Μία ημέρα πριν το Booker – από τι εμπνέονται οι 6 φιναλίστ

0
266
Της Madeleine Thien, το επικρατέστερο κατά τον αγγλικό τύπο

Της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη.

Οι έξι συγγραφείς που είδαν τα ονόματά τους στη βραχεία λίστα των φετινών βραβείων Man Booker, εκμυστηρεύτηκαν στην εφημερίδα Guardian πώς τους ήρθε η ιδέα για τα συγκεκριμένα βιβλία. Η απονομή του βραβείου θα γίνει αύριο, 25/10.

 

Madeleine Thien, Μη Λες Πως Δεν Έχουμε Τίποτε (Granta)

Στο μυθιστόρημα της και φαβορί για το φετινό Man Booker, της Καναδής Madeleine Thien, μια νέα γυναίκα περιγράφει σε ένα δεκάχρονο κορίτσι που ζει με τη μητέρα του στο Vancouver του 1991 την ιστορία της οικογενείας της στην Κίνα της Επανάστασης.

Η συγγραφέας εξηγεί πως το βιβλίο αποτελεί ωδή στη μητέρας της που όλη της τη ζωή επιθυμούσε ένα οδοιπορικό στην Κίνα και πέθανε 3 μήνες πριν το πραγματοποιήσει με την κόρη της. Η Thien αποφάσισε να μην ακυρώσει το εισιτήριο της και έκανε μόνη της το ταξίδι που είχαν ονειρευτεί μαζί, χωρίς να μιλάει Μάνταριν ή να καταλαβαίνει πολλά πράγματα από τον κινεζικό τρόπο ζωής και επιστρέφοντας διαρκώς στην Κίνα πήρε ένα πολύτιμο μάθημα: πώς να απορροφά έναν τόπο με ταπεινότητα και πώς να ζει με τον εαυτό της. Για την Thien, η συγγραφή ενός μυθιστορήματος δεν είναι παρά η εξεύρεση εναλλακτικών τρόπος επιβίωσης, ενώ για το συγκεκριμένο βιβλίο,  οι Παραλλάγες Γκολντμπεργκ του Μπαχ αποτέλεσαν όχι μόνο μουσικό υπόβαθρο αλλά και υπόδειξη για το πώς οι δομικοί περιορισμοί- τα όρια της ελευθερίας-μπορούν να προάγουν την καλλιτεχνική δημιουργία και την ατομικότητα. Απώτερος στόχος της ήταν όχι να ζωντανέψει στοιχεία του εαυτού της ή της μητέρας της αλλά το φανταστικό και για πάντα ημιτελή κόσμο αναμεσά τους. Η ίδια παραδέχεται πως αν και το τέταρτο μυθιστορημά της είναι το πρώτο στο οποίο ένιωσε ελεύθερη και ατρόμητη.

 

David Szalay, Όσο είναι ο άνθρωπος (Jonathan Cape)

Σε αυτή τη συλλογή 9 ιστοριών με πρωταγωνιστές 9 άνδρες από διαφορετικές Ευρωπαϊκές χώρες και διαφορετικών ηλικιών, o συγγραφέας David Szalay (Καναδάς- Ηνωμένο Βασίλειο), παραδέχεται πως σκόπευε να γράψει ένα μη συμβατικό μυθιστόρημα, χωρίς να έχει συγκεκριμένη ιδέα για το τι ακριβώς επιθυμούσε μέχρι που τυχαίως, μετά από μια νουβέλα 30 σελίδων με τίτλο ‘Europa’ για μια Ουγγαρέζα πόρνη και τους μαστροπούς της που έγραψε το 2012, αποφάσισε πως ήθελε να δημιουργήσει ένα βιβλίο με ιστορίες που ως σύνολο θα εξέφραζαν πράγματα που η καθεμία μόνη της δε θα μπορούσε να εκφράσει.

Στην ιδέα της διαφορετικής εθνικότητας κάθε ήρωα πρόσθεσε τη διαφορετική ηλικία ( στην πρώτη ιστορία ο πρωταγωνιστής είναι έφηβος, στη δεύτερη λίγο μεγαλύτερος κ.ο.κ.). Στην αρχή υπήρχαν μόνο 7 ιστορίες, ως νεύμα στα 7 στάδια της ζωής του ανθρώπου του Σαίξπηρ, στη συνέχεια όμως πρόσθεσε άλλες 2 ιστορίες προκειμένου να γίνουν 3 για κάθε ηλικιακό στάδιο (νεότητα, ωριμότητα, γηρατεία).

 

Deborah Levy, Ζεστό Γάλα(Hamish Hamilton)

Το μυθιστόρημα της Βρετανής Deborah Levy διαδραματίζεται σε ένα ισπανικό ψαροχώρι όπου καταφθάνουν δυο γυναίκες, μια μάνα που πάσχει από μια άγνωστη ασθένεια και η κόρη της.

Η συγγραφέας εξηγεί πως επιθυμούσε να γράψει ένα μυθιστόρημα για τους υποχόνδριους και το πώς το σώμα μας μιλάει εκ μέρους μας. και επέλεξε την ισπανική Ριβιέρα επειδή της ήταν ένα γνώριμο μέρος. Η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο και η αφηγήτρια, η κόρη, γίνεται αυτόπτης μάρτυρας των καταβαραθρωμένων ονείρων και ελπίδων της μητέρας της, τρέμοντας πως αυτή είναι και η δική της μοίρα.

Το βασικό ερώτημα που διατρέχει το μυθιστόρημα προκύπτει από το μύθο της Μέδουσας υποβάλλοντας τρόπο τινά στη Σοφία, την αφηγήτρια, την εξής ερώτηση: τι είναι τόσο τερατώδες σε μια νέα γυναίκα που την αναγκάζει διαρκώς να ανέχεται τη βια με την οποία η κοινωνία την αντιλαμβάνεται και τι θα γινόταν αν αυτή η γυναίκα ανταπέδιδε το βλέμμα; Τι θα γινόταν αν εισήγαγε την υποκειμενικότητα της στον κόσμο αντί να παραβλέπει τα πάντα;

 

Paul Beatty, Το Ξεπούλημα (Oneworld)

Για τον Αμερικανό Paul Beatty το βιβλίο του αποτελεί ένα ξόρκι, μια μάταιη προσπάθεια να κατονομάσει και να λύσει την κατάρα του να ανήκεις στην εργατική τάξη και να είσαι μαύρος στο LA και, κατ’επέκταση, στην Αμερική.

Ο συγγραφέας αντλεί την έμπνευση του από μια διαδρομή που ακολουθεί κάθε φορά που επιστρέφει στο LA. Πρόκειται για 100 μίλια που διασχίζει πάντα νύχτα από τη Sunset Boulevard μέχρι την Εθνική Οδό Pacific Coast καθώς τον κατακλύζουν εικόνες που από τους πιθανούς εαυτούς που θα είχε διαμορφώσει αν δεν είχε εγκαταλείψει τη συγκεκριμένη πόλη καθώς και από τη μια και μοναδική καλή ανάμνηση που έχει από τον πατέρα του, να κάθεται 6 χρονών στην αγκαλιά του και να οδηγούν μαζί το αυτοκίνητό του και από την ανάγκη να αποκαλεί ‘σπίτι’ μια πόλη στην οποία νιώθει ξένος.

Στο ερώτημα αν θεωρεί τον εαυτό του παν-αφρικανιστή απαντά πως δε θεωρεί τον εαυτό του καν παν-paul beatt-στη.

 

Ottessa Moshfegh , Eileen (Jonathan Cape)

Η επίσης Αμερικανή Ottessa Moshfegh έχει επιλέξει για ηρωίδα στο μυθιστόρημα της την Eileen, μια φύλακα στις φυλακές ανηλίκων που γυρνώντας σπίτι φροντίζει τον αλκοoλικό πατέρα της.

Η συγγραφέας το 2011 μετακόμισε στο LA  γνώρισε ένα ντοκιμαντερίστα που έκανε ένα ντοκιμαντέρ για ανήλικους που έχουν καταδικαστεί σε ισόβια χωρίς αναστολή. Η ιστορία ενός εφήβου που σκότωσε τον πατέρα του επειδή τον κακοποιούσε σεξουαλικά επί χρόνια με τη συνενοχή της μητέρας του, στοίχειωσε τη Moshfegh που ξεκινώντας την έρευνα για το βιβλίο της ένιωσε επιτακτική την ανάγκη να απαντήσει στο ερώτημα αν μπορούμε να ξεφύγουμε από την ταυτότητα με την οποία γεννιόμαστε.

Οι πιθανές απαντήσεις την τρόμαζαν γιατί κατέρριπταν κάθε ψήγμα αλτρουισμού, αισιοδοξίας και ελπίδας. Καθώς επρόκειτο για το πρώτο της μυθιστόρημα ήθελε να έχει απήχηση τόσο σε όσους τη γνώριζαν ήδη για τα διηγήματα της όσο και στους αναγνώστες που βιαστικά  αγοράζουν ένα βιβλίο στο αεροδρόμιο και ακολούθησε την παραδοσιακή φόρμα ώστε να παίξει με τις προσδοκίες του αναγνώστη. Το βαθύτερο ερώτημα που στεγάζεται κάτω από τη συγκεκριμένη φόρμα είναι: « μπορείς να είσαι ελεύθερος μέσα στα όρια του συστήματος;” Ανακάλυψε πως όχι, οι περιορισμοί αυτοί όμως προάγουν την εφευρετικότητα. Επιπλέον επέλεξε τη σάτιρα ώστε να μπορέσει να ωθήσει την αφήγηση σε περίεργα άκρα.

 

Graeme Macrae Burnet, Το Αιματηρό του Έργο (Contraband)

Ο Βρετανός Graeme Macrae Burnet επίσης αντλεί έμπνευση από πραγματικά εγκλήματα, αν και κατά πολύ παλαιότερα. Συγκεκριμένα η περίπτωση του Γάλλου Pierre Riviere που το 1835 σκότωσε τη μητέρα του και τα αδέλφια του για να απαλλάξει τον πατέρα του από την τυραννία της μητέρας του και στη συνέχεια κατέγραψε αναλυτικά το περιστατικό, έκανε μεγάλη εντύπωση στον Burnet. Ένας χωρικός, ο Malcolm MacLeod, που το 1838 δολοφόνησε τη γυναίκα του και μετά, σε μια επιστολή ζητούσε έλεος από το θεό γιατί ήταν καταραμένος,αποτέλεσε άλλον έναν χαρακτήρα που τριβέλιζε το μυαλό του Burnet.

Γενικότερα τον απασχολούσε η ιδέα του ατόμου που είναι ικανό να διαπράξει τερατώδη βία αλλά ταυτόχρονα να γράψει με νηφαλιότητα για τις αποτρόπαιες πράξεις του. Η έρευνα τον οδήγησε στον όρο ‘μανία χωρίς παράνοια’ ή της ‘ηθικής τρέλας’, μια έννοια της εγκληματολογικής ψυχολογίας του 19ου αιώνα που περιγράφει ένα άτομο που καταλαμβάνεται από ‘μανιώδη παροξυσμό’ αλλά γενικά είναι λογικός. Έτσι γεννήθηκε ο ήρωας, ο Macrae, που το 1869, σκότωσε 3 συγχωριανούς του στο Wester Ross, στα Σκωτσέζικα Highlands, απ’όπου κατάγεται η μητέρα του συγγραφέα.

Ο Burnet θέτει στον εαυτό του δυο προκλήσεις: να περιγράφει με ζωντάνια το περιβάλλον του βιβλίου και να βυθίζεται στην ψυχολογία του ήρωα, δυο προκλήσεις στις οποίες απαντά με πολλή έρευνα και στις οποίες εκθέτει και τον αναγνώστη ο οποίος έχει στη διάθεσή του ορισμένα ‘ντοκουμέντα’ που τον αναγκάζουν να κάνει τον ντετέκτιβ αφού δεν υπηρετούν όλα την ίδια αλήθεια.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here