«Κομπάρσα» στην πατρίδα σου (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
334

της Δήμητρας Ρουμπούλα

«Πώς κατάντησα μέσα σε μερικές βδομάδες από επαγγελματίας μουσικός περιπλανώμενη κομπάρσα; Μέχρι πού θα με κατρακυλήσουν η μητέρα και ο αδελφός μου με το ανώφελο πείραμά τους;»

Η 42χρονη Νόγκα, μουσικός στο επάγγελμα, βιώνει έναν κάπως περιφερειακό ρόλο στις οικογενειακές υποθέσεις, όπως συμβαίνει και με τη συμμετοχή της στις συμφωνικές ορχήστρες, αφού το μουσικό όργανο που παίζει, η άρπα, σπανίως πρωταγωνιστεί στα κονσέρτα κλασικής μουσικής. Τι συμβαίνει όμως με την ίδια της τη ζωή;

Ύστερα από μια πλειάδα μυθιστορημάτων, πολυδιαβασμένων και πολυμεταφρασμένων, με τις γυναίκες να έχουν δευτερεύοντες ρόλους, ο Αβραάμ Γεοσούα κοντά στα 80 του (σήμερα 82 ετών) αποφάσισε να βάλει μια γυναίκα στο κέντρο ενός μυθιστορήματος, η οποία σε πρώτο πρόσωπο θα κατευθύνει ολόκληρη την ιστορία. Ο τίτλος του είναι δηλωτικός: «Η κομπάρσα» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», σε μετάφραση Μάγκυ Κοέν, όπως όλα σχεδόν τα βιβλία του σπουδαίου Ισραηλινού συγγραφέα στα ελληνικά.

Έχοντας ίσως στο νου το θέμα της υπογεννητικότητας που απασχολεί τις δυτικές κοινωνίας, όχι και της χώρας του, το φαινόμενο δηλαδή του ότι οι νέοι άνθρωποι δεν θέλουν να αποκτήσουν παιδιά, ο συγγραφέας επιφορτίζει την ηρωίδα του με μια τέτοια σθεναρή άρνηση. Υπήρξε παντρεμένη με έναν άνδρα που τον αγαπούσε και την αγαπούσε επίσης, αλλά από την αρχή έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν θέλει να κάνει παιδί. Εκείνος τη χωρίζει όταν μαθαίνει ότι η Νόγκα διέκοψε κρυφά μια εγκυμοσύνη. Συνιστά αναπηρία η άρνηση μιας γυναίκας να αποκτήσει παιδί; «Συνειδητοποίησα αυτό που δεν τολμούσα να νιώσω όλα τα χρόνια που ήμουν μαζί σου», της λέει χρόνια αργότερα ο πρώην σύζυγός της, Ούρια. «Ότι εσύ, Νόγκα, είσαι βασικά μια γυναίκα ανάπηρη. Έχεις ένα μειονέκτημα, γι΄ αυτό δεν υπάρχει κανένα νόημα να σε κατηγορεί ή να θυμώνει κανείς μαζί σου».

Ο Γεοσούα δεν παίρνει ανοιχτά σαφή θέση στο θέμα γύρω από το στερεότυπο της γυναικείας ταυτότητας. Ωστόσο πλάθει με προσοχή και ευαισθησία έναν γυναικείο χαρακτήρα πολύ δυναμικό, τα χαρακτηριστικά του οποίου αντανακλούν εκείνα των σύγχρονων ανεξάρτητων γυναικών. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Νόγκα  έχει επιλέξει ένα δύσκολο όργανο, την άρπα, «ελιτίστικο όργανο» και όχι «δημοκρατικό, σαν το φλάουτο ή το βιολί», όπως της λέει ο αδελφός της Χόνι, που σε περιορισμένο αριθμό κλασικών έργων είναι απαραίτητο. Επειδή οι ορχήστρες του Ισραήλ δεν χρειάζονται αρπίστρια,  ξενιτεύεται στην Ολλανδία και συνεργάζεται με τη συμφωνική ορχήστρα του Ανρχάιμ. Όμορφη, επιθυμητή από τους άνδρες, καλλιεργημένη γυναίκα, που διατηρεί μέσα της μια κοριτσίστικη και γλυκιά ευγένεια, ζει παράλληλα μια ελεύθερη ζωή. Κάποια στιγμή ανταποκρίνεται θετικά στην παράκληση του αδελφού της να βοηθήσει σε ένα «πείραμα» που εκείνος έχει σχεδιάσει, για χάρη της 75χρονης χήρας μητέρας τους: να προσέχει για τρεις μήνες το πατρικό διαμέρισμα  στην Ιερουσαλήμ, προκειμένου η μητέρα τους να δοκιμάσει αν μπορεί να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε έναν οίκο ευγηρίας στο Τελ Αβίβ, στην πόλη όπου ζει ο γιός της και τα  εγγόνια της, διαφορετικά να επιστρέψει στο σπίτι που μοιράστηκε με τον άνδρα της. «Το σύμπαν του Τελ Αβίβ», υποστηρίζει ο Χόνι, «είναι ήρεμο, η ιστορία και η πολιτική δεν αφήνουν εδώ ερείπια όπως στη Ιερουσαλήμ». Η αγάπη για τη μητέρα, η έγνοια για τον ηλικιωμένο γονιό και η σχέση με τον αγαπημένο της αδελφό, αν και συχνά αυτός χώνει τη μύτη του στη ζωή της, φέρνουν την μουσικό πίσω, στην Ιερουσαλήμ των παιδικών και εφηβικών χρόνων, αλλά και αντιμέτωπη με επιλογές που την καθόρισαν και καλείται να επανεξετάσει ή να συμφιλιωθεί μαζί τους – «Η Κάρμεν μπορεί να περιμένει».

Η Νόγκα αφήνει το ασφαλές και ελεύθερο περιβάλλον της Ευρώπης, επιστρέφοντας σε μια πόλη, που ναι μεν δεν έχει αλλάξει, αλλά έχει γίνει πιο συντηρητική, δογματική και θρησκόληπτη. Στη γειτονιά, γύρω από το πατρικό στην Ιερουσαλήμ, έχουν κυριαρχήσει οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι φανατικοί, με τα σχετικά αναχρονιστικά ήθη. Από οικογένεια άθρησκων η ίδια, αρχικά το έβρισκε εύκολο να πιστεύει «στην αγαστή συνύπαρξη, μέσα σε κλίμα ανεκτικότητας και αλληλοσεβασμού, με μια μειοψηφία, έστω κι αν αυτή έδειχνε ότι τείνει να γίνει πλειοψηφία». Τελικά δεν είναι τόσο εύκολο.  Αν και το χιούμορ και η εξυπνάδα την προστατεύουν, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τα  δυο  θρησκευόμενα πιτσιρίκια που τρυπώνουν κρυφά κάθε τρεις και λίγο στο διαμέρισμα για να δουν πολεμικές ταινίες στην τηλεόραση, κάτι που απαγορεύεται από τις οικογένειές τους, για να μην διαφθείρονται οι αξίες και να μην αποσπώνται από τη μελέτη της Τορά. Το ένα αγόρι, που πάσχει από νοητική υστέρηση και ηρεμεί μόνο με «τηλεοπτικό ελιξίριο», προορίζεται από την οικογένειά του για χασίντ.

Η Νόγκα ξαναβρίσκει τους ρυθμούς της πόλης, επανασυνδέεται με ξεχασμένα μέρη και στον ελεύθερο χρόνο της, ύστερα από παρότρυνση του αδελφού της, παίρνει μέρος σε τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παραγωγές ως κομπάρσα –  «περίεργο να γυρνάς στην πατρίδα σου και να γίνεσαι κομπάρσα». Ο τίτλος του μυθιστορήματος δικαιώνεται πληρέστερα όσο ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι σταδιακά, και όσο διαρκεί αυτό το τρίμηνο πέρασμα της Νόγκα από το Ισραήλ και από τη ζωή των δικών της ανθρώπων, μα και τη συνάντηση με τον πρώην σύζυγό της, ο οποίος ποτέ δεν την ξεπέρασε και εμφανίζεται ως κομπάρσος σε σκηνή,  ο συγγραφέας επιφυλάσσει έναν γενικότερο ρόλο κομπάρσας στην ηρωίδα του. Κομπάρσα όχι μόνο μες στις ζωές και τις φαντασιώσεις των άλλων αλλά και μες την δική της ζωή. Αυτό τουλάχιστον υπονοούν, αν δεν το λένε ξεκάθαρα, οι άλλοι γύρω της. Κι αυτό επειδή δεν έχει εκπληρώσει το ρόλο της στην κοινωνία ως γυναίκα, να φέρει στον κόσμο παιδιά. Ο Ούρια τής καταλογίζει «αναπηρία», ο αδελφός της είχε μυστικές συναντήσεις μαζί του και η μητέρα της αναρωτιέται αν έχει κάνει η ίδια κάποιο λάθος και μέχρι την  τελευταία στιγμή την παρακινεί: «Κάνε ένα παιδί. Έτσι θα μείνει κάτι απτό από σένα σ΄ αυτόν τον κόσμο, κι όχι μόνο νότες μουσικής που χάνονται στον αέρα». Ο πατέρας της, όσο ζούσε, είχε βρει έναν τρόπο για να δικαιολογεί την απόφαση της αγαπημένης του κόρης. Οι άνθρωποι πέρα από τα όρια της οικογένειας εμφανίζονται ως προς το θέμα από αδιάκριτοι και θρασείς, μέχρι ψυχροί, προσβλητικοί και ενίοτε περιφρονητικοί. Παρά κάποιες αμφιταλαντεύσεις της, εκείνη αντιδρά, άλλοτε με χιούμορ και πνεύμα κι άλλοτε με σοβαρότητα, υποστηρίζοντας την απόφασή της να είναι κυρία του εαυτού της, την επιλογή της να μην επιτρέπει σε κανέναν να παραβιάσει τα δικά της σαφή και σταθερά όρια που έβαζε από μικρή.

Δεν είναι εύκολο για έναν άνδρα, ειδικά στην τρίτη ηλικία, όπως είναι ο Γεοσούα, να κατανοήσει την ψυχοσύνθεση μιας σύγχρονης γυναίκας τόσο νεώτερης του, να προσεγγίσει πειστικά τα ζητήματα της μητρότητας και της άρνησής της, της εμμηνόπαυσης και των ψυχολογικών παρενεργειών της. Ωστόσο, ο συγγραφέας το τολμά και εν πολλοίς επιτυγχάνει. Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει την «Κομπάρσα» φεμινιστικό μυθιστόρημα. Σίγουρα όμως είναι ένα αξιοπρόσεκτο ψυχογράφημα μιας γυναίκας που θέλει να ζει έξω από κοινωνικές συμβάσεις και με ισχυρό το αίτημα της αυτοδιάθεσης. Εύστοχη η επιλογή του συγγραφέα για την μουσικό ηρωίδα του να παίζει άρπα κι όχι ένα άλλο όργανο. Γιατί, όπως γράφει, αυτό το αρχαίο, ιεροτελεστικό έως και μυθολογικό όργανο, είναι μη-συμβατικό, μοναχικό κι ας είναι περιττό σε πολλά μουσικά έργα.

Οι οικογενειακές σχέσεις, η διαρκής ανησυχία των γονιών για τα παιδιά τους και η έγνοια των τελευταίων για τους ηλικιωμένους γονείς, τα γηρατειά, αλλά και η περίπλοκη πραγματικότητα του Ισραήλ, εμπλουτίζουν τον θεματικό ιστό του μυθιστορήματος, από έναν συγγραφέα του βεληνεκούς του Αβραάμ Γεοσούα, ο οποίος, μαζί με τους Άμος Οζ και Νταβίντ Γκρόσμαν, αποτελούν το βαρύ πυροβολικό της λογοτεχνίας, αλλά και της προοδευτικής διανόησης του Ισραήλ.

 

info: «Η κομπάρσα», Αβραάμ Β. Γεοσούα, εκδόσεις «Καστανιώτης», μτφρ. Μάγκυ Κοέν

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here