« Κηδεία », διήγημα της Δήμητρας Παναγιωτοπούλου

0
457

της Δήμητρας Παναγιωτοπούλου (*)

Πρόσφατα  με πήρε τηλέφωνο ο Μανόλης ένας παιδικός φίλος για να δει, μάλλον, πώς πορεύομαι . Ανάμεσα στ’ άλλα -όλα θανατερές ειδήσεις για συγχωριανούς που έχουν αποδημήσει εις Κύριον-  μου πέταξε μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι το πατρικό μου άρχισε να κατεδαφίζεται, έπεσε η μισή στέγη μου είπε κι αν δεν έρθεις σύντομα, μπορεί και να μην το ξαναδείς. Πάντα πίστευα ότι όπως φροντίζει κανείς το πατρικό του έτσι φροντίζει και τον εαυτό του.  Μια θειά μου, η αδερφή του πατέρα μου, συνήθιζε να λέει «τι τα θες; χαμένος άνθρωπος, ούτε  τους τάφους των γονιών του δε ξεχορταριάζει». Θυμήθηκα τότε ότι σ’ ένα όνειρο είχα δει τον πατέρα μου που φορούσε τη μπακαλική  ρόμπα του και διάβαζε την εφημερίδα του πίσω από τον πάγκο του παντοπωλείου. Έλα ρε μαλάκα μου έλεγε να βγάλουμε έξω αυτά τα κασόνια μπίρες.  Τέτοιες προσφωνήσεις άρεσαν πολύ στο γέρο μου, αν και ήταν εν γένει ένας προσηνής και μετρημένος άνθρωπος. Έκανα να σκύψω και είδα πέντε κασόνια με μπουκάλια μπίρες που έχασκαν στον ήλιο. Τα τσιμέντα μπροστά στο παντοπωλείο ήταν βρεγμένα κατά την προσφιλή του συνήθεια να δροσίζει  κάθε απόγευμα τα καλοκαίρια. Η πινακίδα πάνω από την τζαμένια πόρτα έγραφε ένα μισοσβησμένο εδώδιμα αποικιακά Η βρώσις. Στο όνειρο φαίνονταν  μόνο κάτι γράμματα από την αρχή και το τέλος.  Να κλειδώσεις και να κατεβάσεις τα στόρια μου είπε μετά, θα περάσει η κηδεία σε λίγο. Πρώτα πέρασε η νεκροφόρα συνοδευόμενη από τους οικείους του νεκρού,  ενώ καμιά δεκαριά συγχωριανοί  ακολουθούσαν,  άλλοι κατά μόνας άλλοι πιασμένοι αγκαζέ. Στο τέλος της ευάριθμης ουράς  πήγαινε η μάνα μου ωχρή , κέρινη, σχεδόν  στατική  μ’ ένα καπέλο από παπαρούνες στο κεφάλι. Πού διάολο το σκάρωσες αυτό το πράμα, της είπε τότε  ο γέρος μου που στεκόταν στην άκρη του  πεζοδρομίου.  Της μίλαγε ψιθυριστά και τρυφερά, μα δεν διακρινόταν η μορφή του. Τα απομεσήμερα του θέρους η μάνα μου κι εγώ συνηθίζαμε να πηγαίνουμε πίσω από το οικόπεδο του Μακρή, όπου υπήρχε ένα χέρσο χωράφι. Μαζεύαμε τσουκνίδες που τις έκανε κατάπλασμα για τις αιμορροΐδες της  και φτιάχναμε ανθοδέσμες με παπαρούνες , χαμομήλια και άλλα αγριόχορτα. Το ίδιο όνειρο μιαν άλλη μέρα επαναλήφθηκε με μια μικρή παραλλαγή. Η μάνα μου προπορευόταν της νεκρικής πομπής, φορούσε το ίδιο καπέλο από παπαρούνες κι ο γέρος μου την κοίταγε  από το τζάμι του παντοπωλείου.

(*) Η Δήμητρα Παναγιωτοπούλου είναι φιλόλογος. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά.

 

Προηγούμενο άρθροΜαρία Αγγελοπούλου (δύο ποιήματα)
Επόμενο άρθροΒία στο Περού (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ