Μαχμούντ Νταρουίς, ένας μεγάλος εθνικός ποιητής (του Χρήστου Τσιάμη)

0
230
Ο Αντόν Σαμάς (Anton Shammas) μπροστά στο μνημείο για τον Darwish

 

Χρήστος Τσιάμης (ανταπόκριση από το Μανχάταν)

 

 

 Εθνικός ποιητής χωρίς κράτος;  Ναι, αυτός ήταν ο νεαρός Διονύσιος Σολωμός όταν έγραφε τον Υμνον εις την Ελευθερίαν, τότε που δεν υπήρχε κομμάτι της Ελλάδος που να μην ήταν κάτω από κάποιον πολύχρονον ζυγό.  Κι αυτός είναι ο Μαχμούντ Νταρουίς (Mahmoud Darwish), ο μεγάλος Παλαιστίνιος ποιητής, για τον δικό του λαό που υποφέρει είτε από κατοχή, είτε από της μαζικής εξορίας τον καημό, είτε από τον εγκλωβισμό σε μια μικρή λωρίδα γής με τις επακόλουθες στερήσεις και με τη βία των βομβαρδισμών.

Αυτόν τον Αύγουστο, κλείνουν δέκα χρόνια από τον θάνατόν του και η ποίηση του, όπως είναι φανερό από το μικρό δείγμα που παραθέτουμε εδώ, εξακολουθεί να είναι ζωτική στην έκφραση των παθών αυτής της μικρής οικογένειας της ανθρωπότητας, και να υπενθυμίζει στον υπόλοιπο κόσμο ένα χρέος ηθικό.  Ο ίδιος ο ποιητής, αναφερόμενος στους συχνούς βομβαρδισμούς κατά των Παλαιστινίων από το κράτος του Ισραήλ, είχε περιγράψει σε τι αποσκοπούσε η ποίηση του, τουλάχιστον σε σχέση με τη βία του πολέμου, ως εξής: “Θα ήθελα να βρώ μια γλώσσα που να μεταμορφώνει την γλώσσα αυτή καθεαυτή σε ατσάλι του πνεύματος – μια γλώσσα για να την χρησιμοποιώ εναντίον αυτών των αστραφτερών ασημένιων εντόμων, αυτών των τζέτ εδώ.”

 Τον Απρίλιο του 2009, σε μια καταχώρηση στην ιστότοπο του, ο Πορτογάλος συγγραφέας και Νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου είχε αποτίσει φόρο τιμής στον Παλαιστίνιο ποιητή ως εξής:

«Στις 9 Αυγούστου που μας έρχεται θα κλείσει ένας χρόνος από τον θάνατο τού μεγάλου Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς.  Αν ο κόσμος μας ήταν λιγάκι πιό ευαίσθητος, λιγάκι πιό νοήμων, και με μεγαλύτερη επίγνωση για το θεσπέσιο μεγαλείο της κάθε ζωής, χωριστά, που παράγει, τότε το όνομα του θα ήταν τόσο γνωστό και θαυμαστό όσο, επί παραδέιγματι, και το όνομα του Πάμπλο Νερούδα κατά τη διάρκεια της ζωής του.  Τα ποιήματα του Νταρουίς, ριζωμένα στη ζωή, στα πάθη και στους πόθους του Παλαιστινιακού λαού, έχουν ένα κάλλος μορφής που συχνά προσπερνά τις ύψιστες στιγμές του ανείπωτου με λίγες απλές λέξεις, σαν ένα ημερολόγιο όπου μπορείς να ακολουθήσεις βήμα με βήμα, δάκρυ το δάκρυ, τα δεινά  – μα και τις βαθιές, αν και σπάνιες, στιγμές χαράς – ενός λαού που έχει υποφέρει μαρτύρια εξήντα χρόνια τώρα χωρίς κανένα τέλος ακόμη στον ορίζοντα.  Το να διαβάζεις τον Μαχμούντ Νταρουίς, πέραν της αξέχαστης αισθητικής εμπειρίας, είναι σαν να ξεκινάς μια πορεία σε μια Via Dolorosa κατα μήκος κατεστραμένων δρόμων ατίμωσης και αδικίας, εν τω μέσω μιας Παλαιστινιακής γής που έχει υποφέρει άγρια στα χέρια των Ισραηλινών.»  Και ο Ηλίας Κούρυ  (Elias Khoury), ο γνωστός Λιβανέζος μυθιστοριογράφος, τονίζει ότι στην ποίηση τού Νταρουίς “η Παλαιστίνη γίνεται ο χάρτης της ανθρώπινης ψυχής.”  Σκεφτήκαμε, λοιπόν, στα δέκα χρόνια από τον θάνατο του να επισκεφθούμε νοητά τη διχασμένη γενέτειρα γή τού ποιητή και να δούμε αν η ποίηση γεφυρώνει καθόλου το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στους δυο λαούς που την συγκατοικούν.  Ζητήσαμε να μας μιλήσουν γι αυτόν εκατέρωθεν της “διαχωριστικής γραμμής”… Και βρήκαμε ανταπόκριση.

Αποταθήκαμε στον Παλαιστίνιο-Αμερικανό συγγραφέα, και καθηγητή Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, Αντόν Σαμάς (Anton Shammas), του οποίου το εξαιρετικό μυθιστόρημα Αραμπέσκ (που είχε ενθουσιώδη υποδοχή όταν πρωτοεμφανίστηκε το 1986 στο Ισραήλ, αλλά και λίγο αργότερα, σε μετάφραση, στην Αμερική) μόλις πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά.  Επίσης, αποταθήκαμε στην Ισραηλινή ποιήτρια και μυθιστοριογράφο Ταλ Νιτσάν (Tal Nitzan), πολυβραβευμένη για το ποιητικό της αλλά και για το μεταφραστικό της έργο από τα ισπανικά, η οποία θα συμμετάσχει στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποιήσης της Αθήνας τον Οκτώβριο που μας έρχεται.

Η ιστορία των σχολίων της Νιτσάν εμπεριέχει μια ειρωνεία που αρμόζει στη ζωή και το έργο του Νταρουίς.  Συγκεκριμένα, περίπου πρίν δυο χρόνια, η υπουργός πολιτισμού του Ισραήλ είχε απειλήσει διακοπή της χρηματοδότησης του στρατιωτικού ραδιοφωνικού σταθμού της χώρας επειδή σε μια εκπομπή του είχε αναγνωσθεί ένα ποίημα του Νταρουίς!  Αντιδρώντας, μια ομάδα Ισραηλινών συγγραφέων και ποιητών οργάνωσαν μια ποιητική βραδιά σε ένα βιβλιοπωλείο του Τελ Αβίβ με ποίηση του Νταρουίς.  Η Ταλ Νιτσάν, που επιμελήθηκε τη διοργάνωση, στην εισαγωγική της προσφώνηση είχε πεί, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Αυτός ο φόρος τιμής σ’ έναν μεγάλο ποιητή, απόψε, εκφράζει την ανένδοτη αντίσταση στον καταναγκασμό, στην καθοδήγηση, στην πνευματική καταπίεση.

 Αποδικιμάζουμε την βίαια επιβολή σιωπής που έχουμε δεί τον μήνα που μας πέρασε και, εις απάντηση, διαλέγουμε να τιμήσουμε έναν ποιητή που είναι από τους πιό σπουδαίους που έχουν προσφέρει τη χάρη τους σε αυτή τη γή, έναν ποιητή του οποίου το μέγεθος και η βαθιά του επιρροή γίνεται μάλλον πιό εμφανής από αυτή την γελοία προσπάθεια να τον εξαλείψουν.

 Δύσκολες μέρες μας περιμένουν, με πιό πολλές “κούπες δηλητήριο” όπως μας λέει ο Νταρουίς…  Θα πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα ένα τέτοιο μέλλον και θα πρεπει να είμαστε  έτοιμοι γι αυτό.  Ο καθένας μας με τη δική του απάντηση.         

………………………………………………………………………………………………………….

Δεν είναι συμπτωματικά που διάλεξα να διαβάσω απόψε το ποίημα του Νταρουίς “Πάμε σε μια χώρα”, το οποίο έχει για θέμα του την εξορία.  Ο Νταρουίς έχει ζήσει πραγματική εξορία, όμως το ποίημα του επίσης καταπιάνεται και με μια αίσθηση της εσωτερικής εξορίας, και συνηχεί  με στίχους άλλων Ισραηλινών ποιητών όπως ο Ράμι Ντιζάνι (“Η πατρίδα μου έχει γίνει για μένα μια χώρα ξένη”), ο Μαξίμ Γκιλάν (“Γράφω μέσα στου εχθρού τη χώρα”), ή ο Νέιθαν Ζάχ (“Τι ωραία,  που σ’ έχω ξεφορτωθεί, πατρίδα”) – μια αίσθηση, όλο και πιό βαθιά, αυτής της εξορίας που αντιμετωπίζουμε στις μέρες μας.”

 

Ο Αντόν Σαμάς μας προσέφερε την κριτική του της συλλογής τού Μαχμούντ Νταρουίς “Το κρεβάτι μιας ξένης”, όπου κάνει μια συνοπτική και πολύ ουσιαστική, αποτίμηση του έργου του ποιητή.  Ο Σαμάς αποκαλεί τον Νταρουίς ‘τον χαρτογράφο που έχει χαράξει την οριστική Παλαιστινιακή διαδρομή στο [βιβλίο] Γιατί Αφησες το Αλογο Μόνο του (1995)… με το να μετατρέψει την προσωπική του βιογραφία σε ένα μοντέρνο, χαμηλών τόνων, είδος επικού ποιήματος…’  Μας λέει, επίσης, ο Σαμάς ότι ο Νταρουίς “Επί τρείς δεκαετίες, περίπου, κατάφερε, πιθανόν περισσότερο από κάθε άλλον Αραβα ή Παλαιστίνιο συγγραφέα, να διατηρήσει το παράδειγμα της Παλαιστίνης σαν μια συνεχή, παλλόμενη παρουσία.”  Και συνεχίζει με έναν συγκεντρωτικόν απολογισμό του έργου του, λέγοντας μας ότι μέσα από τις πολλές ποιητικές του συλλογές ο Μαχμούντ Νταρουίς “έχει φτιάξει το χρονικό της Παλαιστινιακής εμπειρίας κατά τέτοιο τρόπο που ο διορατικός του σχολιασμός για τις αντιξοότητες αυτής της εμπειρίας τώρα να αποτελεί μέρος του νοητού αρχείου της Παλαιστινιακής Ιστορίας από το 1948 και μετά.  Είναι αδύνατον ο κάθε εμπνευσμένος αναγνώστης αυτού που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται ‘Η Διαμάχη’ [Conflict] να “διαβάσει” το ιστορικό του ’48, ή και τα άλλα αιματηρά κεφάλαια της Παλαιστινιακής τραγωδίας, χωρίς να ακόυει τον χορόν του Μαχμούντ Νταρουίς στον φόντο να κάνει αυτό που οι ποιητές (και οι προφήτες) κάνουν με τον καλύτερο τρόπο: να ερμηνεύουν άφοβα την άξεστα ανεξηγήτη πραγματικότητα.’’

 

Στην κριτική του ο Σαμάς, επίσης τονίζει τις απογοητεύσεις του ποιητή με τις πολιτικές αντιμαχίες ανάμεσα στους Παλαιστίνιους (μήν ξεχνάμε τις αναφορές και τις επιπλήξεις του δικού μας εθνικού ποιητή, στον Υμνον, για το φάγωμα των Ελλήνων μεταξύ τους), και για ατυχείς πολιτικές ενέργειες, όπως οι συμφωνίες του Οσλο.  Λέει, λοιπόν, ότι ο Νταρουίς εξαιρετικά αηδιασμένος από τα παραπάνω και «εξίσου πληγωμένος από το χάσμα, που διαρκώς μεγαλώνει, ανάμεσα στα όνειρά του και στους Παλαιστινιακούς εφιάλτες επί του εδάφους…», στα τελευταία του έργα φαίνεται να ‘επιστρέφει σπίτι του’, δηλαδή σε έναν εσωτερικό χώρο.  («Ο ποιητής επιστρέφει σπίτι του» είναι και ο τίτλος του άρθρου του Σαμάς).  «Και πιθανόν με το δίκιο του: μετά από τόσα χρόνια στον εκτυφλωτικόν ήλιο του δημόσιου χώρου, είναι καιρός ο ποιητής να γυρίσει στη σκιερή οικειότητα του δικού του σπιτιού, αυτό που αλλιώς το λέμε τον τόπο όπου δεν αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας, τον τόπο του Αλλου… Κι όμως ο Νταρουίς αντιμετωπίζει τον εαυτό του,  μέσω του Αλλου, με μεγάλο άγχος…γράφει … ‘Και τι να κάνω τότε; Τι / μου απομένει να κάνω χωρίς την εξορία, χωρίς μια μεγάλη νύχτα / που θα ατενίζω το νερό;’»

 Και όμως, μετά από όλους αυτούς τους αγώνες, με την πένα του, για τον λαό του και όλες τις απογοητεύσεις από κάθε πλευρά, ο εθνικός ποιητής του Παλαιστινιακού λαού παραμένει το μόνο φώς στη δύσκολη πορεία αυτών των ανθρώπων σε ένα σκοτεινό παρόν.  Γιατί, όπως λέει ο Αντόν Σαμάς, “υπάρχουν τουλάχιστον δυο χάρτες της Παλαιστίνης που οι αυτο-αποκαλούμενοι πολιτικοί ποτέ δεν θα μπορέσουν να τους αφήσουν να πάνε χαμένοι : αυτός που τον φυλάνε στις μνήμες τους οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες, κι ο άλλος που τον έχει χαράξει η ποίηση του Νταρουίς.”

 

Τι άλλο να προσθέσουμε εμείς;  Ας ακούσουμε τη φωνή του ποιητή:

 

  

Μαχμούντ Νταρουίς

 

Ο τοίχος

Ενα πελώριο φίδι από μέταλλο περιτυλίσσεται γύρω μας, καταπίνοντας τους μικρούς τοίχους που διαχωρίζουν την κάμαρά  μας, το μπάνιο, την κουζίνα και το καθιστικό μας.  Ενα φίδι που δεν κινείται σ’ ευθεία γραμμή, μην τυχόν και μας μοιάσει καθώς εμείς κοιτάμε ευθεία μπροστά.  Με στροφές και περιστροφές, ένας εφιάλτης από κομμάτια τσιμέντο, ενισχυμένο με εύκαμπτο μέταλλο που το διευκολύνει να κινείται μέσα στα κατακερματισμένα κομμάτια γής και στους μπαξέδες της μέντας που μας έχουν απομείνει.  Ενα φίδι ανυπόμονο να εναποθέσει τα αυγά του ανάμεσα στις εισπνοές μας και στις εκπνοές μας έτσι που να το πούμε τελικά, γιατί πάμε να σκάσουμε από ασφυξία, «Εμείς είμαστε οι ξένοι».  Οταν κοιτάμε στους καθρέφτες μας ένα πράγμα βλέπουμε όλο κι όλο, το φίδι που τραβάει κατά τον σβέρκο μας, αλλά με λίγη ακόμα      προσπάθεια μπορούμε να δούμε εκείνο που είναι από πάνω του: έναν ουρανό που χασμουριέται βαριεστημένος από τους αρχιτέκτονες που το στολίζουν με όπλα και σημαίες.  Και τη νύχτα τον βλέπουμε να αναβοσβήνει, γεμάτος αστέρια που μας κοιτάνε με στοργή.  Βλέπουμε επίσης αυτό που υπάρχει πίσω από τον φιδίσιο τοίχο: στο γκέτο οι φρουροί, φοβισμένοι για το τι συμβαίνει πίσω από τους μικρούς τοίχους που μας έχουν απομείνει.  Τους βλέπουμε να λαδώνουν τα όπλα για να σκοτώσουν τον γρύπα που έχουν την εντύπωση ότι κρύβεται στο κοτέτσι μας.  Και δεν είναι δυνατόν να μη βάλουμε τα γέλια.

Ο εχθρός

 Ημουν εκεί πριν έναν μήνα.  Πριν έναν χρόνο ήμουν εκεί.  Ημουνα πάντα εκεί λές και δεν ήμουνα αλλού πουθενά.  Το 1982 το ίδιο πράγμα μας συνέβη όπως μας συμβαίνει και σήμερα.  Είχαμε πολιορκηθεί και είχαμε σκοτωθεί και είχαμε πολεμήσει ενατίον της κόλασης που αντιμετωπίζαμε.  Οι απώλειες/οι μάρτυρες δεν μοιάζουν μεταξύ τους.  Ο καθένας τους έχει μια χαρακτηριστική σωματική διάπλαση και διαφορετικά χαρακτηριστικά του προσώπου, μάτια διαφορετικά και διαφορετικό όνομα και ηλικία.  Οι φονιάδες είναι αυτοί που φαίνονται όλοι το ίδιο.  Είναι μια ύπαρξη, που είναι διανεμημένη σε διαφορετικά σιδερένια αντικείμενα, που πατάει ηλεκτρονικά κουμπιά, που σκοτώνει κι εξαφανίζεται ύστερα.  Μας βλέπει αλλά εμείς δεν τον

βλέπουμε, όχι επειδή είναι ένα φάντασμα αλλά επειδή είναι η σιδερένια μάσκα μιας ιδέας – δίχως χαρακτηριστικά, δίχως μάτια, δίχως ηλικία, δίχως όνομα.  Είναι αυτός που διάλεξε να έχει ένα και μόνο όνομα: ο εχθρός.

Στην υγειά της χώρας μας

 

Στην υγειά της χώρας μας,

και είναι αυτή που είναι πιό κοντά στου θεού τον λόγο,

ένα ταβάνι σύννεφα

Στην υγειά της χώρας μας,

και είναι αυτή που είναι μακριά από των ουσιαστικών τα επίθετα,

ο χάρτης της απουσίας

Στην υγειά της χώρας μας,

και είναι αυτή που έιναι τόσο μικρή όσο κι ο σπόρος απ’ το σουσάμι,

ένας ουράνιος ορίζοντας … κι ένα χάσμα κρυφό

Στην υγειά της χώρας μας,

και είναι αυτή που την τριγυρίζουν λόφοι κατάσχιστοι,

η ενέδρα ενός νέου παρελθόντος

Στην υγειά της χώρας μας, και είναι το έπαθλο ενός πολέμου,

η ελευθερία να πεθαίνεις από τον καημό και απ’ τη φωτιά μέσα σου

και η χώρα μας, στην πιό αιματηρή της νύχτα,

είναι ένα πετράδι που αστράφτει μακριά, κι ακόμη μακρύτερα

και που φωτίζει κάθε τι που βρίσκεται έξω απ’ αυτή …

Οσο για μας, εντός της,

ασφυξιούμε όλο και πιό πολύ!

(Μετάφραση, από τα αγγλικά, Χρήστου Τσιάμη)

 

Χρήστος Τσιάμης

 

 

 

 

Μαχμούντ Νταρουίς, ένας μεγάλος εθνικός ποιητής

 

 

 

Εθνικός ποιητής χωρίς κράτος;  Ναι, αυτός ήταν ο νεαρός Διονύσιος Σολωμός όταν έγραφε τον Υμνον εις την Ελευθερίαν, τότε που δεν υπήρχε κομμάτι της Ελλάδος που να μην ήταν κάτω από κάποιον πολύχρονον ζυγό.  Κι αυτός είναι ο Μαχμούντ Νταρουίς (Mahmoud Darwish), ο μεγάλος Παλαιστίνιος ποιητής, για τον δικό του λαό που υποφέρει είτε από κατοχή, είτε από της μαζικής εξορίας τον καημό, είτε από τον εγκλωβισμό σε μια μικρή λωρίδα γής με τις επακόλουθες στερήσεις και με τη βία των βομβαρδισμών.

 

Αυτόν τον Αύγουστο, κλείνουν δέκα χρόνια από τον θάνατόν του και η ποίηση του, όπως είναι φανερό από το μικρό δείγμα που παραθέτουμε εδώ, εξακολουθεί να είναι ζωτική στην έκφραση των παθών αυτής της μικρής οικογένειας της ανθρωπότητας, και να υπενθυμίζει στον υπόλοιπο κόσμο ένα χρέος ηθικό.  Ο ίδιος ο ποιητής, αναφερόμενος στους συχνούς βομβαρδισμούς κατά των Παλαιστινίων από το κράτος του Ισραήλ, είχε περιγράψει σε τι αποσκοπούσε η ποίηση του, τουλάχιστον σε σχέση με τη βία του πολέμου, ως εξής: “Θα ήθελα να βρώ μια γλώσσα που να μεταμορφώνει την γλώσσα αυτή καθεαυτή σε ατσάλι του πνεύματος – μια γλώσσα για να την χρησιμοποιώ εναντίον αυτών των αστραφτερών ασημένιων εντόμων, αυτών των τζέτ εδώ.”

 

Τον Απρίλιο του 2009, σε μια καταχώρηση στην ιστότοπο του, ο Πορτογάλος συγγραφέας και Νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου είχε αποτίσει φόρο τιμής στον Παλαιστίνιο ποιητή ως εξής:

«Στις 9 Αυγούστου που μας έρχεται θα κλείσει ένας χρόνος από τον θάνατο τού μεγάλου Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς.  Αν ο κόσμος μας ήταν λιγάκι πιό ευαίσθητος, λιγάκι πιό νοήμων, και με μεγαλύτερη επίγνωση για το θεσπέσιο μεγαλείο της κάθε ζωής, χωριστά, που παράγει, τότε το όνομα του θα ήταν τόσο γνωστό και θαυμαστό όσο, επί παραδέιγματι, και το όνομα του Πάμπλο Νερούδα κατά τη διάρκεια της ζωής του.  Τα ποιήματα του Νταρουίς, ριζωμένα στη ζωή, στα πάθη και στους πόθους του Παλαιστινιακού λαού, έχουν ένα κάλλος μορφής που συχνά προσπερνά τις ύψιστες στιγμές του ανείπωτου με λίγες απλές λέξεις, σαν ένα ημερολόγιο όπου μπορείς να ακολουθήσεις βήμα με βήμα, δάκρυ το δάκρυ, τα δεινά  – μα και τις βαθιές, αν και σπάνιες, στιγμές χαράς – ενός λαού που έχει υποφέρει μαρτύρια εξήντα χρόνια τώρα χωρίς κανένα τέλος ακόμη στον ορίζοντα.  Το να διαβάζεις τον Μαχμούντ Νταρουίς, πέραν της αξέχαστης αισθητικής εμπειρίας, είναι σαν να ξεκινάς μια πορεία σε μια Via Dolorosa κατα μήκος κατεστραμένων δρόμων ατίμωσης και αδικίας, εν τω μέσω μιας Παλαιστινιακής γής που έχει υποφέρει άγρια στα χέρια των Ισραηλινών.»  Και ο Ηλίας Κούρυ  (Elias Khoury), ο γνωστός Λιβανέζος μυθιστοριογράφος, τονίζει ότι στην ποίηση τού Νταρουίς “η Παλαιστίνη γίνεται ο χάρτης της ανθρώπινης ψυχής.”  Σκεφτήκαμε, λοιπόν, στα δέκα χρόνια από τον θάνατο του να επισκεφθούμε νοητά τη διχασμένη γενέτειρα γή τού ποιητή και να δούμε αν η ποίηση γεφυρώνει καθόλου το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στους δυο λαούς που την συγκατοικούν.  Ζητήσαμε να μας μιλήσουν γι αυτόν εκατέρωθεν της “διαχωριστικής γραμμής”… Και βρήκαμε ανταπόκριση.

 

Αποταθήκαμε στον Παλαιστίνιο-Αμερικανό συγγραφέα, και καθηγητή Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, Αντόν Σαμάς (Anton Shammas), του οποίου το εξαιρετικό μυθιστόρημα Αραμπέσκ (που είχε ενθουσιώδη υποδοχή όταν πρωτοεμφανίστηκε το 1986 στο Ισραήλ, αλλά και λίγο αργότερα, σε μετάφραση, στην Αμερική) μόλις πρόσφατα κυκλοφόρησε στα Eλληνικά.  Επίσης, αποταθήκαμε στην Ισραηλινή ποιήτρια και μυθιστοριογράφο Ταλ Νιτσάν (Tal Nitzan), πολυβραβευμένη για το ποιητικό της αλλά και για το μεταφραστικό της έργο από τα Ισπανικά, η οπόια θα συμμετάσχει στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποιήσης της Αθήνας τον Οκτώβριο που μας έρχεται.

 

Η ιστορία των σχολίων της Νιτσάν εμπεριέχει μια ειρωνεία που αρμόζει στη ζωή και το έργο του Νταρουίς.  Συγκεκριμένα, περίπου πρίν δυο χρόνια, η υπουργός πολιτισμού του Ισραήλ είχε απειλήσει διακοπή της χρηματοδότησης του στρατιωτικού ραδιοφωνικού σταθμού της χώρας επειδή σε μια εκπομπή του είχε αναγνωσθεί ένα ποίημα του Νταρουίς!  Αντιδρώντας, μια ομάδα Ισραηλινών συγγραφέων και ποιητών οργάνωσαν μια ποιητική βραδιά σε ένα βιβλιοπωλείο του Τελ Αβίβ με ποίηση του Νταρουίς.  Η Ταλ Νιτσάν, που επιμελήθηκε τη διοργάνωση, στην εισαγωγική της προσφώνηση είχε πεί, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

Αυτός ο φόρος τιμής σ’ έναν μεγάλο ποιητή, απόψε, εκφράζει την ανένδοτη αντίσταση στον καταναγκασμό, στην καθοδήγηση, στην πνευματική καταπίεση.

 

Αποδικιμάζουμε την βίαια επιβολή σιωπής που έχουμε δεί τον μήνα που μας πέρασε και, εις απάντηση, διαλέγουμε να τιμήσουμε έναν ποιητή που είναι από τους πιό σπουδαίους που έχουν προσφέρει τη χάρη τους σε αυτή τη γή, έναν ποιητή του οποίου το μέγεθος και η βαθιά του επιρροή γίνεται μάλλον πιό εμφανής από αυτή την γελοία προσπάθεια να τον εξαλείψουν.

 

Δύσκολες μέρες μας περιμένουν, με πιό πολλές “κούπες δηλητήριο” όπως μας λέει ο Νταρουίς…  Θα πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα ένα τέτοιο μέλλον και θα πρεπει να είμαστε  έτοιμοι γι αυτό.  Ο καθένας μας με τη δική του απάντηση.         

………………………………………………………………………………………………………….

Δεν είναι συμπτωματικά που διάλεξα να διαβάσω απόψε το ποίημα του Νταρουίς “Πάμε σε μια χώρα”, το οποίο έχει για θέμα του την εξορία.  Ο Νταρουίς έχει ζήσει πραγματική εξορία, όμως το ποίημα του επίσης καταπιάνεται και με μια αίσθηση της εσωτερικής εξορίας, και συνηχεί  με στίχους άλλων Ισραηλινών ποιητών όπως ο Ράμι Ντιζάνι (“Η πατρίδα μου έχει γίνει για μένα μια χώρα ξένη”), ο Μαξίμ Γκιλάν (“Γράφω μέσα στου εχθρού τη χώρα”), ή ο Νέιθαν Ζάχ (“Τι ωραία,  που σ’ έχω ξεφορτωθεί, πατρίδα”) – μια αίσθηση, όλο και πιό βαθιά, αυτής της εξορίας που αντιμετωπίζουμε στις μέρες μας.”

 

Ο Αντόν Σαμάς μας προσέφερε την κριτική του της συλλογής τού Μαχμούντ Νταρουίς “Το κρεβάτι μιας ξένης”, όπου κάνει μια συνοπτική και πολύ ουσιαστική, αποτίμηση του έργου του ποιητή.  Ο Σαμάς αποκαλεί τον Νταρουίς ‘τον χαρτογράφο που έχει χαράξει την οριστική Παλαιστινιακή διαδρομή στο [βιβλίο] Γιατί Αφησες το Αλογο Μόνο του (1995)… με το να μετατρέψει την προσωπική του βιογραφία σε ένα μοντέρνο, χαμηλών τόνων, είδος επικού ποιήματος…’  Μας λέει, επίσης, ο Σαμάς ότι ο Νταρουίς “Επί τρείς δεκαετίες, περίπου, κατάφερε,

πιθανόν περισσότερο από κάθε άλλον Αραβα ή Παλαιστίνιο συγγραφέα, να διατηρήσει το παράδειγμα της Παλαιστίνης σαν μια συνεχή, παλλόμενη παρουσία.”  Και συνεχίζει με έναν συγκεντρωτικόν απολογισμό του έργου του, λέγοντας μας ότι μέσα από τις πολλές ποιητικές του συλλογές ο Μαχμούντ Νταρουίς “έχει φτιάξει το χρονικό της Παλαιστινιακής εμπειρίας κατά τέτοιο τρόπο που ο διορατικός του σχολιασμός για τις αντιξοότητες αυτής της εμπειρίας τώρα να αποτελεί μέρος του νοητού αρχείου της Παλαιστινιακής Ιστορίας από το 1948 και μετά.  Είναι αδύνατον ο κάθε εμπνευσμένος αναγνώστης αυτού που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται ‘Η Διαμάχη’ [Conflict] να “διαβάσει” το ιστορικό του ’48, ή και τα άλλα αιματηρά κεφάλαια της Παλαιστινιακής τραγωδίας, χωρίς να ακόυει τον χορόν του Μαχμούντ Νταρουίς στον φόντο να κάνει αυτό που οι ποιητές (και οι προφήτες) κάνουν με τον καλύτερο τρόπο: να ερμηνεύουν άφοβα την άξεστα ανεξηγήτη πραγματικότητα.’’

 

Στην κριτική του ο Σαμάς, επίσης τονίζει τις απογοητεύσεις του ποιητή με τις πολιτικές αντιμαχίες ανάμεσα στους Παλαιστίνιους (μήν ξεχνάμε τις αναφορές και τις επιπλήξεις του δικού μας εθνικού ποιητή, στον Υμνον, για το φάγωμα των Ελλήνων μεταξύ τους), και για ατυχείς πολιτικές ενέργειες, όπως οι συμφωνίες του Οσλο.  Λέει, λοιπόν, ότι ο Νταρουίς εξαιρετικά αηδιασμένος από τα παραπάνω και «εξίσου πληγωμένος από το χάσμα, που διαρκώς μεγαλώνει, ανάμεσα στα όνειρά του και στους Παλαιστινιακούς εφιάλτες επί του εδάφους…», στα τελευταία του έργα φαίνεται να ‘επιστρέφει σπίτι του’, δηλαδή σε έναν εσωτερικό χώρο.  («Ο ποιητής επιστρέφει σπίτι του» είναι και ο τίτλος του άρθρου του Σαμάς).  «Και πιθανόν με το δίκιο του: μετά από τόσα χρόνια στον εκτυφλωτικόν ήλιο του δημόσιου χώρου, είναι καιρός ο ποιητής να γυρίσει στη σκιερή οικειότητα του δικού του σπιτιού, αυτό που αλλιώς το λέμε τον τόπο όπου δεν αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας, τον τόπο του Αλλου… Κι όμως ο Νταρουίς αντιμετωπίζει τον εαυτό του,  μέσω του Αλλου, με μεγάλο άγχος…γράφει … ‘Και τι να κάνω τότε; Τι / μου απομένει να κάνω χωρίς την εξορία, χωρίς μια μεγάλη νύχτα / που θα ατενίζω το νερό;’»

 

Και όμως, μετά από όλους αυτούς τους αγώνες, με την πένα του, για τον λαό του και όλες τις απογοητεύσεις από κάθε πλευρά, ο εθνικός ποιητής του Παλαιστινιακού λαού παραμένει το μόνο φώς στη δύσκολη πορεία αυτών των ανθρώπων σε ένα σκοτεινό παρόν.  Γιατί, όπως λέει ο Αντόν Σαμάς, “υπάρχουν τουλάχιστον δυο χάρτες της Παλαιστίνης που οι αυτο-αποκαλούμενοι πολιτικοί ποτέ δεν θα μπορέσουν να τους αφήσουν να πάνε χαμένοι : αυτός που τον φυλάνε στις μνήμες τους οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες, κι ο άλλος που τον έχει χαράξει η ποίηση του Νταρουίς.”

 

Τι άλλο να προσθέσουμε εμείς;  Ας ακούσουμε τη φωνή του ποιητή:

 

 

 

 

 

 

Μαχμούντ Νταρουίς

 

 

Ο τοίχος

 

Ενα πελώριο φίδι από μέταλλο περιτυλίσσεται γύρω μας, καταπίνοντας τους μικρούς τοίχους που διαχωρίζουν την κάμαρά  μας, το μπάνιο, την κουζίνα και το καθιστικό μας.  Ενα φίδι που δεν κινείται σ’ ευθεία γραμμή, μην τυχόν και μας μοιάσει καθώς εμείς κοιτάμε ευθεία μπροστά.  Με στροφές και περιστροφές, ένας εφιάλτης από κομμάτια τσιμέντο, ενισχυμένο με εύκαμπτο μέταλλο που το διευκολύνει να κινείται μέσα στα κατακερματισμένα κομμάτια γής και στους μπαξέδες της μέντας που μας έχουν απομείνει.  Ενα φίδι ανυπόμονο να εναποθέσει τα αυγά του ανάμεσα στις εισπνοές μας και στις εκπνοές μας έτσι που να το πούμε τελικά, γιατί πάμε να σκάσουμε από ασφυξία, «Εμείς είμαστε οι ξένοι».  Οταν κοιτάμε στους καθρέφτες μας ένα πράγμα βλέπουμε όλο κι όλο, το φίδι που τραβάει κατά τον σβέρκο μας, αλλά με λίγη ακόμα      προσπάθεια μπορούμε να δούμε εκείνο που είναι από πάνω του: έναν ουρανό που χασμουριέται βαριεστημένος από τους αρχιτέκτονες που το στολίζουν με όπλα και σημαίες.  Και τη νύχτα τον βλέπουμε να αναβοσβήνει, γεμάτος αστέρια που μας κοιτάνε με στοργή.  Βλέπουμε επίσης αυτό που υπάρχει πίσω από τον φιδίσιο τοίχο: στο γκέτο οι φρουροί, φοβισμένοι για το τι συμβαίνει πίσω από τους μικρούς τοίχους που μας έχουν απομείνει.  Τους βλέπουμε να λαδώνουν τα όπλα για να σκοτώσουν τον γρύπα που έχουν την εντύπωση ότι κρύβεται στο κοτέτσι μας.  Και δεν είναι δυνατόν να μη βάλουμε τα γέλια.

 

 

Ο εχθρός

 

Ημουν εκεί πριν έναν μήνα.  Πριν έναν χρόνο ήμουν εκεί.  Ημουνα πάντα εκεί λές και δεν ήμουνα αλλού πουθενά.  Το 1982 το ίδιο πράγμα μας συνέβη όπως μας συμβαίνει και σήμερα.  Είχαμε πολιορκηθεί και είχαμε σκοτωθεί και είχαμε πολεμήσει ενατίον της κόλασης που αντιμετωπίζαμε.  Οι απώλειες/οι μάρτυρες δεν μοιάζουν μεταξύ τους.  Ο καθένας τους έχει μια χαρακτηριστική σωματική διάπλαση και διαφορετικά χαρακτηριστικά του προσώπου, μάτια διαφορετικά και διαφορετικό όνομα και ηλικία.  Οι φονιάδες είναι αυτοί που φαίνονται όλοι το ίδιο.  Είναι μια ύπαρξη, που είναι διανεμημένη σε διαφορετικά σιδερένια αντικείμενα, που πατάει ηλεκτρονικά κουμπιά, που σκοτώνει κι εξαφανίζεται ύστερα.  Μας βλέπει αλλά εμείς δεν τον

βλέπουμε, όχι επειδή είναι ένα φάντασμα αλλά επειδή είναι η σιδερένια μάσκα μιας ιδέας – δίχως χαρακτηριστικά, δίχως μάτια, δίχως ηλικία, δίχως όνομα.  Είναι αυτός που διάλεξε να έχει ένα και μόνο όνομα: ο εχθρός.

Στην υγειά της χώρας μας

 

Στην υγειά της χώρας μας,

και είναι αυτή που είναι πιό κοντά στου θεού τον λόγο,

ένα ταβάνι σύννεφα

Στην υγειά της χώρας μας,

και είναι αυτή που είναι μακριά από των ουσιαστικών τα επίθετα,

ο χάρτης της απουσίας

Στην υγειά της χώρας μας,

και είναι αυτή που έιναι τόσο μικρή όσο κι ο σπόρος απ’ το σουσάμι,

ένας ουράνιος ορίζοντας … κι ένα χάσμα κρυφό

Στην υγειά της χώρας μας,

και είναι αυτή που την τριγυρίζουν λόφοι κατάσχιστοι,

η ενέδρα ενός νέου παρελθόντος

Στην υγειά της χώρας μας, και είναι το έπαθλο ενός πολέμου,

η ελευθερία να πεθαίνεις από τον καημό και απ’ τη φωτιά μέσα σου

και η χώρα μας, στην πιό αιματηρή της νύχτα,

είναι ένα πετράδι που αστράφτει μακριά, κι ακόμη μακρύτερα

και που φωτίζει κάθε τι που βρίσκεται έξω απ’ αυτή …

Οσο για μας, εντός της,

ασφυξιούμε όλο και πιό πολύ!

 

(Μετάφραση, από τα αγγλικά, Χρήστου Τσιάμη)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here