“Κ. Π. Καβάφης: Η οικονομία του ερωτισμού” (της Ελένης Πολίτου-Μαρμαρινού)

0
720
Σκίτσο του Ντ.Χόκνει εμπνευσμένο από τον Καβάφη

 

της Ελένης Πολίτου-Μαρμαρινού (*)

 

 

Ο Παναγιώτης Ροϊλός, απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικά της  κατεύθυνσης  Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, είναι καθηγητής Συγκριτικής Φιλολογίας και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ όπου κατέχει την έδρα «Γιώργος Σεφέρης».

Το βιβλίου του Κ. Π. Καβάφης: Η οικονομία του ερωτισμού που κυκλοφόρησε από την Εστία αποτελεί την ελληνική έκδοση, σε μετάφραση Αθανάσιου Κατσικερού, της μελέτης του C. P. Cavafy, The economics of Metonymy, η οποία είχε εκδοθεί το 2009 στη σειρά «Traditions» των εκδόσεων του Πανεπιστημίου του  Illinois.  Ο ελληνικός υπότιτλος Η οικονομία του ερωτισμού έναντι του υπότιτλου The economics of Metonymy (Η οικονομία της μετωνυμίας) του αγγλικού πρωτοτύπου κατά την άποψή μου αδικεί το εύρος της εμβέλειας του βιβλίου, γιατί η προσφορά του στην περιγραφή και ανάλυση της καβαφικής ποίησης δεν περιορίζεται στην ερωτική της πλευρά, όπως αφήνει να εννοηθεί ο ελληνικός υπότιτλος, αλλά την υπερβαίνει κατά πολύ. Ελπίζω πως αυτό θα φανεί με όσα ακολουθούν.

Ο Ροϊλός προσεγγίζει την καβαφική ποίηση χρησιμοποιώντας ως κριτικά και ερμηνευτικά κλειδιά τους όρους μετωνυμία και οικονομία. Για τους σημερινούς αναγνώστες και μάλιστα τους σημερινούς Έλληνες αναγνώστες ο μεν όρος οικονομία δεν πρέπει να παρουσιάζει προβλήματα κατανόησης του σημασιολογικού περιεχομένου του, για τις σημασίες όμως του όρου μετωνυμία δεν είναι ίσως άσκοπη κάποια υπενθύμιση.

Η μετωνυμία, λοιπόν,  όπως την ορίζουν τα λεξικά, είναι «σχήμα λόγου, κατά το οποίο αντί για τη λέξη που απαιτείται χρησιμοποιείται άλλη, με την οποία υπάρχει στενή σημασιολογική σχέση». Χρησιμοποιείται, π. χ. το περιέχον αντί για το περιεχόμενο (έφαγε πέντε πιάτα, ήπιαμε δυο-τρία ποτήρια), η έδρα αντί για τον θεσμό (Η Αθήνα σε πλήρη συμφωνία με τις Βρυξέλες), ο δημιουργός αντί για το έργο (έχει διαβάσει όλον τον Αριστοτέλη), το μέρος αντί για το όλο ή και αντίστροφα (εξασφάλισε κεραμίδι για την οικογένειά του) κ. ά. Η μετωνυμία βασίζεται στην εγγύτητα, στη γειτνίαση, όπως λένε οι γλωσσολόγοι. Η ιδιότητα αυτή κάνει τις μετωνυμίες να μοιάζουν πιο φυσικές και πιο εύκολες στην κατανόησή τους από τις μεταφορές.

Η μεταφορά, αντίθετα από την μετωνυμία, απαιτεί μια μετακίνηση του αναγνώστη κάπου αλλού, πέρα από τα κυριολεκτικώς λεγόμενα, μια «μεταφορά» του με την φαντασία σε μιαν άλλη ελάχιστα ή και καθόλου γνωστή από την κοινή εμπειρία πραγματικότητα. Το γεγονός αυτό κάνει την αποκρυπτογράφηση των μεταφορών δύσκολη συνήθως υπόθεση για τον αναγνώστη της ποίησης, γιατί τί ακριβώς σημαίνουν όχι μόνον οι ζωντανές μεταφορές της μοντέρνας ποίησης (π.χ. Σεφέρης: Ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτα∙ Ρίτσος: η κωδωνοκρουσία του φωτός∙ Ελύτης: η μουσική αθέατη μέσα μας) αλλά ακόμη και οι μεταφορές που απαντούν σε μια πιο παραδοσιακή έμμετρη ποίηση; Π.χ. Παλαμάς: μέσα μου καημός ξανθός λόγια ξανθά γυρεύει∙  Γρυπάρης:  μέσ’ στης ψυχής τις άσπρες καταχνιές / κάτι θολά φαντάσματα περνούνε∙ Λαπαθιώτης: ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο).

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον από τους γλωσσολόγους φορμαλιστές με πρώτον τον Γιάκομπσον και την περίφημη διάκρισή του μεταξύ μετωνυμίας και μεταφοράς ως τους πιο σύγχρονους θεωρητικούς των δύο βασικών λογοτεχνικών γενών, (ποίηση/πεζογραφία), η μεν μετωνυμία θεωρήθηκε ότι χαρακτηρίζει την μυθοπλαστική αφηγηματική πεζογραφία, με την έννοια ότι κάθε απόπειρα αναπαράστασης της πραγματικότητας συνεπάγεται την μετωνυμία αφού προϋποθέτει επιλογή ενός μέρους αντί του όλου, ενώ η μεταφορά θεωρήθηκε ότι προσιδιάζει στην μετά τον Ρομαντισμό λυρική ποίηση, με την έννοια ότι αποκαλύπτει μιαν άλλη, υποκειμενική, άγνωστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό και ως προς την αναφορικότητα του ποιητικού κειμένου, η ποίηση έχει χαρακτηριστεί «συνεχής και γενικευμένη μεταφορά»[1], ενώ η ίδια η μεταφορά, ως σχήμα, δείγμα της γλωσσικής δημιουργικότητας του ποιητή και αποκρυστάλλωση της «συγχωνευτικής, συναιρετικής του ικανότητας»,[2] έχει οριστεί και ως «ποίημα σε μικρογραφία».[3]

Στο πρώτο, λοιπόν, κεφάλαιο της μελέτης του με τον τίτλο «Η ποιητικότητα σε κρίση; Μεταξύ μεταφοράς και μετωνυμίας» (σ. 23-80) ο Παναγιώτης Ροϊλός παρακολουθεί συστηματικά την βαθμιαία μετακίνηση του πρώιμου Καβάφη από μεταφορικούς εκφραστικούς τρόπους εγκατεστημένους και οικείους στην ποίηση από την παράδοση του Ρομαντισμού, προς εκφραστικούς τρόπους μετωνυμικούς υπεύθυνους για το πεζολογικό ύφος της καβαφικής ποίησης και τον χαρακτηρισμό του καβαφικού ποιητικού λόγου ως «μη ποιητικού» ή και «αντιποιητικού».  Μεγάλη,  ωστόσο, είναι και η σημασία του κεφαλαίου αυτού, γιατί μελετά για πρώτη φορά συστηματικά μια αγνοημένη από τις καβαφικές σπουδές περίοδο της καβαφικής ποίησης, τη δεκαετία του 1890, που ο Ροϊλός χαρακτηρίζει ως κατ’ εξοχήν αλληγορική. Η περίοδος αυτή, μεταβατική της καβαφικής ποιητικής ανάμεσα στην πρώιμη μεταφορική/ποιητική-ρομαντική και την ώριμη μετωνυμική/πεζολογική-ρεαλιστική, εγκαινιάζεται εμφατικά με το ποίημα «Αλληλουχία κατά τον Βωδελαίρον» (1891) και τελειώνει με τη δημοσίευση του ποιήματος «Κεριά» (1899).

Στο δεύτερο κεφάλαιο με τον τίτλο «Μετωνυμίες» (σ. 81-166) η έμφαση δίνεται στη σημασία των μετωνυμικών τροπισμών που διατρέχουν την δημιουργία του ώριμου Καβάφη. Εδώ  ο Ροϊλός ξεκινάει από την γενεαλογία του Έρωτος όπως παρουσιάζεται στο πλατωνικό Συμπόσιο, όπου ο Έρως, γιος του Πόρου και της Πενίας, ζει σε διαρκή έλλειψη και ένδεια, ως γιος της Πενίας, αλλά και ως γιος του Πόρου εξευρίσκει τρόπους να ικανοποιεί την έλλειψη αυτή. Ως αποτέλεσμα, ο πλατωνικός Έρως, συνδεδεμένος με τον ομοφυλοφιλικό έρωτα,  ζει συνεχώς σε μια μεταιχμιακή κατάσταση μεταξύ επιθυμίας και ικανοποίησης, νοούμενος ως επιθυμία για ένα αντικείμενο που τελεί πάντοτε εν απουσία. Η πλατωνικής αφετηρίας σύλληψη της έννοιας της επιθυμίας εξετάζεται στη συνέχεια από τον Ροϊλό στο πλαίσιο της λακανικής ψυχαναλυτικής θεωρίας. Σε αυτήν, όπως σημειώνει, «η επιθυμία έχει τη μορφή μιας θεμελιώδους ενορμητικής δύναμης – όχι αναγκαστικά ή πρωτίστως σεξουαλικής ή ερωτικής – που αντιτίθεται στην ενόρμηση του θανάτου». Διευκρινίζει ότι η επιθυμία στον Λακάν «είναι μία δύναμη που δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί πλήρως και ως εκ τούτου συντηρείται διαρκώς από μία κινητήρια έλλειψη. Αν στον Πλάτωνα το επιθυμητό μεταφυσικό τέλος της ερωτικής ανέλιξης είναι η επίτευξη του απόλυτου καλού (υπερβατικού κάλλους), στον Λακάν το απόλυτο αντικείμενο της επιθυμίας είναι ο φύσει ανέφικτος συμβολικός Άλλος» (σ. 117-118).

Αυτή η σύλληψη της επιθυμίας ως «συνταγματικής ακολουθίας περιπτώσεων ατελούς ικανοποίησης» επιτρέπει στον Λακάν τον παραλληλισμό της με το σχήμα της μετωνυμίας, καθώς και ο μετωνυμικός λόγος δομείται ως σειρά ατελών σημασιοδοτήσεων, χαρακτηρίζεται από διαρκή έλλειψη και απουσία ενός ικανοποιητικού όλου, προσφέρει πάντα κάτι λιγότερο ή μικρότερο από ένα πλήρες σύνολο (το μέρος αντί του όλου, το περιέχον αντί του περιεχομένου κλπ). Δεχόμενος, λοιπόν, ο Παναγιώτης Ροϊλός την λακανική θέση ότι η επιθυμία αρθρώνεται ως αέναα αυτοαναπαραγόμενη μετωνυμική αλυσίδα (εδώ, βέβαια, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι ο ορισμός του Λακάν «Η επιθυμία είναι μετωνυμία» γίνεται μέσω μιας μεταφοράς!), προχωρεί πλέον στην υπογράμμιση της σημασίας που έχουν οι μετωνυμικοί τροπισμοί σε όλο το εύρος της καβαφικής ποίησης.

Οι αναλύσεις του πραγματοποιούνται με βάση πάρα πολλά ποιήματα («Η πόλις», «Στον ίδιο χώρο», «Κάτω από το σπίτι», «Στην εκκλησία», «Από υαλί χρωματιστό», «Έτσι», «Των Εβραίων (50 μ. Χ.), «Ιωνικόν», «Εν πόλει της Οσροηνής», «Τυανεύς γλύπτης», «Απιστία», «Ομνύει», «Εν απογνώσει», «Ιασή τάφος», «Στου καφενείου την είσοδο», «Αλεξανδρινοί βασιλείς», «Οροφέρνης», «Έτσι πολύ ατένισα», «Ο καθρέπτης στην είσοδο», «Νόησις», «Λάνη τάφος» κ. ά.) και προσφέρουν ερμηνείες που επεξηγούν διάφορες πλευρές της καβαφικής ποίησης (ποιήματα ιστορικά, φιλοσοφικά) και όχι μόνο της ομοερωτικής. Βέβαια, αυτή η πλευρά της καβαφικής ποίησης, τοποθετούμενη μάλιστα στο οικείο στον Καβάφη πολιτισμικό πλαίσιο του ευρωπαϊκού αισθητισμού και την επαν-ανακάλυψη του πλατωνικού έρωτα στην Αγγλία των τελών του 19ου αιώνα, όπως είναι φυσικό προσφέρεται ιδιαίτερα για τη ανάλυσή της με όρους μετωνυμικούς, στο βαθμό που ο ποιητικός μετωνυμικός λόγος της έχει την δυνατότητα να μην μιλά με σαφήνεια, να μην αποκαλύπτει πλήρως αλλά να μισοδείχνει.

Οι με αυτόν τον φιλοσοφικο – ψυχαναλυτικό/λακανικό τρόπο νοούμενοι μετωνυμικοί τροπισμοί ερμηνεύουν πλέον και χαρακτηριστικές πλευρές της συνολικής καβαφικής ποιητικής, όπως είναι η κατάσταση μεταιχμίου μεταξύ διαφόρων ορίων (γλωσσικών, ιστορικών, λογοτεχνικών κ. ά.), η αποσπασματικότητα, η θραυσματικότητα, η έμφαση στο προσωρινό και το εφήμερο, η αποσιώπηση, η τυχαιότητα, η ειρωνεία, η ερμηνευτική απορία. Η από τον Ροϊλό, λοιπόν, διευρυμένη, εμπλουτισμένη και εξακτινούμενη σε πολλαπλά πολιτισμικά και θεωρητικά πεδία έννοια της μετωνυμίας αποδεικνύεται ισχυρό ερμηνευτικό κλειδί της καβαφικής ποίησης στο σύνολό της και σημαντικό περιγραφικό μοντέλο της καβαφικής ποιητικής και αυτής στο σύνολό της και ως προς βασικά και ειδοποιά της χαρακτηριστικά. Αυτήν ακριβώς την προσφορά της μελέτης στις καβαφικές σπουδές είχα κατά νουν, όταν σημείωσα στην αρχή ότι ο ελληνικός υπότιτλος  Η οικονομία του ερωτισμού αδικεί το εύρος της εμβέλειας του βιβλίου.

Παρουσιάζω  κατ’ ανάγκην συνοπτικά αυτό που ο Ροϊλός ονομάζει «Η οικονομία της μετωνυμίας» («Η οικονομία του ερωτισμού» στην ελληνική έκδοση), θέμα που πραγματεύεται στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του (σ. 167-325). Υπογραμμίζεται κατ’ αρχάς το ενδιαφέρον του Καβάφη γενικά για την  οικονομία ήδη από την δεκαετία του 1890, αφού ποιήματά του της δεκαετίας αυτής, ορισμένα αδημοσίευτα, είτε πραγματεύονται οικονομικά ζητήματα είτε διερευνούν τις τεράστιες επιπτώσεις που έχουν στις διαπροσωπικές σχέσεις οι οικονομικές συναλλαγές και οι συναλλακτικές πρακτικές. Κυρίως, όμως, με αναλύσεις πολλών ποιημάτων όχι μόνον του κανόνα αλλά και αποκηρυγμένων και κρυμμένων και με την επικουρία πεζών καβαφικών κειμένων, ο Ροϊλός δείχνει ότι ο Καβάφης σταδιακά μετακινείται προς μιαν επίμονη διερεύνηση της σχέσης της οικονομίας αφενός με την καλλιτεχνική παραγωγή και αφετέρου με την ερωτική επιθυμία.

Ως προς τη σχέση της οικονομίας με την τέχνη ο Ροϊλός τεκμηριώνει την άποψη ότι ο Καβάφης προβληματίστηκε και μάλιστα νωρίς για την επίδραση «θεσμισμένων πρακτικών της οικονομίας της αγοράς» στην παραγωγή και την κυκλοφορία των καλλιτεχνικών και των λογοτεχνικών, κυρίως, έργων, ότι υποστήριζε το δόγμα της απόλυτης αδιαφορίας του καλλιτέχνη έναντι της οικονομίας της αγοράς  και ειδικά έναντι του ακρογωνιαίου λίθου της που είναι η εξάρτηση της παραγωγής από τη ζήτηση και ότι προκρίνει, ακόμη και με τον ιδιάζοντα,  αντι-οικονομικό τρόπο διακίνησης του έργου του, τον αυθεντικό, μη κίβδηλο καλλιτέχνη που επενδύει χρόνο, ενέργεια και αγαθά στην τέχνη του, δηλαδή σε μια παραγωγή χωρίς άμεση πρακτική αξία χρήσης. Αφθονούν και εδώ αναλύσεις ποιημάτων αλλά και δοκιμίων και άλλων καβαφικών πεζών κειμένων («Τα Πλοία», «Περί των επί μισθώ συνόντων», «Ολίγαι σελίδες περί των Σοφιστών», «Η Συνοδεία του Διονύσου», «Ο Δαρείος», «Του Μαγαζιού» κ. ά.)

Από την οικονομία της τέχνης ο Ροϊλός περνά στη διερεύνηση της οικονομίας της επιθυμίας στον Καβάφη. Με όρους και πάλι αντιτιθέμενους σε βασικές αρχές της καπιταλιστικής οικονομίας (κέρδος, όφελος, παραγωγικότητα, ανταλλαξιμότητα) ο Καβάφης προκρίνει την «αντι-οικονομία της απόλαυσης», την οποία ο Ροϊλός ορίζει ως «αυτοανάλωση και παράδοση μέχρις εξαντλήσεως του επιθυμούντος εαυτού στην έστω και στιγμιαία και αποσπασματική απόλαυση». Ο μετωνυμικός λόγος επιστρατεύεται και πάλι για να σημασιοδοτήσει όχι μια ρεαλιστική περιγραφή του τι συμβαίνει στην πραγματικότητα στον χώρο της οικονομίας της επιθυμίας και του έρωτα αλλά, αντίθετα, για να εκφράσει μιαν ανορθόδοξη ερωτική «αντι-οικονομία», αυτήν που αντί για τα καθιερωμένα αγοραία πρότυπα παραγωγικότητας, ωφελιμότητας και κέρδους προβάλλει την τυχαιότητα, την ρευστότητα, την (αυτό)ανάλωση και την στιγμιαία κατανάλωση της απόλαυσης. Ανάμεσα σε άλλα αναλύονται λεπτομερέστερα τα ποιήματα «Στου καφενείου την είσοδο», «Μια νύχτα», «Εν τη οδώ», «Απ’ τες εννιά –», «Να μείνει». «Η προθήκη του Καπνοπωλείου», «Ρωτούσε για την ποιότητα –».

Με την εργασία του αυτή ο Παναγιώτης Ροϊλός αποδεικνύεται όχι μόνο βαθύς μελετητής και γνώστης του καβαφικού έργου αλλά και δεινός συγκριτολόγος με τις διαρκείς και διαφωτιστικές συγκρίσεις ανάμεσα στον Καβάφη και εξέχουσες φυσιογνωμίες της σύγχρονής του ευρωπαϊκής ποίησης και διανόησης γενικότερα. Παράλληλα αξιοποιεί ευρύτατη σημερινή θεωρητική και κριτική βιβλιογραφία με τρόπο που ανοίγει διαύλους διεπιστημονικής συνεργασίας ανάμεσα   στην μελέτη της λογοτεχνίας και άλλα πεδία των ανθρωπιστικών επιστημών − προς όφελος πάντοτε της κατανόησης και της ερμηνείας του καβαφικού έργου.

Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι και στο βιβλίο αυτό, όπως και σε κάθε άλλο, δεν υπάρχουν κάποια σημεία, ελάχιστα ευτυχώς, για τα οποία θα μπορούσαν να    εγερθούν ορισμένες αντιρρήσεις. Μπορεί λοιπόν να πει κανείς ότι ο Ροϊλός αναφερόμενος στη σχέση Παλαμά-Καβάφη αδικεί και τους δύο ποιητές (και σε τελευταία ανάλυση και τον εαυτό του!), όταν τοποθετεί τη σχέση αυτή μέσα σε ένα βολικής σχηματοποίησης πλαίσιο και την ερμηνεύει βάσει αυτού. Έτσι, μιλάει με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο για αντιπαλότητα και ανταγωνισμό ανάμεσα στον Παλαμά και τον Καβάφη, ονομάζει τον Παλαμά «βασικό λογοτεχνικό αντίζηλο» του Καβάφη και, ως ψυχογνώστης, ερμηνεύει την «πιο μεροληπτική» παλαμική παρουσίαση της ποιητικότητας του Καβάφη από την αγωνία του Παλαμά για την επερχόμενη «απειλητική λήθη» και τον «κρυφό τρόμο του μπροστά στη νέα σχολή της ελληνικής ποίησης» (σ. 25-28). Μπορεί, λοιπόν, με όλα αυτά να δημιουργεί ένα εντυπωσιακό «πεδίο συγκρούσεων», όπου σύμφωνα και με τον Bourdieu αντιμάχονται πολιτισμικοί παράγοντες, αλλά δεν φαίνεται να σταθμίζει αρκετά τα πραγματικά γραμματολογικά δεδομένα, ότι δηλαδή και οι δύο ποιητές (και μάλιστα ο πολυγραφότατος και μαχητικότατος αναφορικά με ζητήματα λογοτεχνικής αξίας και αισθητικής Παλαμάς) μίλησαν ελάχιστα και πολύ προσεκτικά ο ένας για τον άλλον και ότι εν πάση περιπτώσει αυτές οι λιγοστές αμοιβαίες τοποθετήσεις τους, καθώς έχουν διασωθεί κυρίως διαμεσολαβημένες από τρίτους (του περιβάλλοντός τους ή δημοσιογράφους), δεν μπορούν να θεωρηθούν απολύτως αξιόπιστες.

Οι τελευταίες αυτές παρατηρήσεις μου για το θέμα Παλαμάς-Καβάφης δεν είναι δυνατόν να μειώσουν έστω και στο ελάχιστο την σημασία, το ενδιαφέρον και την πολλαπλή πρωτοτυπία της μελέτης του Παναγιώτη Ροϊλού για τον Καβάφη. Ο αναγνώστης της αντιλαμβάνεται πλήρως, γιατί και πώς ο Καβάφης, ποιητής που ασχολείται με θέματα ιστορικά, ιδεολογικά, ερωτικά, ηθικά, τα οποία ανθίστανται σε καθεστηκυίες αξίες και ιεραρχήσεις, βρίσκεται τόσο κοντά στην ελληνική και ευρωπαϊκή πρωτοπορία και μέσω ενός πρωτότυπου  περιγραφικού και ερμηνευτικού μοντέλου κατανοεί, γιατί και πώς η καβαφική ποίηση, ενώ για μεγάλο διάστημα θεωρήθηκε, υποτιμητικά βέβαια, ότι χαρακτηρίζεται από ένα γενικά πεζολογικό, αντιποιητικό ύφος, σήμερα αναγνωρίζεται σχεδόν αναντίρρητα ως μία από τις πιο ισχυρές φωνές της ευρωπαϊκής ποίησης του 20ού αιώνα.

Η μελέτη του Ροϊλού, λοιπόν, αποτελεί από κάθε άποψη ρηξικέλευθη, γόνιμη, και γι’ αυτό πολύτιμη συμβολή στις καβαφικές σπουδές.

 

(*) Η Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού είναι Ομότ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών

 

info: Παναγιώτης Ροϊλός, Κ. Π. Καβάφης: Η οικονομία του ερωτισμού.

[1]  Jean Cohen, Structure du language poétique, Flammarion, Paris 1966, σ. 113.

[2] Geoffrey Leech, Semantics, Penguin Books, 1978, σ. 43-45.

 

[3]  M. C. Beardsley, Aesthetics, Harcourt, Brace and World, New York 1958, σ. 134. Αναλυτικότερα για τη σχέση «Μεταφοράς και αναφοράς» βλ. Paul Ricoeur, La métaphore vive, Éditions du Seuil, Paris 1975, σ. 273-321 [= Paul Ricoeur, Η ζωντανή μεταφορά, μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης, Κριτική, Αθήνα 1998, σ. 409-482].

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here