Νέστου, αυτή θα τραγουδούσε a capella «Μια νεράιδα με γέννησε». Του Μανώλη Καλομοίρη. Η Νίνα ενθουσιάστηκε, ενώ κανονικά έπρεπε να αντιμετωπίσει το όλο εγχείρημα τουλάχιστον με σκεπτικισμό, για να μην πούμε ότι το καλύτερο που έπρεπε να κάνει ήταν να σηκωθεί, να πληρώσει το ποτό της αξιοπρεπώς και να φύγει τρέχοντας. Αλλά είπαμε, βαριόταν και το δίπλωμα την περίμενε απειλητικό και ακαδημαϊκό. Ο Κ. υποσχόταν την περιπέτεια. Έστω και με Καλομοίρη.

Η Νίνα δεν ήθελε να θυμάται εκείνη τη βραδιά. Την διέγραψε από το πάνθεον των αναμνήσεων της. Διότι αν δεν την διέγραφε, ουδέποτε θα έπαιρνε μέρος στο αριστούργημα του Κ. Μετά τις εξηγήσεις, ο Κ. χαλάρωσε. Έτριψε τα χέρια του, πλήρωσε τον λογαριασμό και προσφέρθηκε να συνοδεύσει την Νίνα στο σπίτι της. Όταν πληροφορήθηκε ότι οι γονείς της Νίνας  ήταν εκτός πόλεως, ανέβηκε χωρίς να της ζητήσει την άδεια στο διαμέρισμά της και λεηλάτησε το μπαρ. Αργότερα προσπάθησε να την φιλήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Τα βήματά του τον οδήγησαν μέχρι την τουαλέτα αλλά εκεί κατέρρευσε. Η Νίνα τον έχωσε σε ένα ταξί και έπεσε για ύπνο με μοναδική επιθυμία να ξεχάσει. Άλλωστε η ζωή συνεχιζόταν και την επομένη  επρόκειτο να εξεταστεί σε τρία Lieder. Δύο του Brahms και ένα του Mahler. To πρωί χαλυβδώθηκε και πήγε στο μάθημα. Εξετέλεσε το καθήκον της υπό το παγερό βλέμμα του Α. και μετά έκανε την αίτηση για το σεμινάριο που άρχιζε σε τρεις μήνες.

Αύγουστος. Η Νίνα είχε δει εν τω μεταξύ μόνο μία φορά τον Κ. κι αυτή στην γενέτειρά του. Ορθώς ποιούσα, πραγματοποίησε την συνάντηση υπό το άγρυπνο βλέμμα της αδελφής και του γαμπρού της, ο οποίος ήταν ευτυχής που γνώριζε έναν σκηνοθέτη. Ο Κ. ήταν εμφανώς δυσαρεστημένος και εξαπέστειλε την οικογενειακή παρεούλα σε μία γειτονική πλαζ, χωρίς να συζητήσει με τον εκστατικό γαμπρό περί κινηματογράφου.

Η Νίνα εξήγησε στον Α. ότι θα έλειπε τρεις μέρες από το σεμινάριο. Του είπε τους λόγους , ο Α. της ευχήθηκε καλή επιτυχία και αμέσως εξηφανίσθη στα ερέβη της γερμανικής μουσικής κουλτούρας αδιαφορώντας για τα λοιπά εγκόσμια. Η Νίνα ένιωθε απογοητευμένη από την σχεδόν παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά την απογοήτευσή της αναπλήρωνε το αίσθημα, η χαρά της περιπέτειας. Παρ’ όλα αυτά όμως, το ασυνείδητό της έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου. Έτσι, έπεισε τη φίλη της πιανίστρια Ιωάννα, να την συνοδεύσει στο ταξίδι.

Οι δύο κοπέλες ξεκίνησαν την επομένη, πολύ πρωί. Το σαραβαλάκι της Νίνας τα έβγαζε πέρα μια χαρά. Χασκογελούσαν και άκουγαν μουσική στη διαπασών. Καμία σχέση με Καλομοίρη και Lied. Φυσικά. Born To Be Wild, ούρλιαζαν και έκλαιγαν απ’ τα γέλια. Ουδεμία συναίσθησις της πραγματικότητος, ουδεμία υποψία περί του μέλλοντος. Αυτή είναι όμως η γοητεία της ζωής.

Όταν έφτασαν στην Ξάνθη, αναζήτησαν το ξενοδοχείο. Τα κατάφεραν αφού χάθηκαν τουλάχιστον τρεις φορές. Κατόπιν φορτώθηκαν τα μπαγκάζια, το βάρος των οποίων ήταν εντελώς δυσανάλογο με τον χρόνο τον οποίο θα περνούσαν στην πόλη και έπεσαν ξερές στα κρεβάτια τους. Ο Κ. χτύπησε ανελέητα την πόρτα. Του άνοιξε η Ιωάννα και αυτός μαρμάρωσε. «Ποια είσαι σύ;» Η Ιωάννα αυτοσυστήθηκε, άπλωσε το χέρι, ο Κ. δεν το είδε και μπήκε στο δωμάτιο. Η Νίνα ήταν ξαπλωμένη και του χαμογελούσε αυτάρεσκα. «Είμαι έτοιμη για αύριο», δήλωσε με την πιο αθώα φωνή της. Ο Κ. μουρμούρισε κάτι, ξύθηκε με μανία και δήλωσε με τη σειρά του «αύριο στις  πέντε το πρωί, έτοιμη, μακιγιαρισμένη, ντυμένη. Φεύγουμε με το βαν». Γύρισε στην Ιωάννα. «εσύ δεν θα έρθεις. Έχουμε δουλειά». Η Ιωάννα γέλασε ανέμελα. «και να θέλατε, δεν είμαι τρελή να ξυπνάω από τις πέντε». Ήταν από τις ελάχιστες λογικές φράσεις που επρόκειτο να ακουστούν εκείνο το τριήμερο. Η Νίνα εκώφευσε. Χασμουρήθηκε και αποφάσισε να κοιμηθεί νωρίς. Η περιπέτεια την περίμενε. Γυρίσματα! Με το χλομό φως της αυγής! Ο Νέστος την περίμενε, δροσερός σε πείσμα της αυγουστιάτικης ζέστης, να ξεδιπλώσει το τραγουδιστικό της τάλαντο παρέα με το μουρμούρισμα των γάργαρων νερών του.

Ξημέρωσε. Το χλομό φως ήταν δυσοίωνο. Η Νίνα  αισθανόταν χάλια, τη νύχτα είχε κοιμηθεί ελάχιστα. Ντύθηκε όπως όπως και πήρε μαζί της τα απαραίτητα: σύνεργα μακιγιάζ και το φόρεμα που θα φορούσε στα γυρίσματα, ένα μάλλινο με μακριά μανίκια και κλειστό λαιμό που της έφερε ο Κ. Το είχε πάρει από την γκαρνταρόμπα του Κρατικού Θεάτρου, από την παράσταση «Τρεις Αδελφές». Η Νίνα το είχε φέρει στα μέτρα της, αλλά μόνο τώρα αναρωτήθηκε πώς θα το φορέσει με τέτοια ζέστη. Το συνεργείο την υποδέχθηκε σιωπηλό. Κανείς δεν είχε διάθεση. Μερικοί χασμουριόντουσαν, σχεδόν όλοι κάπνιζαν και όλοι έπιναν καφέ. Ο σκηνοθέτης την κοίταξε αγριωπά. «Να ντυθείς». Η Νίνα ένιωσε τις πρώτες ριπές θυμού, οι οποίες, αλίμονο, θα την κυρίευαν εξ ολοκλήρου εντός ολίγου. Έστρεψε το πρόσωπο και κοιτούσε το τοπίο μέσα από τα θολωμένα τζάμια. Έφτασαν σε μια περιοχή απέναντι από τον Ταξιάρχη και μετά στρατοπέδευσαν στην ακτή του Νέστου. Μια λυγερή κοπέλα με μεγάλα νυσταγμένα μάτια της συστήθηκε ευγενικά. Ήταν χορεύτρια, θα αναπαριστούσε με τον χορό της την Νεράιδα. «Μεθαύριο έχω παράσταση» μουρμούρισε μελαγχολικά, «ελπίζω να μην σπάσω τα πόδια μου στις πέτρες». Της συστήθηκε και ένας νεαρός καλοντυμένος. «Είναι το γαμπριάτικο κοστούμι μου», της είπε γελώντας, «εγώ θα τραβάω το κουπί στη σχεδία που θα τραγουδάς». Ο οπερατέρ δεν μιλούσε καθόλου, κάπνιζε και χάιδευε ανήσυχα τη μηχανή του. Ο ηχολήπτης της χαμογέλασε με συμπόνια. Ήταν πολύ συμπαθητικός, κοντούλης με έξυπνο πρόσωπο. «Πέσαμε σε μεγάλο μαλάκα» δήλωσε με ανησυχητική βεβαιότητα «ο Θεός να βάλει το χέρι του». Μετά τις ριπές του θυμού, η Νίνα ένιωσε τα πρώτα σκιρτήματα του πανικού. Ο Κ. είχε ξυπνήσει εντελώς και ήταν λαλίστατος. «Παιδιά, γουστάρω, γουστάρω σας λέω, θα γίνει της πουτάνας. Θα ξεσκίσουμε το πανελλήνιο». Η σιωπή ήταν η απάντηση στο καλλιτεχνικό όραμα το οποίο είχε μόλις ξεδιπλωθεί ενώπιον των αγουροξυπνημένων συντελεστών.

Δύο δυνατοί νεαροί  από τον ορειβατικό σύλλογο Ξάνθης μετέφεραν την περίφημη σχεδία και την έριξαν στο νερό. Ο οπερατέρ έβαλε το χέρι του στο νερό και το ξανάβγαλε αμέσως. «Μπάμπη», είπε ανήσυχος στον σκηνοθέτη, «η στάθμη είναι πολύ χαμηλή. Πώς επιπλέει η σχεδία;» Ο σκηνοθέτης τον κοίταξε περιφρονητικά. «Έχει άδεια πλαστικά μπιτόνια από κάτω ρε βλάκα, δεν τα είδες;» «Πλαστικά;» «ναι ρε, τι  καλύτερο;» Σιωπή. Μόνο τα πουλιά και το ανεπαίσθητο κελάρυσμα του –ρηχού – ποταμού διαδέχθηκε τον διάλογο.

Η Νίνα ντύθηκε και μακιγιαρίστηκε στο μαργαριταρένιο φως της αυγής. Στο κάτω κάτω όλα μπορεί και να πήγαιναν καλά. Ο σκηνοθέτης ανέβηκε στη σχεδία και αμέσως ακούστηκε ο λυπητερός ήχος του πλαστικού που τριβόταν στις πέτρες. Ξανακατέβηκε και έσυρε την σχεδία πιο μέσα. Ο οπερατέρ επιβιβάστηκε σε μια μικρή βαρκούλα και κοιτούσε τριγύρω κάπως θλιμμένος. Η μικρή πομπή ξεκίνησε με κόπο. Ο ηθοποιός έσπρωχνε με ένα κοντάρι και η σχεδία κλυδωνιζόταν ελαφρά. Η Νίνα ισορρόπησε στα τακούνια της –ο σκηνοθέτης την ήθελε ψηλή- και κρατήθηκε από το γαμπριάτικο σακάκι του Φώτη. «Άρχισε να τραβάς!» διέταξε ο σκηνοθέτης τον θλιμμένο οπερατέρ. «Τράβα ό,τι νομίζεις». Ξαναβγήκαν στην ακτή και εκεί ήρθε η σειρά της χορεύτριας. Άρχισε να λικνίζεται ξυπόλητη στις πέτρες. Η ώρα περνούσε. Έπεσε στο νερό και έβαλε τα κλάματα. Είχε στραμπουλήξει τον αστράγαλο. Ο σκηνοθέτης ζεστάθηκε από τον ήλιο και έβγαλε το παντελόνι του. Η Νίνα έκλεισε σφιχτά τα μάτια. Η σχεδία οδηγήθηκε βαθύτερα. Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί. Όλοι κοίταξαν ψηλά. Ένθεν και ένθεν του ποταμού, κυνηγοί πυροβολούσαν στον ανέφελο ουρανό. Ένα πουλί έπεσε στη βάρκα του οπερατέρ. Ο Κ. γύρισε οργίλος προς κάποιον από τους κυνηγούς. «Ρε φίλε, ένιωσες μεγάλη ηδονή που το σκότωσες το πουλάκι;» Οι οικολογικές του ανησυχίες έπεσαν φυσικά στο κενό, στην άβυσσο της ψυχής του κυνηγού . «Εγώ μπορεί να ένιωσα ηδονή ρε.. εσύ μπορείς να μου πεις τι νιώθεις με το βρακί και  την τρελή με τη φουστάνα δίπλα σου;» Ο ηχολήπτης κούνησε το κεφάλι του. «Μπάμπη, έχουν σφαίρες», είπε μαλακά «ας μην το ρισκάρουμε».

Η χορεύτρια είχε σταματήσει τον θρήνο και έπινε κάτι παρηγορητικό από το φλασκί του οπερατέρ. Εν τω μεταξύ ο ήλιος ανέβαινε και η ζέστη γινόταν αισθητή. Η Νίνα σκούντησε τον σκηνοθέτη. «Πότε θα τραγουδήσω;» Μην παίρνοντας απάντηση πήγε στον ηχολήπτη. Έκανε την ίδια ερώτηση και εκείνος κούνησε δυσοίωνα το κεφάλι. Μετά από ένα ημίωρο είχαν ήδη προχωρήσει αρκετά, η σχεδία και η βαρκούλα με τον οπερατέρ και τον βοηθό του βρίσκονταν σε βαθιά νερά. Ο  Κ. απεφάνθη: «Στήσου τώρα στη σχεδία και άρχισε να τραγουδάς. Εσύ Νίκο τράβα». Η Νίνα άφησε το μπράτσο του Φώτη και άρχισε «Μια νεράιδα με γέννησε…» . Αισθάνθηκε μια δροσιά στα πόδια της και ήταν έτοιμη να ευχαριστήσει τον καλό Θεό, αλλά πριν το κάνει κοίταξε κάτω: το νερό είχε αρχίσει να σκεπάζει την σχεδία και τα παπούτσια της ήταν μούσκεμα. Έντρομη σταμάτησε το τραγούδι και ταυτοχρόνως άκουσε απεγνωσμένες κραυγές από τη βαρκούλα του οπερατέρ. Ξαφνικά ο ρηχός ποταμός μεταμορφώθηκε σε ορμητικό ρεύμα. Ο Κ. ούρλιαζε «ξέρετε κολύμπι όλοι;» , ο οπερατέρ προσπαθούσε να σώσει τη μηχανή και ο βοηθός ανοιγόκλεινε απελπισμένος το στόμα κρατώντας το τρίποδο ψηλά. Βρέθηκαν όλοι στο νερό. Το μάλλινο φόρεμα έγινε ασήκωτο, οι ψηλοτάκουνες γόβες της ακολούθησαν το μοιραίο ρεύμα και ο Φώτης κρατούσε το κεφάλι του βοηθού έξω από το νερό. «Άστο το ρημάδι το τριπόδι!» Ήταν ο μόνος που δεν ήξερε κολύμπι. Εν ριπή οφθαλμού είχαν χαθεί όλα. Η μηχανή, τα ρούχα τους (ήταν κι αυτά στη μικρή βαρκούλα που ακολούθησε  τη μοίρα των παπουτσιών της), οι τσάντες, τα σύνεργα μακιγιάζ, τα πορτοφόλια με τα χρήματα και τις ταυτότητές τους. Τελικά βγήκαν ασθμαίνοντας στην ακτή. Ο βοηθός είχε σωθεί χάρη στον οπερατέρ που θυσίασε τη μηχανή και χάρη στον ηχολήπτη που θυσίασε τον υπόλοιπο εξοπλισμό στο βωμό του απρόβλεπτου Νέστου.

Ο σκηνοθέτης ξάπλωσε στις λάσπες. Είχε χάσει το παντελόνι και  τη φανέλα του. Όλοι είχαν χάσει τα παπούτσια τους. Δεν ήξεραν πού ακριβώς βρισκόντουσαν. Το βαν τους περίμενε στον Ταξιάρχη. Σιωπηλοί σκαρφάλωσαν την πλαγιά και βρέθηκαν δίπλα σε σιδηροδρομικές γραμμές. Κατόπιν λακωνικών συνεννοήσεων ξεκίνησαν να προχωρούν κατά μήκος των γραμμών. Ένα από τους νεαρούς του ορειβατικού συλλόγου κόλλησε εγκαίρως το αυτί του στα σίδερα και το επόμενο λεπτό βρέθηκαν όλοι κολλημένοι στο χώμα της πλαγιάς ουρλιάζοντας ενώ το τραίνο περνούσε ξυστά από δίπλα τους. Συνέχισαν να περπατούν και μετά από ώρα βρέθηκαν σε ένα χωματόδρομο. Κάθισαν κάτω και περίμεναν το επόμενο χτύπημα. Ευτυχώς πέρασε ένα κάρο. Έκπληκτοι, άνθρωπος και μουλάρια, παρατηρούσαν την απίθανη κομπανία. Ο καλός άνθρωπος τους στοίβαξε όπως όπως στο όχημά του και κατακόκκινος από την προσπάθεια να πνίξει το τρελό γέλιο που ανέβαινε στα χείλη του, τους άδειασε στον Ταξιάρχη. Καθ’ οδόν η σιωπή συνεχιζόταν. Έσπασε μόνο μία φορά, όταν οι ξεθεωμένοι επιβάτες του κάρου γύρισαν προς το μέρος της χορεύτριας. Η κοπέλα τραγουδούσε με βλέμμα καρφωμένο στο κενό. «Καροτσέρη, καροτσέρηηη…δεν χρειάζεται να τρέχεις, όταν τόσο πια κοντά σου έχεις κείνον π’ αγαπάς…άστο τ’ αμάξι μονάχο να κυλάει, κι όπου κι αν πάει για μένα είναι χαρά…όλα είναι εντάξει κι η αγάπη μου είναι πλάι, κι όταν γελάει, ο κόσμος μού γελά». Η ματιά τους μετατοπίστηκε στο άκουσμα των τελευταίων στίχων  πλάι της. Όπως σε αγώνα τένις.  Ο σκηνοθέτης με μόνο ένδυμα το λασπωμένο σλιπ του, μοιρολογούσε την τραγωδία του Αυγούστου.

Η Νίνα άνοιξε την πόρτα του σκηνοθέτη σαν να έμπαινε σε σαλούν. Είχε βγάλει το καταραμένο τσεχοφικό φόρεμα που την φαγούριζε επί ώρες και ήταν ξυπόλητη, με λάσπες στα πόδια. Τα μαλλιά της πετούσαν και έμοιαζε με την Μέδουσα. Για τις ανάγκες του γυρίσματος, είχε θεωρήσει πρέπον να χάσει δύο κιλά, αλλά δεν έλαβε υπ’ όψιν τον μεταβολισμό και κυρίως την ψυχολογική της κατάσταση. Τα χαμένα κιλά έγιναν έξι και θύμιζε περισσότερο ζόμπι ηρωίδα του αγαπημένου της Έντγκαρ Αλαν Πόε  και ούτε κατά διάνοιαν νεράιδα, ακόμη και του μισητού Μανώλη Καλομοίρη. Μια θλιβερή μακό μπλούζα σούρωνε γύρω από το σώμα της και το πρόσωπό της είχε το χρώμα της υγείας: γκρι ποντικί. Ωστόσο η απώλεια βάρους δεν είχε επηρεάσει την ευγλωττία της : « Άκου να σου πώ ηλίθιο υποκείμενο –προς τον ημιλιπόθυμο σκηνοθέτη αυτά- μη μου κάνεις εμένα τον ψόφιο κοριό, σήκω τώρα επάνω, δώσε μου τα λεφτά μου και τράβα στον διάολο και συ και το καλλιτεχνικό σου γατοξερατό. Μη νομίζεις πως θα αφήσω να περάσει έτσι αυτό, έχασα τις γόβες της νονάς μου , όλα μου τα καλλυντικά που εσύ ο γύφτος δεν έχεις ιδέαν πόσο κοστίζουν! Βλάκα, που το μόνο που έκανες ήταν ναρθείς στο σπίτι μου και να μου πιείς όλα τα μαλτ! Και ούτε το καμπινέ κατάφερες να βρείς , αλλά κατούρησες στο χολ! (εδώ το συνεργείο γύρισε και κοίταξε με ενδιαφέρον τον ακίνητο Κ.). Μίλα ηλίθιε!» Ο Κ. σάλεψε αδιόρατα και ψέλλισε «θα βρω άλλην». Δεν έπρεπε να το πει αυτό και το κατάλαβαν αμέσως όλοι εκτός απ’ αυτόν. Πριν κοπανήσει την πόρτα πίσω της, η Νίνα εξέθεσε με εντυπωσιακή ακρίβεια τις ταλαιπωρίες, τα βάσανα και τις ποινές που τον περίμεναν στην περίπτωση που δεν την αποζημίωνε. Μετά την αποχώρησή της, ο ηχολήπτης συνόψισε την γενική εντύπωση: «Ε λοιπόν δεν το περίμενα πως η μικρή ήξερε τα δικολαβίστικα απ’ έξω κι ανακατωτά.. άσε που δεν ήξερα επίσης Μπάμπη φίλε μου ότι έχεις τέτοιες υποχρεώσεις απέναντί μας…την έβαψες μεγάλε».

Η Ιωάννα την έβαλε με το ζόρι στη μπανιέρα να κάνει ένα καυτό μπάνιο να συνέλθει. Μετά βγήκε έξω και ξέσπασε σε ένα ακράτητο γέλιο μέχρις ότου πόνεσαν τα πλευρά της. Την επόμενη μέρα πήραν το δρόμο του γυρισμού. Επειδή ουδέν κακό έρχεται μόνο του, τις έπιασε καταρρακτώδης βροχή στο Δερβένι και παρ’ ολίγον να σκοτωθούν. Ένα φορτηγό μπροστά τους κουβαλούσε γιγάντιες σιδερένιες πόρτες χωρίς να τις έχει δεμένες με ασφάλεια και όταν αυτές κολύμπησαν με χάρη στο υδάτινο παραπέτασμα εμπρός τους, είδαν τον χάρο με τα μάτια τους. «Σκατά νεράιδα με γέννησε», ούρλιαζε η Νίνα καταπίνοντας τα λεξοτανίλ σαν μέντες.

Επειδή είχε γερή κράση, την επομένη σηκώθηκε και πήγε στο σεμινάριο. Αλλά προς το μεσημέρι άρχισε να νιώθει την κούραση. Λίγο πριν το διάλειμμα, ο Α. είχε την σαδιστική έμπνευση να δοκιμάσει την σοπράνο Ευτέρπη σε ένα από τα δυσκολότερα  Lieder, ένα από τα κομμάτια εκείνα που έχουν γραφτεί για να βασανίζουν τους απανταχού της γης μουσικούς. Με το χαμόγελο στα χείλη, η σοπράνο Ευτέρπη άρχισε να τραγουδά. «Έχω δίκιο» ψιθύρισε η Νίνα σε μιαν άλλη φρικαρισμένη ακροάτρια «που πιστεύω ότι η Ευτέρπη είναι μειωμένης αντιλήψεως». Στο σημείο που η σοπράνο ανέκραξε με αυτοπεποίθηση “und die Nachtigall singt”, η Νίνα έκλεισε σφιχτά τα μάτια, όπως όταν ο Κ. έβγαλε το παντελόνι του. Τα άνοιξε και αντίκρισε το πράσινο μεφιστοφελικό βλέμμα του Α. Με μια κομψή κίνηση –νόημα στην Ευτέρπη να σωπάσει – έδωσε τέλος στην ηχορύπανση. «Εδώ λέει ότι κάποιο αηδόνι τραγουδά, όχι ότι κάποια κάργια κρώζει», δήλωσε με απάθεια. Η Νίνα σηκώθηκε και όδευσε προς την πόρτα. Της είχαν πέσει πολλά. Κάτι το ναυάγιο του Νέστου, κάτι η κυριολεκτική εκτέλεση του Brahms, κάτι λίγο η αβάσταχτη ειρωνεία του Α. Κάτι είχε σπάσει μέσα της. Και ήταν ίσως η μοναδική φορά που αγνόησε τον Α. ο οποίος απαιτούσε να μάθει πού πηγαίνει χωρίς να ζητήσει την άδεια.

Χρόνια μετά αισθανόταν την ίδια κούραση επί είκοσι. Ο πανδαμάτωρ χρόνος δεν την είχε αφήσει αλώβητη. Μόλις είχε πληροφορηθεί ότι ο πόνος στο δεξί της πόδι οφειλόταν σε δισκοκήλη στην οσφυική μοίρα και την είχε καταβάλει ένα παράξενο παράπονο. Επίσης την είχε πιάσει μια νοσταλγία εφ’ όλης της ύλης και μαθαίνοντας ότι ο Α.  προετοίμαζε τη χορωδία για τα Κατά Ματθαίον Πάθη και ζητούσε τα παλιά μέλη (λόγω της δυσκολίας του εγχειρήματος) δήλωσε χωρίς να σκεφτεί συμμετοχή. Αργότερα βεβαίως, πανικοβλήθηκε στην σκέψη τού πώς θα αντίκριζε τον Α. και τους παλαίμαχους πλέον συναδέλφους της μετά από τόσα χρόνια. Η πρώτη πρόβα ήταν εκείνη τη μέρα, λίγο μετά την διάγνωση της μαγνητικής. Καπάκι, είχε πάει την ίδια μέρα στον οδοντίατρο και ανακάλυψε ότι ένας τραπεζίτης της είχε πρόβλημα. Σ’ αυτήν την ψυχολογική κατάσταση είδε τον Κ. να έρχεται καταπάνω της ανοίγοντας την αγκαλιά του, χαμογελώντας εξίσου πλατιά.

«Κοπελάρα μου! Ίδια σε βρίσκω μετά από τόσα χρόνια!»

Μάταια η Νίνα προσπαθούσε να απαγκιστρωθεί από την μέγκενη των μπράτσων του σκηνοθέτη. Αφηρημένη τον άκουγε να φλυαρεί, να στολίζει το κόμμα το οποίο  είχε χρηματοδοτήσει το πάλαι ποτέ  εκείνο  το μοιραίο εγχείρημα του Νέστου, να μιλάει για λαϊκές εκδικήσεις και εξεγέρσεις στις οποίες πρωτοστατούσε πλέον με επίσημη, κατά τα λεγόμενά του, ιδιότητα. Πάνω στη φόρα και το πάθος  του την έφτυσε κατά λάθος στο μάτι. Η Νίνα σκουπίστηκε διακριτικά και –λόγω της πρόσφατης επίσκεψης στον οδοντίατρο- κοίταξε με προσοχή τα σχεδόν μαύρα από το κάπνισμα αιώνων δόντια του σκηνοθέτη. «Ξέρεις Μπάμπη», διέκοψε ήσυχα τον φιλιππικό του Κ., «λέω να σου δώσω την διεύθυνση ενός γνωστού μου οδοντίατρου. Να πας για λεύκανση». Απαγκιστρώθηκε επιτέλους από τα χέρια του και απομακρύνθηκε χωρίς να τον χαιρετήσει. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Πήγε γραμμή σπίτι της, έβαλε στο DVD την Frida (πίστευε ότι θα έμενε ανάπηρη) και έβαλε τα κλάματα, παρακολουθώντας την σταδιακή εκφύλιση των σπονδύλων της Frida, παραλλήλως με την ειδυλλιακή προσωπική της ζωή.

Αργότερα όταν ηρέμησε, έκανε ένα καυτό μπάνιο. Κοίταξε την ώρα. Έπρεπε να ντυθεί αν δεν ήθελε να αργήσει στην πρόβα. Αντ’ αυτού έφτιαξε μια βότκα με σόδα και πήρε τηλέφωνο μια φίλη της.

Κανόνισαν να βγουν αργότερα.

Το παρελθόν θα έμενε στο παρελθόν.

 

Προηγούμενο άρθροΝαπολέων Λαπαθιώτης, ανέκδοτα ποιήματα
Επόμενο άρθροΗ σημασία της βραδύτητας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ