Λογοτεχνία και λογοτεχνική εκπαίδευση στην εποχή του Bookternet (του Γιάννη Βαγγελοκώστα)

0
1079

 

του Γιάννη Βαγγελοκώστα (*)
Υποψήφιος διδάκτορας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας ΑΠΘ

 

Αν οι όροι «Booktube», «Bookstagram», «Litblog», «Twitterature» –λεκτικά συμφύρματα που υποδεικνύουν την πολύμορφη παρουσία της λογοτεχνίας και του βιβλίου στο διαδίκτυο– σημαίνουν ελάχιστα ή απολύτως τίποτα για τους περισσότερους (χρήστες ή μη του διαδικτύου), για έναν όχι ευκαταφρόνητο και συνεχώς πολλαπλασιαζόμενο αριθμό μυημένων βιβλιόφιλων αποτελούν προνομιακούς χώρους άσκησης μεγάλου μέρους της αναγνωστικής τους δραστηριότητας. Αναρτήσεις για λογοτεχνικά ή περιλογοτεχνικά ζητήματα, συζητήσεις για βιβλία και συγγραφείς, εκτενείς κριτικές ή σύντομες αξιολογήσεις βιβλίων, λογοτεχνικά ανθολόγια και αφιερώματα κατακλύζουν τον εικονικό χώρο του παγκόσμιου ιστού, συγκροτώντας διαρκώς εξαπλούμενα και αλληλοπλεκόμενα δίκτυα ψηφιακών βιβλιοφιλικών κοινοτήτων, οι οποίες φιλοξενούνται σε όλες σχεδόν τις υφιστάμενες μορφές ιστότοπων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, από τα παραδοσιακά fora ως το αειθαλές Facebook και από τα πάλαι ποτέ δημοφιλή blogs ως το Goodreads, το κατεξοχήν βιβλιοφιλικό κοινωνικό δίκτυο που τείνει να γίνει το λογοτεχνικό αντίστοιχο του I(nternet) M(ovie) D(ata)b(ase). Την ίδια στιγμή, επίδοξοι συγγραφείς δοκιμάζουν τα κείμενά τους σε ψηφιακό περιβάλλον πριν προχωρήσουν στην έντυπη έκδοσή τους[i], ενώ άλλοι/ες, καταξιωμένοι/ες ή μη, χρησιμοποιούν το διαδίκτυο τόσο για να προβάλουν το εκδομένο λογοτεχνικό τους έργο όσο και για να επικοινωνήσουν με το αναγνωστικό τους κοινό. Με άλλα λόγια, η λεγόμενη «κουλτούρα της οθόνης», όπως έχει επισημανθεί πολλαπλώς και από τον σχετικό θεωρητικό λόγο, έχει επηρεάσει καταλυτικά και έχει μετασχηματίσει όλους τους κρίκους της αλυσίδας του λογοτεχνικού φαινομένου, από την παραγωγή και τη διακίνηση των κειμένων έως την ίδια την αναγνωστική πράξη και την ανταπόκριση, διευρύνοντας μάλιστα σημαντικά τους όρους και τα όρια έκφρασης της τελευταίας.

Οι παραπάνω επιταχυνόμενες διαδικασίες δεν λαμβάνουν χώρα σε ένα τεχνολογικά υπεραναπτυγμένο «αλλού» ούτε σε κάποια μακρινή βιβλιοφιλική ουτοπία αλλά (και) εντός των ορίων της ελληνικής διαδικτυακής βιβλιόσφαιρας. Παραδόξως, όμως, τις εξελίξεις αυτές φαίνεται πως παρακολουθούν από κάποια απόσταση –και ίσως με συγκρατημένη αμηχανία– δύο από τους θεσμούς που συνδέονται στενά με τη μελέτη και τη διάδοση του λογοτεχνικού φαινομένου. Αναφέρομαι τόσο στη σχολική εκπαίδευση όσο και στην ακαδημαϊκή φιλολογική έρευνα, τουλάχιστον αυτή που διεξάγεται στα φιλολογικά τμήματα των ελληνικών πανεπιστημίων. Οι λόγοι αυτής της στάσης –άλλοι προφανείς και άλλοι πιο σύνθετοι, άλλοι κοινοί και άλλοι ειδικοί για τον καθένα από τους δύο χώρους– προφανώς δεν δύνανται να αναζητηθούν στο παρόν κείμενο∙ ωστόσο, έχοντας κάποια εποπτεία του χώρου των λογοτεχνικών σπουδών, τολμώ να υποθέσω ότι μέρος αυτής της αμηχανίας πηγάζει αφενός από τη σύγχυση μπροστά στο «χάος» του (λογοτεχνικού) διαδικτύου σε συνδυασμό με την έλλειψη επαρκών χρηστικών ή ακόμη και μεθοδολογικών εργαλείων για τη μελέτη του και αφετέρου από την κυριαρχία –άλλοτε εύλογων και άλλοτε υπερβολικών– αμφιβολιών ή/και ενδεχόμενων προκαταλήψεων σχετικά με την ποιότητα του διαδικτυακού λογοτεχνικού υλικού[ii].

Τα προσκόμματα αυτά καταφέρνει να άρει αποτελεσματικά μια επιστημονική έκδοση της περασμένης χρονιάς, η οποία αξίζει να συγκεντρώσει μέγιστη προσοχή λόγω της ιδιαίτερης και πολλαπλής της σημασίας τόσο για τη φιλολογική έρευνα όσο και για τη λογοτεχνική εκπαίδευση. Πρόκειται για το βιβλίο της Σωτηρίας Καλασαρίδου Η λογοτεχνία στο διαδίκτυο: καταγραφή και διδακτική αξιοποίηση (Σαιξπηρικόν), που αποτελεί την εκδομένη μορφή της έρευνας που διεξήγαγε η συγγραφέας στο πλαίσιο του έργου «Υποτροφίες Αριστείας 2015» της Επιτροπής Ερευνών του Α.Π.Θ. Ο τίτλος υποδεικνύει εύγλωττα τη διπλή στοχοθεσία του εν λόγω πονήματος, η οποία αποτυπώνεται στη διαίρεσή του σε δύο διακριτά αλλά απολύτως συνδεόμενα μέρη: α) χαρτογράφηση του λογοτεχνικού διαδικτύου και κατάρτιση σχετικής βάσης δεδομένων και β) προτάσεις για την αξιοποίηση του συγκεντρωμένου υλικού στο πλαίσιο της διδασκαλίας του μαθήματος της λογοτεχνίας στο σχολείο. Έτσι, καταφέρνει να απευθυνθεί ταυτόχρονα σε δύο ειδικές ομάδες αναγνωστ(ρι)ών: α) ερευνητές/ριες των λογοτεχνικών σπουδών και β) εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ωστόσο, πέραν του ειδικού αναγνωστικού κοινού το βιβλίο θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο και σε κάθε βιβλιόφιλο/η χρήστη/ρια του διαδικτύου, λειτουργώντας ως ένας πλήρης και αξιόπιστος χάρτης για μια πιο εύκολη και συνάμα περιπετειώδη πλοήγηση των ναυτιλλομένων στον ψηφιακό λογοτεχνικό ωκεανό.

Η ανεκτίμητη αξία της εν λόγω μελέτης βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, κυρίως στο πρώτο της μέρος. Πριν όμως περάσω στον εκτενέστερο σχολιασμό του, οφείλω να σταθμεύσω στην εισαγωγή του βιβλίου, όπου η συγγραφέας εκθέτει και πλαισιώνει θεωρητικά τους ερευνητικούς της στόχους. Βασικές εννοιολογικές αρχές των Πολιτισμικών Σπουδών, της Κριτικής Παιδαγωγικής και του Κοινωνικού Εποικοδομισμού, στις οποίες η ερευνήτρια θα στηρίξει στη συνέχεια τα επιχειρήματά της σχετικά με την αναγκαιότητα της χρήσης ψηφιακών μέσων στη διδασκαλία της λογοτεχνίας, παρουσιάζονται με σαφή και ευσύνοπτο τρόπο, ώστε ο/η μη εξοικειωμένος/η αναγνώστης/ρια να κατατοπίζεται στοιχειωδώς χωρίς να χάνεται σε δύσβατα θεωρητικά μονοπάτια. Ταυτόχρονα, η συγκροτημένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη έκθεση των εν λόγω θεωρητικών προϋποθέσεων παρέχει ένα χρήσιμο έναυσμα για τον ερευνητή και την ερευνήτρια που ενδιαφέρονται να έρθουν σε μια πρώτη επαφή με τις παραπάνω σύγχρονες παιδαγωγικές –και όχι μόνο– θεωρίες.

Περνώντας στο πρώτο μέρος του βιβλίου, γινόμαστε αποδέκτες των ευρημάτων ενός πραγματικού ερευνητικού άθλου. Η συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τα μεθοδολογικά εργαλεία της εθνογραφίας του παγκόσμιου ιστού, και ειδικότερα αυτά της «εθνογραφίας των πολλαπλών ιστοτόπων» (multi-sited ethnography), έχει εντοπίσει και καταγράψει περισσότερους από 1100 ενεργούς δικτυακούς τόπους σχετικούς με τη λογοτεχνία, συγκροτώντας τη μεγαλύτερη και πληρέστερη, μέχρι στιγμής, βάση δεδομένων του ελληνικού λογοτεχνικού διαδικτύου[iii]. Η εν λόγω βάση –οι εγγραφές της εκτίθενται εν είδει καταλόγου στο παράρτημα του βιβλίου– συγκεντρώνει ποικίλων μορφών ιστότοπους (ιστοσελίδες, ιστολόγια, ψηφιοθήκες κ.ά.), το περιεχόμενο των οποίων καλύπτει όλες τις όψεις του λογοτεχνικού φαινομένου (παραγωγή κειμένων, κριτική, διδασκαλία κ.ά.)[iv]. Ακολούθως, η Καλασαρίδου ταξινομεί τα ευρήματα της έρευνας σε 5 μεγάλες ομάδες ιστότοπων με βάση το περιεχόμενό τους, ενώ προχωρά στην περαιτέρω υποδιαίρεση του υλικού σε 19 επιμέρους υποκατηγορίες για την αποτελεσματικότερη λειτουργικότητα της βάσης. Πιθανές –ομολογουμένως ελάχιστες– ενστάσεις σχετικά με αλληλεπικαλύψεις ή ενδεχόμενη σύγχυση γύρω από την ένταξη κάποιων ιστοσελίδων σε συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιολογούνται λόγω της πληθώρας και κυρίως της πολυμορφίας του υλικού, ωστόσο δεν αναιρούν τη σημασία του καταλόγου ως ενός πολύτιμου και απολύτως λειτουργικού ευρετηρίου τόσο για τον απλό περιηγητή όσο και για την ειδική ερευνήτρια του λογοτεχνικού διαδικτύου.

Έπειτα από μια σύντομη περιγραφή του περιεχομένου καθεμιάς από τις κατηγορίες της βάσης δεδομένων, επιχειρείται –σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ενότητες για τον/την ειδικό/ή αναγνώστη/ρια του βιβλίου– η ανάλυση και η ερμηνεία κάποιων βασικών ποσοτικών και ποιοτικών παραμέτρων των ευρημάτων. Έτσι, μέσα από την παρουσίαση και τη στατιστική επεξεργασία ορισμένων ποσοτικών στοιχείων καθεμιάς από τις κατηγορίες, καθώς και τη συσχέτιση συγκεκριμένων μεταβλητών  (έτος δημιουργίας ιστοσελίδας, ανανέωση περιεχομένου, σύνδεση με το Facebook), προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με τη φυσιογνωμία, τη βιωσιμότητα και τη διάχυση του ελληνικού λογοτεχνικού διαδικτύου, τα οποία με τη σειρά τους παρέχουν πλήθος ερεθισμάτων που μπορούν να γονιμοποιήσουν περαιτέρω διερευνήσεις του εν λόγω –ανεξερεύνητου εξάλλου– πεδίου.

Ακολούθως, στο δεύτερο μέρος αναπτύσσεται το έτερο σκέλος της στοχοθεσίας της μελέτης, η ανάδειξη των Νέων Τεχνολογιών (ή των ΤΠΕ κατά τη γνωστή στην εκπαιδευτική κοινότητα συντομογραφία), και ειδικότερα του διαδικτύου, ως απαραίτητων εργαλείων για τον εμπλουτισμό, την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στις δύο βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης. Η Καλασαρίδου, αρχικά, ενισχύει την επιχειρηματολογία της υπέρ της παιδαγωγικής διάστασης της αξιοποίησης ψηφιακών πηγών στη διδακτική πράξη συνδυάζοντας αποτελεσματικά τις σύγχρονες αναγνωστικές θεωρίες της λογοτεχνίας και τη διεθνή βιβλιογραφία για τον ψηφιακό γραμματισμό. Στη συνέχεια, παρουσιάζει συνοπτικά ενδεικτικές, διεθνείς και εγχώριες (Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας) έρευνες σχετικά με την αξιοποίηση των ΤΠΕ στη διδακτική διαδικασία μέσα σε συγκεκριμένα σχολικά περιβάλλοντα, τα πορίσματα των οποίων αναδεικνύουν τα μαθησιακά πλεονεκτήματα των εν λόγω διδακτικών πρακτικών. Αξιοποιώντας μάλιστα την προσωπική εμπειρία της συμμετοχής της στο σχετικό ερευνητικό πρόγραμμα του ΚΕΓ, προτείνει μια σειρά από διδακτικές πρακτικές -21 τον αριθμό- οι οποίες χρησιμοποιούν τη συγκροτηθείσα βάση δεδομένων ως θεμέλιο για την εφαρμογή τους.

Οι επόμενες, καταληκτικές σελίδες της μελέτης είναι αποκλειστικά αφιερωμένες στη διδακτική πράξη και φιλοδοξούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και εφαλτήριο για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση δημιουργικών διδακτικών εφαρμογών από εκπαιδευτικούς που επιθυμούν να ανανεώσουν τους τρόπους διδασκαλίας της λογοτεχνίας, να πυροδοτήσουν το ενδιαφέρον των μαθητών και των μαθητριών τους για το μάθημα αλλά και να τους/τις καταστήσουν, μέσα από την καλλιέργεια του πολυπόθητου «πολυγραμματισμού», οξυδερκείς αναγνώστ(ρι)ες ποικίλων πολυτροπικών κειμένων και παραγωγούς «νοημάτων» σύμφωνα με τις αρχές της Κριτικής Παιδαγωγικής των Μέσων (Critical Media Pedagogy). Με τη σφραγίδα της βαθιάς κατάρτισης στο πεδίο, η διδακτόρισσα Λογοτεχνικής Εκπαίδευσης του Α.Π.Θ. αναπτύσσει τρία ενδεικτικά διδακτικά σενάρια τα οποία αντιστοιχούν στους τρεις κύκλους της σχολικής εκπαίδευσης. Τα εν λόγω σενάρια, τα οποία αξιοποιούν υλικό από τη βάση δεδομένων, είναι σχεδιασμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να καταδεικνύονται οι ποικίλες δίοδοι μέσω των οποίων το μάθημα της λογοτεχνίας μπορεί να αναπλαισιωθεί στο ψηφιακό περιβάλλον. Ακόμη, διέπονται από αντιπροσωπευτικότητα, καθώς καλύπτουν και τα δύο βασικά λογοτεχνικά γένη (πεζογραφία και ποίηση), ενώ συνδυάζουν τη διδασκαλία βασικών λογοτεχνικών όρων και την εξοικείωση με το έργο σημαντικών συγγραφέων του σχολικού λογοτεχνικού κανόνα. Έτσι, το πρώτο σενάριο αφορά τη διδασκαλία των παραμυθιών στο Δημοτικό∙ το δεύτερο έχει ως κεντρικό άξονα την κατανόηση της αντίστιξης μεταξύ παραδοσιακής και μοντέρνας ποίησης από τους μαθητές και τις μαθήτριες του Γυμνασίου μέσα από την προσέγγιση του Κ. Π. Καβάφη και του Κ. Γ. Καρυωτάκη ως προδρόμων ποιητών του μοντερνισμού∙ το τρίτο σενάριο επικεντρώνεται στη διδασκαλία της ηθογραφίας και του ρεαλισμού στο Λύκειο μέσα από το έργο των Αλ. Παπαδιαμάντη, Γ. Μ. Βιζυηνού και Μ. Καραγάτση. Τέλος, τα τρία διδακτικά σενάρια χαρακτηρίζουν μια σειρά από σημαντικά πλεονεκτήματα: αναλυτική ανάπτυξη, σαφής και εύληπτη δομή και –το κυριότερο– ευελιξία και προσαρμοστικότητα ανάλογα με τις ανάγκες της τάξης του/της κάθε εκπαιδευτικού, γεγονός που προκύπτει άλλωστε από τις πολλαπλές και πολυποίκιλες δυνατότητες που παρέχει η ίδια η βάση δεδομένων για τη δημιουργία ανυπολόγιστου αριθμού διαφορετικών διδακτικών σεναρίων.

Η πρωτότυπη μελέτη της Καλασαρίδου ολοκληρώνεται με έναν επίλογο εν είδει συμπερασμάτων, όπου γίνεται η απαραίτητη σύνοψη των βασικών σημείων της έρευνας, ενώ προστίθεται μια σημαντική επισήμανση για τους/τις εκπαιδευτικούς∙ απαριθμούνται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η αξιοποίηση του διαδικτύου στη σχολική τάξη μπορεί να αποβεί πραγματικά αποτελεσματική για την ανανέωση της διδασκαλίας της λογοτεχνίας. Τη μελέτη συμπληρώνει η παράθεση επαρκούς, ξενόγλωσσης και ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας, ενώ ακολουθεί πολυσέλιδο παράρτημα με τους τίτλους και τους συνδέσμους των ιστότοπων της βάσης δεδομένων ανά κατηγορία, όπως προαναφέρθηκε.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση της ανα χείρας πολυσήμαντης μελέτης, θα επιστρέψω στις αρχικές μου παρατηρήσεις σχετικά με την αναντιστοιχία μεταξύ της συνεχόμενης διεύρυνσης του «βιβλιοδικτύου» –για να προτείνω μια πρόχειρη απόδοση στα ελληνικά της πορτμαντό λέξης που χρησιμοποίησα στον τίτλο αυτού του κειμένου– και του πενιχρού ενδιαφέροντος που επιδεικνύει ως προς τη μελέτη του η ακαδημαϊκή φιλολογία. Η τελευταία είναι καιρός να επανεξετάσει τα στερεότυπα που ενδεχομένως συνοδεύουν τους δισταγμούς της, ανταποκρινόμενη ουσιαστικά στις προκλήσεις που θέτουν οι Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες (Digital Humanities). Ειδικότερα, η νέα «ψηφιακή φιλολογία» χρειάζεται να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο και τους στόχους της καθώς και να διευρύνει το ερευνητικό της πεδίο, αναλαμβάνοντας το έργο της συνεχούς εξερεύνησης, χαρτογράφησης και σε βάθος μελέτης του ταχέως εξελισσόμενου διαδικτυακού λογοτεχνικού σύμπαντος. Ενδεικτικά πεδία εργασίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν η καταγραφή και η κριτική αποτίμηση του παραγόμενου στο διαδίκτυο λογοτεχνικού και κριτικού λόγου, η έρευνα των διαδικτυακών αναγνωστικών συμπεριφορών υπό το φως της κοινωνιολογίας της λογοτεχνίας, καθώς και η μελέτη της πρόσληψης τόσο παλαιότερων όσο και σύγχρονων συγγραφέων και λογοτεχνικών κειμένων στο πλαίσιο των ποικίλων ψηφιακών αναγνωστικών κοινοτήτων. Η δουλειά της Καλασαρίδου αποτελεί ένα μέγιστης σημασίας βήμα προς αυτές τις κατευθύνσεις∙ πολύ περισσότερο, ένα έργο αναφοράς για τους/τις (ψηφιακούς/ές) νεοελληνιστές και νεοελληνίστριες που θα καταπιαστούν με τα παραπάνω ερευνητικά πεδία.

info: [Σωτηρία Καλασαρίδου, Η λογοτεχνία στο διαδίκτυο: καταγραφή και διδακτική αξιοποίηση, Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2017]

(*) Ο Γιάννης Βαγγελοκώστας είναι υποψήφιος διδάκτορας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας ΑΠΘ

 

[i] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μία από τις απρόσμενες εκδοτικές επιτυχίες της περασμένης χρονιάς, οι Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη, που είδαν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας ως φεϊσμπουκικές αναρτήσεις. Η συλλογή διηγημάτων μάλιστα φιγουράρισε στις μικρές λίστες των φετινών Βραβείων του Αναγνώστη στην κατηγορία των «Πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων».

[ii] Δεν αναφέρομαι γενικά στην αξιοποίηση ψηφιακών μέσων για τον εκσυγχρονισμό της παραδοσιακής φιλολογικής έρευνας, πεδίο στο οποίο η ακαδημαϊκή φιλολογία επέδειξε ταχύτατα τεχνολογικά αντανακλαστικά (δημιουργία αποθετηρίων και ψηφιοθηκών, ψηφιοποίηση παλαιότερων εκδόσεων και περιοδικών κ.ά.), αλλά κυρίως στο έργο της καταγραφής, της μελέτης και της αποτίμησης του πρωτότυπου λογοτεχνικού και κριτικού λόγου που παράγεται στο διαδίκτυο.

[iii] Η έρευνα της Καλασαρίδου πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του 2016. Μια παλαιότερη χαρτογράφηση της λογοτεχνίας στο διαδίκτυο, η οποία όμως είναι ενημερωμένη έως το καλοκαίρι του 2010, είχε εκπονηθεί από ομάδα εργασίας με επιστημονικό υπεύθυνο τον Τάκη Καγιαλή και είναι αναρτημένη στον ιστότοπο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας (http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/guides/net/greek/index.html).

[iv] Ο κατάλογος είναι διαθέσιμος και σε ψηφιακό περιβάλλον με ελεύθερη πρόσβαση στην ιστοσελίδα http://www.datalitedu.web.auth.gr/. Αξίζει να σημειωθεί ότι η βάση δεδομένων ενημερώνεται από την ερευνήτρια σε περιοδική βάση με νέες καταχωρίσεις (4 ανανεώσεις μέχρι σήμερα), ενώ μπορεί κανείς να παρακολουθεί αυτές τις ενημερώσεις στη σελίδα Η Λογοτεχνία στο Διαδίκτυο: Ανάγνωση και εκπαίδευση στο Facebook.

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here