Μίλτος Σαχτούρης, Ανθή Λεούση, Ειρήνη Ρηνιώτη, Θωμάς Ιωάννου

0
436

 

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (1919-2005)

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΝΙΑΜΙΝ Δ’ ΑΡΚΟΖΙ

 

στον Νίκο Εγγονόπουλο

 

Ο Ιωάννης Βενιαμίν δ’ Αρκόζι που πέθανε –

“εν ζωή” – και αναστήθηκε μόλις νυχτώνει

κάθε βράδυ σφάζει τα κοπάδια οτυ – γίδια βόδια και

πρόβατα πολλά – πνίγει όλα τα πουλιά του αδιεάζει

τα ποτάμια του και πάνω στον κατάμαυρο σταυρό

που ’χει στημένο καταμεσίς στο δωμάτιό του

σταυρώνει την αγαπημένη του. Ύστερα κάθεται μπρος

στ’ ανοιχτό παράθυρο καπνίζοντας την πίπα του

φτωχός και δακρυσμένος και σκέφτεται νά ’χε

κι αυτός κοπάδια βόδια γίδια και πρόβατα πολλά

νά ’χε ποτάμια με γρήγορα ολοκάθαρα νερά

να θαύμαζε κι αυτός το φτερούγισμα των πουλιών

να χαίρονταν κι αυτός τη ζεστή ανάσα της γυναίκας.

 

 

ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ

 

Διαρρήχτες του ήλιου

δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι

δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα

δεν ξέρουν τι χρώμα έχει ο ουρανός

 

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι

δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν

παραμονεύουν

με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια

με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα

με τις πέτρες των δειλών στα χέρια

παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως

 

Να πεθάνουν

 

Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της

από το χρώμα του το κάθε λουλούδι

από το χάδι του το κάθε χέρι

απ’ τ’ ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί

 

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ (1948)

 

 

 

 

 

 

Η ΑΠΟΚΡΙΑ

 

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μέσ’ στους έρημους δρόμους

όπου δεν ανάπνεε κανείς

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει

έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

μια γυναίκα γονατισμένη

ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο

εν-δυο με παγωμένα δόντια

 

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι

αποκριάτικο

γεμάτο μίσος

το δέασν και το πέταξαν στη θάλασσα

μαχαιρωμένο

 

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά

ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (1952)

 

 

ΚΑΤΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ

 

Κάτι επικίνδυνα κομμάτια

χάος

είν’ η ψυχή μου

που έκοψε με τα δόντια του

ο Θεός

 

άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια

τα δείχνουν

τα πουλάνε

τ’ αγοράζουν

 

εγώ δεν τα πουλώ

 

οι άνθρωποι

τα κοιτάζουν

με ρωτάνε

άλλοι γελάνε

άλλοι προσπερνάνε

 

εγώ δεν τα πουλώ

 

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ (1960)

 

ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

 

Ο ένας να μιλάει για έναν Μάρτυρα

κι ο άλλος ν’ απαντάει για έναν ποντικό

 

Ο ένας να μιλάει για έναν Άγιο

κι ο άλλος ν’ απαντάει για έναν σκύλο

 

και είναι τότε που μέσα στη μαυρίλα

 

είδα τον Ποιητή  ο λ ο μ ό ν α χ ο

και γύρω του  ν α  λ ά μ π ε ι

τ ο   κ ε ν ό

 

ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ

μνήμη Γιώργου Μακρή

 

Έζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους

κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους

όμως η καρδιά μου ήταν πιο κοντά

στους άγριους άρρωστους με τα φτερά

στους μεγάλους απεριόριστους τρελούς

κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους

 

ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ (1971)

 

ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ

 

Όμως υπάρχουν ακόμα

λίγοι άνθρωποι

που δεν είναι κόλαση

η ζωή τους

 

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης

η Fraulein Ramser

και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες

οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

 

ψάξε καλά

βρες τους, Ποιητή!

κατάγραψέ τους προσεχτικά

γιατί όσο παν’ και λιγοστεύουν

 

λιγοστεύουν

 

ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)

 

 

 

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ

 

Στον Χρήστο Μπράβο             το ποίημα

κάθεσαι και το ξενυχτάς

σαν τον νεκρό

 

Στις δώδεκα και μισή

τη νύχτα

την ίδια ώρα και συγχρόνως

φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και

στο παράθυρό μου

ο Ντύλαν Τόμας μ’ ένα αναμμένο κόκκινο κερί

στο στόμα

 

νεκρός βέβαια

κι άγιος

και τρελός

όπως το έχω ξαναπεί

 

– Έλα αδερφέ, μου λέει, μαζί μου

σάπισες εδωπέρα

έλα στα βορεινά φαράγγια της πατρίδας μου

εδώ ζεις σ’ ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν

εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες

κι η πάπια δε γεννάει πια πάγο

γεννάει κόκκινο αυγό

 

Αυτά τα λίγα μου είπε ο μεγάλος ποιητής

όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου

αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου μου

μισός από τη μέση κι απάνω στο φως, έξω από το χορτάρι

μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι

κάτω απ’ το φως.

 

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΝΘΗ ΛΕΟΥΣΗ (1957)

 

Είναι ο άνεμος – στήνω αφτί –

μύριες σμιχτές φωλιές φιδιών

από ακοή πλασμένων –

τυφλά ακούοντας το φως –

(Τήνος Οφιούσα)

 

Ο ΘΕΪΣΤΗΣ

 

Χορτάτος κάρδαμο γαλάζιο –

γέρασε κάνοντας γήινες σκέψεις

 

ΓΗΙΝΟΣ

 

Στον ήσκιο της αμυγδαλιάς

της φορτωμένης ήλιο –

αναλογίζομαι –

με τι έρωτα βαρύ

το κάθε τι εγώ το έχω αγαπήσει –

με τί φίλημα – στόμα με χώμα –

 

Η ΓΕΝΝΗΣΗ

 

Γύρω στη σκοτεινή ταίστρα –

ώμοι θεόρατων βοσκών

 

ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΠΙΕΤΑ΄

 

Η κάθε σάρκα

απ’ τη θνητότητα βαριά και αργοκίνητη –

και παίρνοντας ανάσες στα βουνά

θα ανέβει στην πηγή της.

 

Η βιασύνη που ανυπομονεί εκεί

στις κνήμες και στους αστραγάλους

δείχνει ότι προετοιμάζονται

να γιορτάσουν.

 

ΑΛΠΕΙΣ

 

Σε θέρετρα γλυκογάλανα αχνά

η ανθρωπότητα κατευνασμένη –

 

ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

 

Από του Βαπτιστή το Άστρο –

 

Σπυρί-σπυρί στραγγίζει

το ρύζι του φωτός

πέφτει στο σκοτεινό πινάκιο

 

24 ΙΟΥΝΙΟΥ

 

Στριγγό ασώπαστο τζιτζίκι –

 

Μεγάλος ήλιος

και μικρός ο Θεριστής.

 

ΠΡΩΙΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Καθώς στρέφει η γη

και φέρνει το κρεββάτι σου

μέσα στο φως του ήλιου

ανοίγεις τα βλέφαρα στο έμψυχο γαλάζιο

που σε κοιτάζει από παντού

και που δεν δίνει έξοδο από τη ζωή –

κιόλας το σώμα ανασηκώνεται

ξεκούραστο σαν φλόγα.

 

ΓΡΑΦΗ

 

Η πρώτη ύλη σιωπηρά απαγορευμένη –

η γλώσσα του νοήματος απατηλά απλή –

και η παράλειψη – η πιο εκτεταμένη αυτή.

 

ΕΙΚΟΣΙ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΟΣΟ

 

Σαν να ’σουν, θάλασσα,

η ακριβή μου μοναχοκόρη

με γηροκομείς –

 

Ώστε εγώ που μες στην άσπλαχνη αιωνιότητα

έζησα και θα πεθάνω –

το μεσημέρι αυτό στο ιλαρό απλάδι σου

σφυρίζω σιγανά.

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΗΧΩ

 

Όλο το φως που είδαμε είδαμε

το καλοκαίρι – τώρα μεμιάς

σαν με σκληρή σαν πέτρα

κιμωλία του βουνού – γραμμένο.

 

ΚΑΤΑΣΤΙΧΟ

 

Δυο χρόνια για τους έρωτες

και στη φιλία το για-πάντα.

Στην εργασία μου τη ζωή

στο γυιο τον θάνατό μου.

Μένει κι εδώ ακόμα κάποιο υπόλοιπο:

Ας το τραβήξει ο Χορός –

μην το παγώσει ο φόβος.

 

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

 

Ποτιστική βροχή:

Αφουγκράζομαι

τι είναι η έμμονη στοργή.

 

ΠΑΛΙΝΩΔΙΑ

 

Είχα νοικιάσει τον ήσκιο ενός δέντρου εδώ,

τη θέση μιας καλής συνήθειας –

για να χαίρομαι τον ήλιο.

Και κατάντησα στη μικροψυχία αυτή:

Να έχω περί πολλού τη ζωή

και υπερβολικά να την αγαπήσω.

Ξεμάγευέ με καν εσύ, Στοχαστικέ αγέρα.

 

ΜΙΚΡΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ (2008)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΙΡΗΝΗ ΡΗΝΙΩΤΗ (1964)

 

Η ΑΝΘΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

 

35.

Γεννιέμαι – δεύτερη φορά – απ’ την αγάπη (άνω τελεία)

 

Έπειτα πάλι νύχτα

 

Έκλειψη σελήνης παιχνίδι σκιών (άνω τελεία)

 

Πέρα συστάδες πράσινο που ημερεύει

 

Αν  θυμηθείς να στρέψεις να κοιτάξεις

θ’ ακούσεις κελαηδίσματα πουλιών

μέσα στον τόσο θόρυβο της σκέψης

 

Αν θυμηθείς για μια στιγμή

 

θα υπάρξεις

 

Η ΑΝΘΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (2008)

 

ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ

 

6

Ας τον αποδεχτούμε το σεισμό

Κατεδαφίζει ό,τι νοσεί

 

Το σπίτι που αράχνιασε δίχως να καταλάβεις

Τον τοίχο που τον ρήμαξε η βροχή

Την εκκλησία χωρίς Χριστό

Τα προσωπεία που φόρεσες ν’ αρέσεις

Τα πρέπει που στοιχειώνουν την ψυχή

Τις λέξεις που αδειάσανε το νόημά τους

 

Ας τον υποδεχτούμε το σεισμό

Μας ξαναχτίζει

 

ΙΛΙΓΓΟΣ

 

2

Πορεύομαι

ανάμεσα σε πέτρες σε βραγιές

 

Κουβαλώ έναν κήπο στο στήθος

 

Με προκαλεί ο μόχθος των κήπων

 

Είναι που διψούν για νερό

πεινούν για ήλιο

απελπίζονται

ανασταίνονται

 

Από παιδί μεταφέρω χώμα στις τσέπες

να θυμάμαι από πού έρχομαι

πού τραβώ να θυμάμαι

 

ΙΛΙΓΓΟΣ (2011)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (1979)

 

ΠΑΡΑΛΥΣΗ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

 

Πασχίζεις

Να καθαρίσεις το πρόσωπό σου

Από τα βλέμματα των άλλων

 

Όμως αυτά παραμόρφωσαν

Τόσο την εικόνα σου

Που δε θυμάσαι πια

Πώς έβλεπες τον εαυτό σου

Τότε που τα μάτια σου

Αλλοιθώριζαν προς το αόρατο

 

Τώρα πια βλέπεις το πρόσωπό σου

Με τα μάτια τους

Και είναι αργά να αλλάξεις οπτική γωνία

Ή να αποκτήσεις ένα νέο πρόσωπο

 

Παρατηρώντας το βλέμμα τους

Πάνω στη ζωή σου

Παρέλυσε το δικό σου βλέμμα

Κι έμεινες να κοιτάς τον εαυτό σου

Μέσα από την κλειδαρότρυπα των άλλων

 

Άνθρωπος που δεν πίστεψε

Στα ίδια του τα μάτια

 

ΔΕΝ ΑΣΤΕΙΕΥΤΑΙ

 

Το παρόν συνωστίζεται γύρω μου

Με πιέζει με το ογκώδες σώμα του

Δε μ’ αφήνει στιγμή

Να πάρω ανάσα

 

Ορθώνεται σαν τείχος από εικόνες

Βραχυκυκλώνει την όρασή μου

Στερώντας μου κάθε δυνατότητα

Να δω σε βάθος χρόνου

 

Κι απ’ έξω απ’ το παρόν

Γυρνάει το μέλλον

Σαν άδικη κατάρα

 

Αυτό δεν αστειεύεται

Χτυπάει στο ψαχνό

 

 

 

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΑΚΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 

Παραλήπτης ενός δώρου

Που ακόμα δε μου επιτρέπεται

Να ανοίξω

 

Χρειάζεται να φτάσω στην ηλικία

Που θα μπορώ να αναλάβω τις ευθύνες  μου

Έναντι των παραλείψεων του Θεού

 

Στερημένος από ταχυδακτυλουργικά

Να ονειρεύομαι με ημερομηνία λήξεως

Δε βρίσκω ησυχία στις θέσεις των θεατών

 

Θα παραφυλάω

Να κοιμηθούν οι φύλακες

Να δοκιμάσω τον απαγορευμένο καρπό

 

Μια μέρα θα πάρω

Το παιχνιδάκι της ζωής

Στα χέρια μου

Και θα το σπάσω

 

ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15 (2011)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here