Κυριακή Μπεϊόγλου: «Βορειοδυτικός άνεμος» (Για τον Νίκο Χουλιαρά,2)

0
147

της Κυριακής Μπεϊόγλου

Τον φαντάζομαι να καπνίζει κοιτώντας από το παράθυρο τον δρόμο. Δεν μπορώ να διακρίνω αν είναι σε εκείνο το διαμέρισμα της Δεινοκράτους ή στο πατρικό του στα Γιάννενα. Δεν καταλαβαίνω ακριβώς την ηλικία του, από πάντα είχε αυτό το λευκό μούσι που μου θύμιζε άλλοτε τον Άγιο Βασίλη κι άλλοτε τον Μαρξ. Νοερώς κάτι ζωγραφίζει, σιγοτραγουδά τη «χαλασιά » και παρατηρεί τους περαστικούς. Στην πραγματικότητα ψάχνει να βρει τις ιστορίες τους. Υποψήφιοι ρόλοι σε ανέκδοτα ποιήματα. «Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα – κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα – παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο» λέει και μου κλείνει το μάτι. Του εξηγώ διστακτικά πως με πολλούς πίνακες του «μου έχει κολλήσει την ψυχή στον τοίχο». Με φοβίζουν τα ζώα που βγάζει μέσα από τις μορφές των ανθρώπων. Είναι λύκοι; Είναι ποντίκια; «Είναι απλώς άνθρωποι» απαντά χαμογελαστός. Και συνεχίζει λυπημένος: «Εσύ δεν ξέρεις από φρίκη. Εγώ την είδα στην Κατοχή, στα βουνά της Ηπείρου, να θέλω να θαυμάσω την ομορφιά της πλάσης και να μην μ αφήνουν οι άνθρωποι. Με γιάτρεψε όμως η θάλασσα…» Τον σκέφτομαι τώρα να ναι στην Αντίπαρο. Φοράει τα άσπρα του, το παναμέζικο καπέλο του, και κοιτάει με τις ώρες τη θάλασσα. Είναι ευχαριστημένος. Έχει ακόμα δίπλα του τον «Λούσια», κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε που του έδωσε ζωή. Ο Λούσιας του ψιθυρίζει: «Οι άλλοι, άμα έχουν κάτι που να ’ναι δικό τους, ολοένα θέλουν να το ’χουν. Θέλουν όμως και να το ξέρουν ότι το ’χουν, γιατί άμα δεν το ξέρουν, σαν να φοβούνται, μου φαίνεται εμένα». Και εκείνος συναινεί κουνώντας με νόημα το κεφάλι του. «Α ρε Λούσια» του λέει «Δεν, δε θα το μάθεις δε θα το μάθεις ποτέ./Δεν, δε θα το μάθεις δε θα στο πω ποτέ/ότι σε ταξιδεύω /χρόνια σε πλωτές πολιτείες σε μέρη βουνού/ μόνον με την βάρκα της λύπης στα νησιά του ουρανού.» Πάμε μετά να πιούμε ένα κρασάκι, στο ταβερνάκι της παραλίας που είναι το μόνο ανοικτό τέτοιο καιρό. Τον ρωτάω: «Γιατι έγραψες σ εκείνη την ιστορία πως δεν παντρεύτηκες; Τέσσερις φορές δεν πέρασες την πόρτα της εκκλησίας;». « Εγώ όμως δεν έπεσα στη λούμπα!… Έμεινα έτσι, ξεκρέμαστος, χωρίς κανέναν δίπλα μου, κι είναι καλύτερα έτσι. Γιατί, να ξέρεις, εγώ δε θέλω τίποτα που να ‘ναι μόνιμο. Ούτε και τίποτα δικό μου, θέλω. Μου φτάνει που τα ‘χουν οι άλλοι. Εγώ είμαι κλέφτης. Κλέφτης και γρήγορος. Κι ότι πάρω, το πήρα στ’ αρπαχτά και δρόμο. Για τον πολύ τον κόσμο αυτό είναι κουσούρι. Το ξέρω. Τί να κάνω… Ο καθένας όπως μπορεί πορεύεται. Εγώ έτσι την πήρα τη ζωή μου απ’ την αρχή, κι έτσι θα την πάω. Άλλα μη νομίζεις…, δε νιώθω και χαμένος. Τι έχουν κερδίσει αυτοί που ‘ναι σε μια σειρά και περιμένουν το εφάπαξ; Όξω απ’ τη ζωή είναι. Μεγαλωμένοι με τα γηρατειά στο νου τους είν’ αυτοί! Εγώ όμως… Με βλέπεις; Εδώ!… Έχω περάσει τα σαράντα κι ακόμα νιώθω την ιδία την τρέμουλα που ένιωθα και τότε που ήμουν δεκαοχτώ!» Γελάει δυνατά, μ εκείνο το μπάσο τόνο. «Έλα» λέει κατεργάρικα «μην παίρνεις τη ζωή τόσο σοβαρά». Σηκώνεται. Βάζει το καπέλο του. Ένας βόρειοδυτικος άνεμος φυσάει ξαφνικά,το παίρνει από το κεφάλι του και το ρίχνει στα κύματα. Απο που ήρθε; «Από τα Γιάννενα» μου λέει χαμογελώντας, «πάντα από τα Γιάννενα, έρχεται και με βρίσκει».

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here